Αποστάσεις από τις συνεχιζόμενες αμερικανο-ισραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν φαίνεται πως παίρνει η Τζόρτζια Μελόνι, μετά την αρχική «ασαφή» στάση που είχε υιοθετήσει στο ξεκίνημα της σύγκρουσης.
Η πρωθυπουργός της Ιταλίας εξέφρασε σήμερα την πιο έντονη μέχρι στιγμής διαφωνία της για τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, περιγράφοντας τη στρατιωτική εκστρατεία που εξελίσσεται στη Μέση Ανατολή ως μέρος μιας αυξανόμενης τάσης παρεμβάσεων «εκτός του πλαισίου του διεθνούς δικαίου».
Η απότομη αυτή αλλαγή, ειδικά λόγω της φήμης της ως μίας από τις πιο αξιόπιστες συμμάχους του Τραμπ στην Ευρώπη, αντανακλά τις πιέσεις που δέχεται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι αεροπορικές επιδρομές στο Ιράν αποδείχθηκαν εξαιρετικά αντιδημοφιλείς στην Ιταλία, όπου η κοινή γνώμη διαφωνεί σε μεγάλο βαθμό με την προοπτική να εμπλακεί η χώρα σε μία ακόμα σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Και με ένα πολιτικά ευαίσθητο δημοψήφισμα για τις δικαστικές μεταρρυθμίσεις να πλησιάζει, η Μελόνι προσπαθεί να διατηρήσει μία ισορροπία ανάμεσα στη διατήρηση των διατλαντικών συμμαχιών της και τις εσωτερικές πιέσεις.
Η Μελόνι ενώνει τώρα τη φωνή της με άλλους ηγέτες της Ε.Ε., όπως τον Ισπανό πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ, τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν και τον Ολλανδό πρωθυπουργό Ρομπ Γιέτεν, οι οποίοι επικρίνουν τις επιθέσεις κατά του Ιράν.
Στις δηλώσεις της, η Ιταλίδα πρωθυπουργός καταδίκασε ως «σφαγή» τη βομβιστική επίθεση σε σχολείο θηλέων στο Ιράν που στοίχισε τη ζωή τουλάχιστον σε 168 ανθρώπους, ζητώντας να αποδοθούν άμεσα ευθύνες. Πολλά διεθνή μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι το σχολείο πιθανότατα χτυπήθηκε από αμερικανικό πύραυλο.
Επίσης, προσπάθησε να συγκρίνει τη στάση της σχετικά με τις κοινές αμερικανο-ιταλικές βάσεις με εκείνη του Σάντσεθ, ο οποίος καταδίκασε ανοιχτά τον πόλεμο και έτυχε επαίνων από την ιταλική αντιπολίτευση.
Το ενδεχόμενο οι αμερικανικές δυνάμεις να χρησιμοποιήσουν κοινές βάσεις στην Ιταλία για να υποστηρίξουν επιθέσεις κατά του Ιράν έχει καταστεί ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο εσωτερικό ζήτημα. Η Μελόνι έχει επιμείνει ότι οι βάσεις χρησιμοποιούνται μόνο για λογιστικούς και τεχνικούς σκοπούς βάσει συμφωνιών που υπογράφηκαν τη δεκαετία του 1950, και όχι για επιθέσεις, καθώς η χρήση ιταλικών αεροπορικών βάσεων για στρατιωτικούς σκοπούς θα απαιτούσε ρητή έγκριση από το κοινοβούλιο.

