Lukoil: Η κατάρρευση ενός ενεργειακού κολοσσού

Η εταιρεία έχει ήδη χάσει σχεδόν το ήμισυ της αγοραίας αξίας της από το υψηλότερο σημείο της το 2020

2' 59" χρόνος ανάγνωσης

Η διαδικασία πώλησης των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής Lukoil σφραγίζει οριστικά το τέλος μιας φιλόδοξης στρατηγικής που ξεκίνησε πριν από δύο δεκαετίες. Η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να επιβάλει κυρώσεις στον ρωσικό πετρελαϊκό γίγαντα τον περασμένο Οκτώβριο –παρά την παράταση στην προθεσμία πώλησης έως την 1η Απριλίου ως μέσο πίεσης προς το Κρεμλίνο για την ειρήνη στην Ουκρανία– υπήρξε το τελειωτικό χτύπημα στο παγκόσμιο όραμα του ιδρυτή της εταιρείας, Βάγκιτ Αλεκπέροφ.

Η Lukoil, που αποτελούσε κάποτε την αιχμή του δόρατος της ρωσικής οικονομίας για τη διείσδυση στη Δύση, μετατρέπεται πλέον από έναν παγκόσμιο ενεργειακό παίκτη σε έναν εσωστρεφή εγχώριο παραγωγό, με τεράστιες απώλειες σε κέρδη και χρηματιστηριακή αξία. Η εταιρεία έχει ήδη χάσει σχεδόν το ήμισυ της αγοραίας αξίας της από το υψηλότερο σημείο της το 2020 και τώρα αξίζει σχεδόν 50 δισ. δολάρια.

Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε ουσιαστικά το 2014, αμέσως μετά την προσάρτηση της Κριμαίας. Ενώ ο Βλαντιμίρ Πούτιν είχε προειδοποιήσει τους Ρώσους μεγιστάνες να ρευστοποιήσουν τα περιουσιακά στοιχεία τους στο εξωτερικό, διαφορετικά θα διακινδυνεύσουν την κατάσχεσή τους, ο Αλεκπέροφ επέλεξε τον δρόμο της αντίστασης στις παραινέσεις του Κρεμλίνου.

Ηταν πεπεισμένος ότι το μέγεθος και η σημασία της Lukoil για το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα θα λειτουργούσαν ως «ασπίδα» κατά των κυρώσεων, όμως διαψεύστηκε.

Παρά το γεγονός ότι η στρατηγική του άντεξε για πάνω από δέκα χρόνια, οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις και η αλλαγή στάσης των ΗΠΑ κατέστησαν τη διεθνή δραστηριότητα της εταιρείας αδύνατη, οδηγώντας σε μια μαζική πώληση χαρτοφυλακίου σε περίπου 30 χώρες, υπό την επίβλεψη του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών. Η Lukoil υποχρεώνεται να πουλήσει λόγω των αμερικανικών κυρώσεων διεθνή περιουσιακά στοιχεία αξίας περίπου 22 δισ. δολαρίων, από κοιτάσματα πετρελαίου και διυλιστήρια μέχρι πρατήρια καυσίμων από το Ιράκ έως τη Φινλανδία, προσελκύοντας έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον.

Μεταξύ των ενδιαφερομένων βρίσκονται μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι, όπως η ExxonMobil, επενδυτικά κεφάλαια, όπως το Carlyle Group, καθώς και εταιρείες από τη Μέση Ανατολή. Σε προχωρημένες συνομιλίες φέρεται επίσης να βρίσκεται κοινοπραξία της Chevron με την Quantum Capital Group, χωρίς ωστόσο να έχει επιτευχθεί ακόμη συμφωνία.

Η περίπτωση της Lukoil αντικατοπτρίζει την ευρύτερη κατάρρευση των ρωσικών επενδύσεων, οι οποίες την περίοδο 2000-2021 ανήλθαν στο αστρονομικό ποσό των 800 δισ. δολαρίων. Ηταν μια εποχή που τα ρωσικά κεφάλαια αγόραζαν τα πάντα, από διυλιστήρια και χαλυβουργεία μέχρι εμβληματικές αθλητικές ομάδες και πολυτελή ακίνητα στην Ευρώπη και στην Αμερική. Την περίοδο εκείνη οι λεγόμενοι ολιγάρχες –με επικεφαλής τους μεγιστάνες των μετάλλων Aλεξέι Μορντάσοφ, Ολεγκ Ντεριπάσκα, Αλισέρ Ουσμάνοφ και Ρομάν Αμπράμοβιτς– πήραν τη θέση τους στην παγκόσμια ελίτ με γιοτ και βίλες σε περιοχές όπως η Γαλλική Ριβιέρα και η Σαρδηνία της Ιταλίας.

Σήμερα έχουν όλοι τους εξαφανιστεί από το προσκήνιο και αυτό το κύμα εκροών έχει στερέψει, με τις συνολικές επενδύσεις της Ρωσίας στο εξωτερικό να έχουν συρρικνωθεί δραματικά. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι πέρυσι οι συνολικές ρωσικές επενδύσεις στο εξωτερικό ανήλθαν σε μόλις 193 δισ. δολάρια, σύμφωνα με στοιχεία της κεντρικής τράπεζας. 

Για τους Ρώσους ιθύνοντες, όπως ο επικεφαλής της κρατικής τράπεζας VTB Αντρέι Κοστίν, η ζημιά που προκλήθηκε στις σχέσεις με τη Δύση δεν θα ξεχαστεί εύκολα. Η ρωσική επιχειρηματικότητα αναγκάζεται πλέον να στρέψει το βλέμμα της προς τον παγκόσμιο Νότο και τις αναδυόμενες αγορές της Ασίας, αναζητώντας πιο προβλέψιμα περιβάλλοντα, καθώς η πόρτα της Δύσης παραμένει ερμητικά κλειστή, τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ έσπευσε να καταδικάσει την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν σε ρωσικές εταιρείες. «Οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας στις δυτικές χώρες υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στην αξιοπιστία αυτών των χωρών, όχι μόνο για τις ρωσικές επιχειρήσεις που επηρεάζονται από τις κυρώσεις, αλλά και για τις επιχειρήσεις σε άλλες χώρες», δήλωσε στο Reuters.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT