Το 1974, όταν το κραταιό, εκείνα τα χρόνια, ελληνικό πολεοδομικό και αρχιτεκτονικό γραφείο του Κωνσταντίνου Δοξιάδη συμμετείχε σε διεθνή διαγωνισμό για την εκπόνηση «μάστερ πλαν» για την κεντρική παραλιακή ζώνη του Ντουμπάι, η σημερινή μητρόπολη-σύμβολο της επιδεικτικής ευημερίας του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού βρισκόταν ήδη σε ένα καθεστώς ταχύτατης μετάβασης: τις επόμενες δεκαετίες, το ασήμαντο ψαροχώρι του πρώτου μισού του 20ού αιώνα θα μεταμορφωνόταν σε υπερτοπικό κόμβο υπηρεσιών, εμπορίου και logistics.
Μόλις πριν από οκτώ χρόνια (1966) είχε ανακαλυφθεί στις παρυφές του εμιράτου ένα πολύ μεγάλο κοίτασμα πετρελαίου. Σε αυτές τις βάσεις ανέτειλε το άστρο του Ντουμπάι: ένα ασφαλές λιμάνι (κυριολεκτικά και μεταφορικά) για το παγκόσμιο κεφάλαιο αλλά και για εκατοντάδες χιλιάδες πρόθυμους ακολούθους του από κάθε γωνιά του πλανήτη που είχαν ανάγκη για κάτι πολιτισμικά ουδέτερο, αρχιτεκτονικά υπερφίαλο και μισθολογικά… υπερβατικό. Αλλά τώρα, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η πολεμική επιχείρηση «Επική Οργή» και ιρανικοί πύραυλοι και drones πλήττουν σε ζωντανή μετάδοση ξενοδοχεία ή ακόμα και την περιοχή του αεροδρομίου της πόλης, το «μοντέλο Ντουμπάι» δοκιμάζεται για πρώτη φορά στη σύντομη ιστορία του.

«Να ξεχαστούν»
Και να που μόλις λίγα 24ωρα μετά τις πρώτες θεαματικές εκρήξεις o γνωστός αρθρογράφος των Financial Times Τζάναν Γκάνες στοιχημάτιζε υπέρ της μακροημέρευσης του Ντουμπάι ως μιας ουδέτερης πολιτισμικά ζώνης σε μια εντυπωσιακά επισφαλή γωνιά του κόσμου. «Οσοι χρειάζονται περισσότερη πολιτισμική υφή στο μέρος όπου ζουν –κι εγώ είμαι ένας από αυτούς– ίσως υποτιμούν πόσοι άνθρωποι θέλουν απλώς να ξεχάσουν τον εαυτό τους για λίγο», έγραφε, ανάμεσα σε άλλα, στο άρθρο του υπό τον εύγλωττο τίτλο «Πάντα θα έχουμε το Ντουμπάι».
Νιώθω ασφαλής
Αισθάνομαι κομμάτι μιας κοινής προσπάθειας – είναι ένα αίσθημα που δοκιμάσαμε την εποχή της πανδημίας και το βλέπουμε τώρα και με τους ιρανικούς πυραύλους. Ο πόλεμος ήταν ένα σοκ αλλά δέκα μέρες μετά νιώθω απολύτως ασφαλής και δεν επηρεάζει την καθημερινότητά μου.
Φίλιππος Ζαννέττος, Aρχιτέκτονας
Αυτό θα ήθελε σίγουρα να πιστεύει και ο Ελληνοκύπριος αρχιτέκτονας Φίλιππος Ζαννέττος, ο οποίος έφθασε στο Ντουμπάι τον Οκτώβριο του 2014 «δοκιμαστικά, για δύο εβδομάδες, και βλέπουμε». Χτυπημένος από την κυπριακή οικονομική κρίση, αναζητούσε μαζί με τη σύζυγό του επαγγελματική διέξοδο και προοπτική. Σήμερα δηλώνει ευγνώμων για εκείνη την απόφαση. «Είναι χωρίς αμφιβολία ένας από τους καλύτερους τόπους στον κόσμο για να ζεις. Μιλάμε για μοναρχία, αλλά έχουν καταφέρει να εμφυσήσουν στον κόσμο ένα όραμα για τη χώρα, για την πόλη, για την κοινή μας ζωή εδώ. Προσωπικά αισθάνομαι κομμάτι μιας κοινής προσπάθειας κι αυτό είναι ένα αίσθημα που δοκιμάσαμε για πρώτη φορά την εποχή της πανδημίας και το βλέπουμε τώρα και με τους ιρανικούς πυραύλους. Είναι περίεργο που με ακούω να το λέω, αλλά αισθάνομαι περήφανος για τα Εμιράτα, γι’ αυτό που έχουν καταφέρει και πετύχει». Οσο για τον πόλεμο, «ήταν ένα σοκ, αλλά δέκα μέρες μετά νιώθω απολύτως ασφαλής και δεν επηρεάζει την καθημερινότητά μου».
Ο Παναγιώτης Βακαλίδης ζει στο Ντουμπάι εδώ και 13 χρόνια, πολύ περισσότερα από τον μέσο όρο παραμονής του μέσου Ελληνα ή Ευρωπαίου που «επενδύει» επαγγελματικά στο ένα από τα επτά εμιράτα της χώρας. «Εφυγα από το Λονδίνο απηυδισμένος από τον βρετανικό καιρό. Και ξαφνικά από μια ζωή με συγκάτοικο, στην τρίτη ζώνη του μετρό του Λονδίνου, βρέθηκα με δικό μου διαμέρισμα, δυο βήματα από την παραλία, με δικό μου αυτοκίνητο και με ένα μισθό σχεδόν διπλάσιο του αντίστοιχου βρετανικού στην ίδια εταιρεία».
Τι έχει εκτιμήσει με τα χρόνια στην καθημερινότητα του Ντουμπάι; «Το αίσθημα της ασφάλειας. Μπορώ να πάω στην παραλία, να αφήσω το λάπτοπ και το τηλέφωνό μου χωρίς να τα προσέχει κανείς σε ένα τραπέζι και να είμαι σίγουρος επιστρέφοντας από τη βουτιά μου ότι θα βρω τα πάντα όπως τα άφησα. Επίσης, όλα είναι καθαρά και καινούργια κι αυτή η καθημερινή εμπειρία επιδρά στην ψυχολογία σου». Στις δυσκολότερες όψεις της ζωής στο εμιράτο εντοπίζει μια πιο εφήμερη διάσταση των ανθρώπινων σχέσεων, καθώς ο κόσμος «ανακυκλώνεται».
«Αν είσαι Αραβας από άλλες, λιγότερο εύπορες χώρες, Ινδός ή Φιλιππινέζος, θα φτιάξεις τη ζωή σου στο Ντουμπάι. Ενας Δυτικός δεν το κάνει τόσο εύκολα». Εξίσου «σκοτεινό» σημείο και οι δύο παράλληλες πραγματικότητες: από τη μία πλευρά αυτή των ντόπιων που αποτελούν το 10% του πληθυσμού και υπόκεινται σε μισθολογικές ανισότητες αλλά και σε οπισθοδρομικές παραδόσεις (συνήθως εις βάρος των γυναικών) και από την άλλη εκείνη των «expats» που ζουν στη λαμπερή φούσκα μιας αστικής ουτοπίας κομμένης και ραμμένης στα μέτρα τους.
Ολοι περαστικοί
Βρήκαμε τον αρθρογράφο των Financial Times Τζάναν Γκάνες στο Λονδίνο και τον ρωτήσαμε αν το «μοντέλο Ντουμπάι» είναι βιώσιμο μακροπρόθεσμα ή αν κάθε επιτυχημένη πόλη είναι καταδικασμένη στο τέλος να αναπτύξει μια πιο «πυκνή» ταυτότητα. «Δεν νομίζω ότι το Ντουμπάι θα αναπτύξει μια πιο “πυκνή” κουλτούρα, γιατί η ανανέωση του πληθυσμού του είναι πολύ γρήγορη. Οι άνθρωποι πηγαίνουν εκεί για λίγα χρόνια και φεύγουν. Χρειάζεται περισσότερη μόνιμη εγκατάσταση για να αναπτυχθεί μια πραγματική κουλτούρα».
Κι αν το Ντουμπάι έχανε ξαφνικά τη θέση του ως ανεπίσημο σταυροδρόμι του κόσμου εξαιτίας της γεωπολιτικής του «ευαισθησίας» που μόλις τώρα ανακαλύπτουμε, ποια περιοχή του κόσμου ή μητροπολιτικό κέντρο θα μπορούσε να το αντικαταστήσει; «Η Νοτιοανατολική Ασία, και ιδιαίτερα η Μπανγκόκ. Η περιοχή περιλαμβάνει χώρες με πλειονότητα μουσουλμάνων, καθολικών και βουδιστών, οπότε ήδη αποτελεί μια μικρογραφία του κόσμου μας. Διαθέτει μεγάλα αεροδρόμια και ένα αξιοπρεπές επίπεδο αγγλικών».
Η αμηχανίατων Δυτικών
Οι άνθρωποι στη Δύση απορρίπτουν την πραγματικότητα του Κόλπου ως μέσο αυτοσυντήρησης του εγώ. Είναι πιο εύκολο να χαρακτηρίσουν τον τόπο επιφανειακό, παρά να αντιμετωπίσουν την επιτυχία του σε μια περίοδο που η Ευρώπη βρίσκεται σε παρακμή.
Τζάναν Γκάνες
Αρθρογράφος των Financial Times
Οσο για τις δυτικές γενικεύσεις που αντιμετωπίζουν το Ντουμπάι ως μια ασήμαντη, ρηχή πολιτισμικά κουκκίδα στον χάρτη, γεμάτη ινφλουένσερ και ουρανοξύστες ύψους 725 μέτρων, ο Γκάνες υποστηρίζει ότι ακριβώς αυτή η «επιφανειακότητα» επιτρέπει στην πόλη να λειτουργεί ως παγκόσμιος κόμβος. Μήπως, όμως, η δυτική προκατάληψη εμποδίζει την πλήρη κατανόηση του γιατί το Ντουμπάι λειτουργεί τόσο καλά; «Οι άνθρωποι στη Δύση απορρίπτουν την πραγματικότητα του Κόλπου ως μέσο αυτοσυντήρησης του εγώ. Είναι πιο εύκολο να χαρακτηρίσουν τον τόπο επιφανειακό ή αυταρχικό, παρά να αντιμετωπίσουν την επιτυχία του σε μια περίοδο που η Ευρώπη βρίσκεται σε παρακμή».
Καταφύγιο για το κεφάλαιο; Οχι πια
Ο Γιάσερ Ελσεστάουι είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και μελετητής αστικού σχεδιασμού, με εξειδίκευση στις πόλεις της Μέσης Ανατολής. Το βιβλίο του για το Ντουμπάι («Dubai: Behind an Urban Spectacle») θεωρείται ήδη κλασικό, όπως και άλλες εκδόσεις με έμφαση στα μητροπολιτικά κέντρα του αραβικού κόσμου. Για τον ίδιο η ένταση στην περιοχή δεν απειλεί μόνο την οικονομία του εμιράτου, αλλά και το εύθραυστο κοινωνικό συμβόλαιο πάνω στο οποίο χτίστηκε.
«Η πρόσφατη κλιμάκωση των εντάσεων στον Κόλπο αναπόφευκτα επηρεάζει το μοντέλο ανάπτυξης του Ντουμπάι», λέει στην «Κ» ο κ. Ελσεστάουι. «Για δεκαετίες, η πόλη άκμασε πάνω στην αντίληψη ότι ήταν ένα σταθερό και ασφαλές καταφύγιο όπου μπορούσε να σταθμεύσει το παγκόσμιο κεφάλαιο, ιδίως στον τομέα των ακινήτων. Μόλις αυτή η αντίληψη κλονιστεί, οι επενδυτές γίνονται πιο επιφυλακτικοί και η κερδοσκοπική κατασκευαστική δραστηριότητα είναι πιθανό να επιβραδυνθεί, αναγκάζοντας μια αναπροσαρμογή από την εξάρτηση από τις αγορές ακινήτων προς μια πιο πλουραλιστική οικονομία και πιο ανθεκτικά συστήματα υποδομών».
Η βαθύτερη πρόκληση, ωστόσο, έγκειται στον κοινωνικό τομέα, υποστηρίζει ο ίδιος, καθώς ο κοσμοπολιτισμός του Ντουμπάι βασίζεται σε μια λεπτή ισορροπία μεταξύ ενός μικρού ντόπιου πληθυσμού και ενός τεράστιου εργατικού δυναμικού από το εξωτερικό. «Σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης, τα κράτη συχνά αντιδρούν δίνοντας έμφαση στην εθνική ταυτότητα, η οποία μπορεί να εντείνει τις υπάρχουσες ανισότητες και τις κοινωνικές διαιρέσεις. Ταυτόχρονα, τα πρόσφατα γεγονότα πιθανότατα έχουν υπονομεύσει –ίσως σε μόνιμη βάση– την προσεκτικά καλλιεργημένη εικόνα του Ντουμπάι ως ενός παγκόσμιου κόμβου χωρίς τριβές, απομονωμένου από τις περιφερειακές αναταραχές και συγκρούσεις. Ωστόσο, η κρίση προσφέρει επίσης μια ευκαιρία: να επανεξετάσουμε την πορεία της πόλης, μεταβαίνοντας από ένα μοντέλο που καθοδηγείται από το θέαμα και την ταχεία ανάπτυξη σε κάτι διαφορετικό που θα βασίζεται στην ανθεκτικότητα, στην κοινωνική ένταξη και σε μια σαφέστερη αναγνώριση των γεωπολιτικών πραγματικοτήτων που τη διαμορφώνουν».
Σαν Ντίσνεϊλαντ
Βρίσκω την ευκαιρία και ρωτάω τον Γιάσερ Ελσεστάουι αν η παγκόσμια αντίληψη του Ντουμπάι ως μιας αστικής Ντίσνεϊλαντ στην έρημο παραβλέπει βαθύτερες δυναμικές που παραμένουν κρυμμένες στο παρασκήνιο. Εξάλλου ένα μεγάλο μέρος του συγγραφικού του έργου για το Ντουμπάι έχει επικεντρωθεί ακριβώς στην αποκάλυψη του πολυεπίπεδου κοινωνικού τοπίου της πόλης.
«Το Ντουμπάι έχει να επιδείξει ένα εξαιρετικά ποικιλόμορφο αστικό περιβάλλον που διαμορφώνεται από ανθρώπους από δεκάδες εθνικότητες και ένα ευρύ φάσμα κοινωνικοοικονομικών υποβάθρων. Σε γειτονιές, αγορές και λιγότερο προβεβλημένες οικιστικές ζώνες, οι κάτοικοι διαπραγματεύονται συνεχώς τη θέση τους στην ιδιόμορφη αστική συνθήκη, διεκδικώντας ένα ήσυχο, μετριοπαθές αλλά ουσιαστικό “δικαίωμα στην πόλη”. Συχνά μοχθούν να δημιουργήσουν μια αίσθηση του ανήκειν και της μονιμότητας σε ένα περιβάλλον που συχνά έχει σχεδιαστεί για να ελέγχεται αυστηρά και να ομογενοποιείται οπτικά. Η λαμπερή εικόνα των ουρανοξυστών, της πολυτελούς ανάπτυξης και του θεάματος είναι επομένως μόνο ένα επιφανειακό στρώμα – ένα στρώμα που οι Αρχές συχνά τονίζουν επειδή ευθυγραμμίζεται με την παγκόσμια εικόνα της πόλης. Ωστόσο, αυτή η εικόνα υπάρχει μόνο επειδή ένα τεράστιο εργατικό δυναμικό μεταναστών κατασκευάζει, συντηρεί και εξυπηρετεί αυτά τα περιβάλλοντα. Χωρίς αυτούς, το θέαμα θα έπαυε κυριολεκτικά να λειτουργεί την επόμενη μέρα. Οταν δίνουμε προσοχή σε αυτές τις καθημερινές αστικές πρακτικές, το Ντουμπάι αναδύεται όχι ως μια τεχνητή πόλη, αλλά ως μια πόλη που βιώνεται βαθιά και αποτελεί αντικείμενο διαρκούς διαπραγμάτευσης».

