Για περίπου 15 χρόνια, πολλοί Αμερικανοί ηγέτες -συμπεριλαμβανομένων και των τριών προέδρων εκείνης της 15ετίας- πίστευαν ότι η χώρα ήταν πολύ βαθιά μπλεγμένη στην προσπάθεια «αναδιάταξης» των κοινωνιών της Μέσης Ανατολής.
Eνιωθαν ότι οι υπήρχαν πιο πιεστικές προκλήσεις, όπως η ανοικοδόμηση της βιομηχανικής βάσης της Αμερικής και η αντιμετώπιση της ανόδου της Κίνας.
Κι όμως, να που η Αμερική, για άλλη μια φορά, διεξάγει έναν πόλεμο για να «αναδιατάξει» μια κοινωνία στην περιοχή. Και όπως στο Ιράκ, το Αφγανιστάν και τη Λιβύη, αυτός ο πόλεμος φαίνεται απίθανο να εξελιχθεί όπως ίσως ελπίζουν οι υποστηρικτές του.
Για να κατανοήσει κανείς το παρόν, πρέπει να κοιτάξει το παρελθόν: τη μόνη χώρα στη σύγχρονη ιστορία, της οποίας η παγκόσμια εμβέλεια ήταν κάποτε εφάμιλλη με αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Βρετανία στην «αυγή» του 20ού αιώνα ήταν η μοναδική υπερδύναμη του κόσμου. Το μερίδιο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στο παγκόσμιο ΑΕΠ το 1870 ήταν περίπου 25% – περίπου το ίδιο με το σημερινό των ΗΠΑ – και το Λονδίνο ήταν η οικονομική πρωτεύουσα του κόσμου. Η Βρετανία είχε ανακόψει την προσπάθεια του Ναπολέοντα να κυριαρχήσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο και την απόπειρα της Ρωσίας να επεκταθεί περισσότερο στη Νοτιοανατολική Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου. Ηγείτο μιας τεράστιας αυτοκρατορίας και έθετε την ατζέντα σε παγκόσμιο επίπεδο, όπως ακριβώς κάνει η Ουάσιγκτον σήμερα.
Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, περίπου από τη δεκαετία του 1880 έως τη δεκαετία του 1920, η Βρετανία βρέθηκε να αντιμέτωπη με αστάθεια, αυταρχικά καθεστώτα και κενά εξουσίας σε όλη την Ασία και την Αφρική. Εστειλε στρατεύματα και ανέλαβε τον έλεγχο σε μέρη όπως το Σουδάν και η Σομαλία, το Ιράκ και η Ιορδανία. Ολες αυτές οι αποστολές φαίνονταν συναρπαστικές εκείνη την εποχή, αλλά είχαν ως αποτέλεσμα να αποσπούν την προσοχή του Λονδίνου από μια ατελείωτη σειρά τοπικών κρίσεων σε περιφερειακά μέρη του κόσμου, συχνά με μεγάλο κόστος.
Η ιρακινή εξέγερση του 1920 απαιτούσε τη διάθεση περισσότερων από 100.000 Βρετανών και Ινδών στρατιωτών και δεκάδων εκατομμυρίων λιρών – σε μια εποχή που ο εκτιμώμενος συνολικός προϋπολογισμός για την εκπαίδευση στη Βρετανία ήταν περίπου ο ίδιος με το κόστος αυτής της ιρακινής «εκστρατείας».
Ενώ οι Βρετανοί ηγέτες συζητούσαν με ζέση τη στρατηγική τους στη Μεσοποταμία, παραμέλησαν εμφατικά τις πραγματικές οικονομικές και τεχνολογικές προκλήσεις που αντιμετώπιζαν. Καθώς η Βρετανία μαχόταν με φυλές στη Μέση Ανατολή και την Αφρική, πέρα από τον Ατλαντικό, οι ΗΠΑ έχτιζαν αθόρυβα την πιο προηγμένη βιομηχανική οικονομία που είχε δει ποτέ ο κόσμος. Στην Ευρώπη μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ηττημένη Γερμανία ανοικοδόμησε σταθερά τη βιομηχανία της και έναν ισχυρό, συντονισμένο στρατιωτικό μηχανισμό. Η Βρετανία, με την προσοχή της στραμμένη στο περιφερειακό χάος, έμενε συστηματικά πίσω. Με την πάροδο του χρόνου, το αποτέλεσμα ήταν η κατάρρευσή της, ως ηγετικής δύναμης στον κόσμο.
Η Αμερική σήμερα υποκύπτει σε ορισμένους από τους ίδιους αυτοκρατορικούς πειρασμούς. Αντιδρά σε κρίσεις στη Μέση Ανατολή, βλέποντας μια λογική πολιτική, στρατιωτική και ηθική στην αντίδραση αυτή. Αλλά τελικά, η μεγάλη εικόνα στον στρατηγικό σχεδιασμό αφορά την ιεράρχηση πόρων, που είναι πεπερασμένοι. Οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν άπειρο πολιτικό κεφάλαιο, ούτε ατελείωτη στρατιωτική ικανότητα ή οικονομική ανθεκτικότητα. Κάθε αεροπορική επιδρομή στην Τεχεράνη, κάθε αναχαιτιστικό αντιαεροπορικό σύστημα που εκτοξεύεται πάνω από τον Περσικό Κόλπο και κάθε ώρα που οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης αφιερώνουν συζητώντας τις πτυχές της ιρανικής πολιτικής διαδοχής, μεταφράζεται σε ενέργεια που αποσπάται από τις πραγματικές τεκτονικές προκλήσεις που ορίζουν τον 21ο αιώνα.
Ο πρωταρχικός ρόλος των ΗΠΑ είναι να οδηγήσουν το παγκόσμιο σύστημα ενάντια στις αναθεωρητικές φιλοδοξίες του Πεκίνου και της Μόσχας. Η Κίνα δεν είναι «βαλτωμένη» σε τέλματα της Μέσης Ανατολής. Επενδύει αδιάκοπα στην τεχνητή νοημοσύνη, την κβαντική υπολογιστική, την ηλιακή και αιολική ενέργεια, τις μπαταρίες και τα ρομπότ – τις τεχνολογίες που θα καθορίσουν την ισορροπία της παγκόσμιας ισχύος. Η Ρωσία παραμένει σθεναρά προσηλωμένη στη διατάραξη της ευρωπαϊκής ασφάλειας και στην υπονόμευση των δυτικών δημοκρατιών μέσω ενός υβριδικού πολιτικο-στρατιωτικού πολέμου που έχει αποδειχθεί δύσκολο να εντοπιστεί και ακόμη πιο δύσκολο να νικηθεί. Και παρόλα αυτά, ενώ η Μόσχα και το Πεκίνο αμφισβητούν τη βασική αρχιτεκτονική της παγκόσμιας τάξης της Αμερικής, η Ουάσιγκτον ετοιμάζεται, για άλλη μια φορά, να ξοδέψει αίμα και πόρους «αστυνομεύοντας» τη Μέση Ανατολή και προσπαθώντας να ορίσει τους ηγέτες μιας από τις χώρες της.
Η ιστορία δείχνει ότι οι μεγάλες δυνάμεις συχνά υποκύπτουν στη γοητεία των «μικρών πολέμων» ακριβώς επειδή αυτοί προσφέρουν την ψευδαίσθηση γρήγορων, πολιτικών και ηθικών νικών. Δυστυχώς, αυτές οι επιτυχίες σπάνια μεταφράζονται σε στρατηγικά οφέλη. Αντίθετα, συχνότερα εξελίσσονται σε πρώτο βήμα προς τη μακροπρόθεσμη εξάντληση.
Ακόμα κι αν η επιχείρηση των ΗΠΑ στο Ιράν επιτύχει, θα απαιτήσει την βαθύτερη εμπλοκή της Αμερικής στην τύχη του Ιράν. Θα πρέπει να αφιερωθεί ο χρόνος και η ενέργεια της Αμερικής εκεί την επόμενη δεκαετία; Το μάθημα από τη Βρετανική Αυτοκρατορία: Οι μεγάλες δυνάμεις συνήθως δεν καταρρέουν επειδή κατακτώνται από ξένους στρατούς. Καταρρέουν επειδή στρέφουν την προσοχή τους στην περιφέρεια, παραμελώντας ταυτόχρονα τον δικό τους πυρήνα.

