Αντιμέτωπος με ένα δίλημμα που δεν έχει εύκολη διέξοδο βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ. Είτε θα συνεχίσει τον πόλεμο με το Ιράν, επιδιώκοντας τους φιλόδοξους στρατιωτικούς στόχους που έχει θέσει, είτε θα επιχειρήσει να αποσυρθεί από μια σύγκρουση που επεκτείνεται και επιβαρύνει στρατιωτικά, διπλωματικά και οικονομικά τις ΗΠΑ και τους συμμάχους, όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά σε μακροσκελή ανάλυσή τους οι New York Times.
Και οι δύο επιλογές, όπως αποδεικνύεται, συνοδεύονται από σοβαρό κόστος. Η πραγματικότητα του πολέμου δείχνει πιο περίπλοκη από ό,τι είχε παρουσιαστεί όταν οι ΗΠΑ, σε συνεργασία με το Ισραήλ, εξαπέλυσαν την επίθεση που εξελίχθηκε στη μεγαλύτερη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή εδώ και σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα.
Από τη μία πλευρά, η συνέχιση των επιχειρήσεων θα σήμαινε μεγαλύτερο στρατιωτικό κίνδυνο για τις αμερικανικές δυνάμεις, αυξημένο οικονομικό κόστος και πιθανή επιδείνωση των σχέσεων με χώρες συμμάχους των ΗΠΑ. Παράλληλα, στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, τμήμα της πολιτικής βάσης του Τραμπ εμφανίζεται ανήσυχο, καθώς η σύγκρουση έρχεται σε αντίθεση με τη βασική του υπόσχεση ότι θα απέφευγε την εμπλοκή σε νέους πολέμους.
Από την άλλη πλευρά, μια πρόωρη αποχώρηση θα άφηνε ανολοκλήρωτους βασικούς στόχους της επιχείρησης. Ο σημαντικότερος από αυτούς είναι η διασφάλιση ότι το Ιράν δεν θα μπορέσει να αποκτήσει τη δυνατότητα παραγωγής πυρηνικού όπλου.
Μέχρι στιγμής, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, οι κοινές επιχειρήσεις ΗΠΑ και Ισραήλ έχουν προκαλέσει σημαντικά πλήγματα στο ιρανικό στρατιωτικό σύστημα. Μεγάλο μέρος του πυραυλικού οπλοστασίου της ιρανικής ισλαμικής δημοκρατίας και των συστημάτων αεράμυνας έχει καταστραφεί, ενώ το ιρανικό ναυτικό έχει υποστεί σοβαρές απώλειες. Παράλληλα, μια από τις πιο δραματικές στιγμές του πολέμου ήταν ο θάνατος του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ.
Ωστόσο, η πτώση της ηγεσίας δεν σήμανε και κατάρρευση του καθεστώτος. Η θεοκρατική εξουσία παραμένει σε λειτουργία και η εξουσία ασκείται πλέον από τον τραυματισμένο γιο του Χαμενεΐ, ο οποίος έχει ήδη δηλώσει ότι η Τεχεράνη θα συνεχίσει να αξιοποιεί τα λεγόμενα «ασύμμετρα μέσα» πολέμου: κυβερνοεπιθέσεις, ναρκοθέτηση στη θάλασσα και πυραυλικές επιθέσεις σε στόχους της περιοχής.
Εξίσου σημαντικό είναι ότι το σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης εξακολουθεί να λειτουργεί, ενώ οι πολιτοφυλακές που είχαν καταστείλει τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις τον Ιανουάριο παραμένουν ενεργές.
Ενα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά προβλήματα για την Ουάσιγκτον αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Παρά τα πλήγματα στις εγκαταστάσεις του, στο ιρανικό έδαφος παραμένει απόθεμα ουρανίου εμπλουτισμένου σχεδόν σε επίπεδο κατάλληλο για την κατασκευή πυρηνικών όπλων. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας, περίπου 400 κιλά εμπλουτισμένου ουρανίου βρίσκονται αποθηκευμένα σε υπόγειες εγκαταστάσεις στο Ισφαχάν. Αν το Ιράν αποφασίσει να το χρησιμοποιήσει, θα μπορούσε να κατασκευάσει περισσότερα από δέκα πυρηνικά όπλα, σύμφωνα με τους NY Times.
Καθώς ο πόλεμος εισέρχεται στην τρίτη εβδομάδα, οι ανθρώπινες και οικονομικές απώλειες αυξάνονται. Δεκατρείς Αμερικανοί στρατιώτες έχουν ήδη σκοτωθεί, ενώ συνολικά περισσότεροι από 2.100 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους από την έναρξη των συγκρούσεων. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του Ιράν στον ΟΗΕ, τουλάχιστον 1.348 από αυτούς ήταν άμαχοι. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ ενισχύουν την παρουσία τους στη Μέση Ανατολή. Περίπου 2.500 πεζοναύτες μεταφέρονται στην περιοχή, προστιθέμενοι στους περίπου 50.000 Αμερικανούς στρατιώτες που βρίσκονται ήδη εκεί.
Το αγκάθι των Στενών
Η κλιμάκωση έχει αρχίσει να προκαλεί σοβαρές αναταράξεις και στην παγκόσμια οικονομία. Τα Στενά του Ορμούζ –μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς για τη μεταφορά πετρελαίου– έχουν ουσιαστικά παραλύσει. Η απειλή επιθέσεων από μικρά ιρανικά σκάφη, πυραύλους ή θαλάσσιες νάρκες έχει οδηγήσει πολλά εμπορικά πλοία να αποφεύγουν τη διέλευση. Η κίνηση δεξαμενόπλοιων έχει μειωθεί δραματικά, ενώ τουλάχιστον 16 εμπορικά πλοία έχουν δεχθεί επιθέσεις στον Περσικό Κόλπο.
Η τιμή του πετρελαίου βρίσκεται εδώ και μέρες στην περιοχή των 100 δολ. το βαρέλι, ενώ τα ασφάλιστρα για τη διέλευση από την περιοχή αυξάνονται ταχύτατα. Σε μια προσπάθεια να περιοριστούν οι αυξήσεις των τιμών, η Ουάσιγκτον προχώρησε ακόμη και σε προσωρινή χαλάρωση κυρώσεων σε ορισμένες πωλήσεις ρωσικού πετρελαίου.
Η ένταση δεν περιορίζεται μόνο στη θάλασσα. Δύο επιθέσεις σημειώθηκαν πρόσφατα εναντίον της αμερικανικής πρεσβείας στο Ιράκ, ενώ κυβερνοεπιθέσεις ιρανικών ομάδων χάκερ έχουν πλήξει αμερικανικές εταιρείες. Παράλληλα, οι αμερικανικές αρχές διερευνούν και ορισμένες βίαιες επιθέσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, που ενδέχεται να συνδέονται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Τραμπ εμφανίζεται διχασμένος για το πώς πρέπει να κινηθεί. Σε δηλώσεις του υποστηρίζει ότι ο βρίσκεται κοντά στη νίκη, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζει ότι οι συγκρούσεις ενδέχεται να συνεχιστούν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο ίδιος έχει γνωστοποιήσει ότι αποφάσισε να ξεκινήσει τις επιθέσεις επειδή είχε «ένα καλό προαίσθημα», ότι το Ιράν ετοιμαζόταν να επιτεθεί σε αμερικανικές δυνάμεις. Για το πότε θα τερματιστεί ο πόλεμος, έχει πει ότι θα βασιστεί στο ένστικτό του. «Θα το νιώσω στα κόκαλά μου», δήλωσε στο Fox News.
Παράλληλα, οι σχέσεις με το Ισραήλ παρουσιάζουν εντάσεις. Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν προειδοποιήσει την ισραηλινή κυβέρνηση να μην πλήξει μεγάλες εγκαταστάσεις πετρελαίου κοντά στην Τεχεράνη, φοβούμενοι ότι θα προκαλούσε αντίποινα σε ενεργειακές υποδομές της περιοχής.
Ο Νετανιάχου αγνόησε τις προειδοποιήσεις και οι ισραηλινές επιθέσεις στις δεξαμενές καυσίμων προκάλεσαν τεράστιες πυρκαγιές. Το αποτέλεσμα ήταν νέες ιρανικές επιθέσεις με drones σε εγκαταστάσεις πετρελαίου στη Σαουδική Αραβία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Παρά τις εντάσεις, οι δύο ηγέτες παραμένουν σε συνεχή επικοινωνία. Ο Νετανιάχου έχει δηλώσει ότι συνομιλεί σχεδόν καθημερινά με τον Τραμπ, ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται επίσης σε τακτική επαφή με Αραβες ηγέτες της περιοχής, ιδιαίτερα με τον πρίγκιπα διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.
Δύο δύσκολες επιλογές
Στο σημείο όπου βρισκόμαστε, ο Τραμπ καλείται να λάβει δύο από τις πιο κρίσιμες αποφάσεις του πολέμου. Ο Αμερικανός πρόεδρος θα πρέπει να αποφασίσει εάν θα διατάξει επίθεση με χερσαίες δυνάμεις στο νησί Χαργκ και εάν θα επιχειρηθεί κατάσχεση του αποθέματος εμπλουτισμένου ουρανίου που εκτιμάται ότι παραμένει σε ιρανικές εγκαταστάσεις.
Το Χαργκ αποτελεί το βασικό εξαγωγικό κέντρο πετρελαίου του Ιράν, από όπου περνά έως και το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου. Η κατάληψη του νησιού θεωρείται στρατιωτικά εφικτή, καθώς αποτελεί εκτεθειμένο στόχο για το αμερικανικό ναυτικό. Ωστόσο θα απαιτούσε προστασία των στρατευμάτων από επιθέσεις των Φρουρών της Επανάστασης, οι οποίοι θα μπορούσαν να πλήξουν την περιοχή από την ακτή ή με μικρά σκάφη, ακόμη και να ανατινάξουν αγωγούς που τροφοδοτούν τις εγκαταστάσεις πετρελαίου.
Ενα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει σε μακροχρόνια αμερικανική στρατιωτική παρουσία εκεί, κάτι που η πολιτική βάση του Τραμπ έχει επανειλημμένα επικρίνει και ο ίδιος ο πρόεδρος είχε δεσμευθεί ότι δεν θα επαναλάβει.
Η δεύτερη επιλογή είναι η κατάσχεση του εμπλουτισμένου ουρανίου από τις υπόγειες εγκαταστάσεις του Ισφαχάν, μια αποστολή εξαιρετικά επικίνδυνη και τεχνικά δύσκολη. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας, το μεγαλύτερο μέρος του εμπλουτισμένου σε ποσοστό 60% ουρανίου φυλάσσεται σε βαθιές υπόγειες σήραγγες στο Ισφαχάν, σε μορφή αερίου μέσα σε δοχεία που θα μπορούσαν να χωρέσουν ακόμη και στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου.
Η πρόσβαση στις εγκαταστάσεις είναι ιδιαίτερα δύσκολη, ειδικά μετά τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς του περασμένου Ιουνίου. Αμερικανικές και ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι ορισμένα σημεία πρόσβασης έχουν ανοίξει ξανά, αλλά δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το πυρηνικό υλικό έχει μετακινηθεί.
Για να κατασχεθεί, οι ειδικές δυνάμεις θα έπρεπε είτε να εισέλθουν κρυφά και να επιχειρήσουν ταχεία πρόσβαση είτε να προχωρήσουν με μεγάλη δύναμη προστασίας και να αφιερώσουν ημέρες ή ακόμη και εβδομάδες για την ασφαλή απομάκρυνση των δοχείων.
Το περιθώριο λάθους είναι εξαιρετικά μικρό: αν κάποιο δοχείο διατρηθεί και εισχωρήσει υγρασία, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι εξαιρετικά τοξικό και ραδιενεργό, ενώ αν τα δοχεία τοποθετηθούν πολύ κοντά μεταξύ τους υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης πυρηνικής αντίδρασης.
Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι το ζήτημα αποκτά επείγοντα χαρακτήρα, καθώς οι Φρουροί της Επανάστασης βρίσκονται υπό αυξανόμενη πίεση.
Πηγή: New York Times

