Oταν οι αμερικανικές και ισραηλινές βόμβες έπληξαν την Τεχεράνη την 28η Φεβρουαρίου, ο ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου παραδέχθηκε ότι ένας πόλεμος με το Ιράν ήταν κάτι που «επιθυμούσε εδώ και 40 χρόνια». Η δήλωση αυτή επανέφερε, ωστόσο, ένα προφανές ερώτημα: Γιατί επέλεξε να κινηθεί τώρα;
Επί δεκαετίες ο Νετανιάχου προειδοποιούσε επανειλημμένα ότι το «παράθυρο» για να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν έκλεινε. Ωστόσο, μετά από τον πόλεμο των 12 ημερών πέρυσι, ο Τραμπ δήλωσε ότι τα αμερικανικά πλήγματα είχαν «εξαλείψει» το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, ενώ έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι η Τεχεράνη βρισκόταν κοντά στην κατασκευή πυρηνικού όπλου.
Το παράθυρο που έκλεινε αυτή τη φορά, σύμφωνα με τον αναλυτή Γιουσέφ Μουνέιερ, δεν είχε σχέση με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Συνδεόταν κυρίως με πολιτικές εξελίξεις στο Ισραήλ και στις ΗΠΑ.
Τον τελευταίο χρόνο, ο Νετανιάχου επισκέφθηκε τον Λευκό Οίκο έξι φορές – περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον ξένο ηγέτη. Η σχέση του με τον Τραμπ θεωρείται ιδιαίτερα στενή, κάτι που πολλοί αποδίδουν είτε σε προσωπικές σχέσεις των πολιτικών τους κύκλων είτε στην πολιτική σύμπλευση των δύο ηγετών.
Ωστόσο, η πολιτική συγκυρία που ευνόησε αυτήν τη συνεργασία μπορεί να είναι προσωρινή.
Στο Ισραήλ αναμένονται εκλογές το προσεχές φθινόπωρο, τον μήνα Οκτώβριο, οι πρώτες μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, κατά την οποία σκοτώθηκαν περίπου 1.200 άνθρωποι. Η ισραηλινή κοινωνία δεν είχε μέχρι τώρα την ευκαιρία να αποδώσει τις πολιτικές ευθύνες στην κάλπη.
Η θέση Νετανιάχου στις επόμενες εκλογές θεωρείται αβέβαιη. Ο Ισραηλινός νυν πρωθυπουργός δικάζεται, επίσης, για υποθέσεις διαφθοράς και μια ενδεχόμενη καταδίκη του θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε φυλάκιση. Σε αυτό το πλαίσιο, η στρατιωτική σύγκρουση μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο συσπείρωσης της ισραηλινής κοινωνίας γύρω από την κυβέρνησή του.
Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ είναι αντιμέτωπος με φθίνουσα δημοφιλία, ενώ πλησιάζουν και οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου για το Κογκρέσο.
Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν στις ΗΠΑ χαμηλή δημοτικότητα του πολέμου με το Ιράν και πιθανή απώλεια εδρών στο Κογκρέσο θα μπορούσε να περιορίσει τις επιλογές του Αμερικανού προέδρου.
Στην εξίσωση μπαίνει και η μεταβολή της αμερικανικής κοινής γνώμης. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Gallup, για πρώτη φορά περισσότεροι Αμερικανοί δηλώνουν ότι συμπαθούν τους Παλαιστινίους παρά τους Ισραηλινούς. Η τάση αυτή ενισχύθηκε μετά τον πόλεμο στη Γάζα και επηρεάζει ιδιαίτερα τις νεότερες γενιές που απομακρύνονται πολιτικά από το Ισραήλ.
Ο Νετανιάχου πιθανότατα εκτίμησε ότι δύσκολα θα ξαναδεί έναν πρόεδρο όπως ο Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Για τον ίδιο, η συγκυρία έμοιαζε μοναδική: Τώρα ή ποτέ.
Οι αλλεπάλληλες επισκέψεις του στον Λευκό Οίκο δεν έγιναν για λόγους τυπικής διπλωματίας καθώς ο στόχος του ήταν σαφής: Να εξασφαλίσει την αμερικανική συμμετοχή σε έναν πόλεμο με το Ιράν.
Αν η σύγκρουση λήξει σχετικά γρήγορα και χωρίς μεγάλο κόστος για το Ισραήλ, ο Νετανιάχου θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση του, να αποφύγει ακόμη και τις δικαστικές περιπέτειες που αντιμετωπίζει και να διατηρήσει την εξουσία μετά τις επόμενες εκλογές.
Οι συνέπειες όμως για την περιοχή ενδέχεται να είναι βαρύτερες. Η Μέση Ανατολή κινδυνεύει να βυθιστεί σε βαθύτερη αστάθεια, ενώ και τα αμερικανικά συμφέροντα μπορεί να υποστούν σημαντική ζημιά. Το οικονομικό και στρατηγικό κόστος θα βαρύνει τελικά τις ΗΠΑ.
Ο πόλεμος -κατά μία ειρωνεία της τύχης- ίσως αποδειχθεί εκείνος που θα επιφέρει το πιο σοβαρό πλήγμα στη σχέση ΗΠΑ – Ισραήλ.
Πηγή: Foreign Policy

