Κρίσιμο τεστ πριν από την κρισιμότατη προεδρική μάχη του 2027 αποτελούν οι δημοτικές εκλογές, που είναι προγραμματισμένες να πραγματοποιηθούν τις δύο επόμενες Κυριακές (15 και 22 Μαρτίου) στη Γαλλία. Μέσα από αυτή τη διαδικασία θα αναδειχθούν οι δήμαρχοι και τα δημοτικά συμβούλια σε σχεδόν 35.000 περιοχές, από μεγάλες πόλεις μέχρι και μικρά χωριά, με τα αποτελέσματα να αποτελούν βαρόμετρο για την πραγματική ισχύ των κομμάτων σε τοπικό επίπεδο πριν από τις μεγάλες προεδρικές κάλπες της επόμενης χρονιάς.
Το πρακτορείο Reuters επισημαίνει σε ανάλυσή του ότι οι δήμαρχοι θεωρούνται από τους πιο αξιόπιστους πολιτικούς θεσμούς στη Γαλλία, καθώς βρίσκονται πιο κοντά στα καθημερινά ζητήματα των πολιτών. Παράλληλα, τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών συχνά επηρεάζουν και τη δυναμική σε εθνικό επίπεδο και δείχνουν ποια θέματα απασχολούν περισσότερο τους ψηφοφόρους, ιδιαίτερα όταν η αναμέτρηση γίνεται περίπου έναν χρόνο πριν από προεδρικές εκλογές.
Η Εθνική Συσπείρωση (RN) της Μαρίν Λεπέν και του Ζορντάν Μπαρντελά αντιμετωπίζει αυτές τις δημοτικές εκλογές ως σημαντικό βήμα για την ενίσχυση της πολιτικής της βάσης πριν από το 2027. Παρότι κατέγραψε σημαντικά ποσοστά στις εθνικές εκλογές, το κόμμα δυσκολεύεται διαχρονικά να εδραιωθεί σε τοπικό επίπεδο. Σε αυτή τη φάση ελπίζει να διατηρήσει τους δήμους που ήδη ελέγχει και να επεκταθεί σε μεγαλύτερα αστικά κέντρα, παρουσιάζοντας περίπου 650 ψηφοδέλτια – πολύ περισσότερα από ό,τι σε προηγούμενες αναμετρήσεις.
Η δύναμη της Ακροδεξιάς
Σήμερα, μόλις δώδεκα δήμαρχοι στη Γαλλία ανήκουν ή υποστηρίζονται από το κόμμα RN, ενώ η μοναδική πόλη άνω των 100.000 κατοίκων που διοικεί είναι το Περπινιάν. Κεντρικό ερώτημα θα είναι επίσης οι συμμαχίες μεταξύ πρώτου και δεύτερου γύρου. Η παραδοσιακή απομόνωση της Ακροδεξιάς από τα υπόλοιπα κόμματα ενδέχεται να αμφισβητηθεί, καθώς ορισμένοι παράγοντες της συντηρητικής Δεξιάς εμφανίζονται πιο ανοικτοί σε συνεργασίες.
Η RN ποντάρει σε αυτές τις κάλπες, πράγμα που φαίνεται και από το γεγονός ότι 33 από τους 119 βουλευτές της είναι υποψήφιοι στις δημοτικές εκλογές.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, βέβαια, το Παρίσι. Η γαλλική πρωτεύουσα διοικείται από σοσιαλιστή δήμαρχο από το 2001, ενώ στις επερχόμενες εκλογές αναμένεται σκληρή αναμέτρηση ανάμεσα στους υποψηφίους της Αριστεράς, της συντηρητικής Δεξιάς και του κεντρώου στρατοπέδου το οποίο συνδέεται με τον πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν.
Η προερχόμενη από τους Σοσιαλιστές Αν Ινταλγκό, δήμαρχος του Παρισιού από το 2014, έχει ανακοινώσει ήδη από το 2024 ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσει νέα, τρίτη θητεία στη δημαρχία. Για τη θέση της αναμένεται να κονταροχτυπηθούν, μεταξύ άλλων, ο Εμανουέλ Γκρεγκουάρ, η Ρασιντά Ντατί, η Σοφία Σικίρου, ο Πιερ-Ιβ Μπουρναζέλ και η Σαρά Κναφό.
Αναλυτές θεωρούν ότι η μάχη θα είναι αμφίρροπη, με τους βασικούς διεκδικητές να προέρχονται από τους Σοσιαλιστές (Γκρεγκουάρ) και τους Ρεπουμπλικανούς (Ντατί), ενώ οι σύμμαχοι του Μακρόν επιδιώκουν να ενισχύσουν την παρουσία τους στην πρωτεύουσα, όπου μέχρι σήμερα διαθέτουν περιορισμένη τοπική δύναμη.
Η Μασσαλία αποτελεί, επίσης, ένα από τα βασικά πεδία αντιπαράθεσης. Η πόλη θεωρούνταν για χρόνια προπύργιο της Δεξιάς, όμως το 2020 πέρασε στον έλεγχο της Αριστεράς, γεγονός που την καθιστά στόχο για όλα τα μεγάλα κόμματα, συμπεριλαμβανομένης της RN. Το κόμμα επιχειρεί επίσης να ενισχύσει την παρουσία του στην Τουλόν, πόλη περίπου 180.000 κατοίκων στη νότια Γαλλία, την οποία είχε διοικήσει την περίοδο 1995-2001, όταν ακόμη ονομαζόταν Εθνικό Μέτωπο.
Στο μεταξύ, κόμματα της Κεντροαριστεράς, που είχαν καταγράψει σημαντικές επιτυχίες στις δημοτικές εκλογές του 2020, εμφανίζονται σήμερα αποδυναμωμένα σε εθνικό επίπεδο. Θα δοκιμαστεί η ικανότητά τους να διατηρήσουν πόλεις όπως η Ναντ και το Μονπελιέ που ελέγχουν οι Σοσιαλιστές, καθώς και η Λυών και το Στρασβούργο όπου κυριαρχούν οι Πράσινοι.
Η ριζοσπαστική Αριστερά της Ανυπότακτης Γαλλίας επιδιώκει να ενισχύσει την παρουσία της, ιδιαίτερα στην περιοχή Σεν Ντενί γύρω από το Παρίσι, όπου διαθέτει αρκετούς βουλευτές.
Οι συντηρητικοί Ρεπουμπλικανοί, αν και αποδυναμώθηκαν στις πρόσφατες εθνικές εκλογές, διατηρούν παραδοσιακά ισχυρή παρουσία σε δημοτικές Αρχές και αναμένεται να παραμείνουν σημαντικός παράγοντας. Οι σύμμαχοι του Μακρόν ελέγχουν σχετικά λίγους δήμους, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες μιας εκτεταμένης ψήφου διαμαρτυρίας κατά της κυβέρνησης.
Ιδιαίτερη προσοχή συγκεντρώνει και η μικρή πόλη Μεντόν στη Γαλλική Ριβιέρα. Εκεί είναι υποψήφιος ο Λουί Σαρκοζί, γιος του πρώην προέδρου Νικολά Σαρκοζί, ο οποίος έχει υιοθετήσει ρητορική εμπνευσμένη από τον Τραμπ.
Οι δημοτικές εκλογές στη Γαλλία είναι δύσκολο να προβλεφθούν επειδή πρόκειται ουσιαστικά για χιλιάδες ξεχωριστές αναμετρήσεις. Το εκλογικό σύστημα συμβάλλει επίσης στην αβεβαιότητα των αποτελεσμάτων. Αν ένα ψηφοδέλτιο λάβει απόλυτη πλειοψηφία στον πρώτο γύρο, κερδίζει απευθείας τον δήμο. Αν όχι, στον δεύτερο γύρο περνούν οι λίστες που συγκέντρωσαν τουλάχιστον 10%, ενώ εκείνες με ποσοστό άνω του 5% μπορούν να συγχωνευθούν με μεγαλύτερα ψηφοδέλτια. Το σύστημα αυτό συχνά οδηγεί σε τριμερείς ή τετραμερείς αναμετρήσεις στον δεύτερο γύρο.
Η προεκλογική περίοδος επηρεάστηκε από τη δολοφονία του ακροδεξιού ακτιβιστή Κεντάν Ντεράνκ τον Φεβρουάριο, ο οποίος ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου σε συμπλοκή με άτομα που φέρονται να ανήκουν στην Ακροαριστερά.
