Σε ύψος-ρεκόρ έχουν φθάσει οι εξαγωγές της Γερμανίας σε όπλα, με την Ουκρανία να αναδεικνύεται ο μεγαλύτερος αποδέκτης τους. Η γερμανική αμυντική βιομηχανία γνωρίζει άνθηση και οι πωλήσεις ακόμη και σε περιοχές που θεωρούνταν αμφιλεγόμενες, δεν αποτελούν πλέον εξαίρεση, αλλά νέα κανονικότητα.
Σύμφωνα με απάντηση της κυβέρνησης σε σχετική κοινοβουλευτική ερώτηση της Αριστεράς, την οποία δημοσιεύει η «Rheinische Post», το 2025 η Γερμανία ενέκρινε εξαγωγές όπλων αξίας 13,11 δισεκατομμυρίων ευρώ, το υψηλότερο ποσό που έχει καταγραφεί ποτέ.
Ενδεικτικά, το 2024 η συνολική αξία των μεμονωμένων αδειών εξαγωγής ήταν 12,83 δισεκατομμύρια ευρώ. Επρόκειτο και τότε για ιστορικό υψηλό επίπεδο. Στην απάντηση της κυβέρνησης διευκρινίζεται πάντως ότι τα 13,11 δισεκατομμύρια ευρώ δεν αφορούν παραδόσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, αλλά μόνο τις αντίστοιχες άδειες οι οποίες έχουν εκδοθεί.
Θεωρούνται ωστόσο πολιτικός δείκτης, καθώς κάθε άδεια αποκαλύπτει σε ποιες χώρες σκοπεύει η Γερμανία να προμηθεύσει συγκεκριμένα οπλικά συστήματα στο μέλλον.
Ο μεγαλύτερος αποδέκτης ήταν για άλλη μια φορά η Ουκρανία, ενώ ένα σημαντικό μέρος των αδειών αφορά εταίρους της Ευρωπαϊκής Eνωσης και του ΝΑΤΟ, καθώς και χώρες με «ανάλογο» καθεστώς, όπως η Ελβετία.
Μεταξύ των πέντε σημαντικότερων αποδεκτών, εκτός από την Ουκρανία, ήταν η Νορβηγία, η Σουηδία, η Τουρκία και η Σιγκαπούρη. Εκτεταμένες παραδόσεις εγκρίθηκαν επίσης για τη Μέση Ανατολή, με το Ισραήλ να λαμβάνει δεσμεύσεις αξίας περίπου 201 εκατομμυρίων ευρώ και το Κατάρ περίπου 194 εκατομμυρίων ευρώ.
Οι νέες γεωπολιτικές συνθήκες ενισχύουν όμως εμφανώς τον ρόλο της χώρας ως παγκόσμιου εξαγωγέα όπλων. «Αυτό δηλαδή που κάποτε ξεκίνησε ως εξαίρεση κατά τη διάρκεια της κρίσης στην Ουκρανία, γίνεται ολοένα και περισσότερο η νέα κανονικότητα στη γερμανική πολιτική εξαγωγών», επισημαίνει η εφημερίδα.
Είναι ενδεικτικό ότι σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του σουηδικού Ινστιτούτου SIPRI, η Γερμανία –λόγω κυρίως της στήριξης προς την Ουκρανία– είναι για την περίοδο 2021-2025 ο τέταρτος εξαγωγέας όπλων στον κόσμο, πίσω από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και τη Ρωσία, εκτοπίζοντας μάλιστα την Κίνα στην πέμπτη θέση.
Με πληροφορίες του ΑΠΕ

