Η Ρωσία είναι αδύναμη. Αν κάποιος χρειαζόταν και άλλες ενδείξεις για το πόσο πολύ έχει υποχωρήσει η Ρωσία, αυτές βρίσκονται στην ανεμπόδιστη, πλήρους ισχύος, συνεχιζόμενη αμερικανική αεροπορική και ναυτική επίθεση στο Ιράν. Οι πελάτες, οι σύμμαχοι και οι φίλοι της Ρωσίας πέφτουν ο ένας μετά τον άλλον. Το Ιράν είναι ο τελευταίος στόχος. Η Συρία και η Βενεζουέλα ήταν το προοίμιο. Το Ιράν είναι υπόθεση άλλου μεγέθους. Ο Μπασάρ αλ Ασαντ δεν είχε πού να στραφεί όταν το καθεστώς του κατέρρεε. Ο Μαδούρο μπορούσε να βασίζεται μόνο στις κουβανικές ομάδες προσωπικής ασφάλειας. Οποιαδήποτε αμερικανική ενέργεια στο παρελθόν δεν θα είχε επιχειρηθεί όσο η Ρωσία παρέμενε πιθανός παίκτης και προστάτης.
Η Ρωσία και το Ιράν (μαζί με μια αμήχανη και διεφθαρμένη Κίνα) υποτίθεται ότι θα στήριζαν τους φίλους τους στην Τεχεράνη. Το Ιράν, η Ρωσία και η Κίνα υπέγραψαν πριν από λιγότερο από ένα μήνα 20ετή συνθήκη συνολικής στρατηγικής εταιρικής σχέσης. Το μελάνι δεν έχει ακόμη στεγνώσει σε αυτό το σύμφωνο και ήδη φαίνεται ετοιμοθάνατο. Αυτό στέλνει μήνυμα στους πληρεξουσίους και φίλους της Ρωσίας και της Κίνας: Μην υπολογίζετε στη Μόσχα ή στο Πεκίνο.
Το ερώτημα για το πώς ορίζεται η επιτυχία είναι κρίσιμο. Είναι η αλλαγή καθεστώτος; Είναι η υποβάθμιση και καταστροφή –«εξάλειψη», κατά τον Τραμπ– όλων των πυρηνικών δυνατοτήτων προς το παρόν και για το άμεσο μέλλον; Και τα δύο αυτά αποτελέσματα θα έπρεπε να γίνουν δεκτά τόσο από τους περιφερειακούς παίκτες της Μέσης Ανατολής όσο και από όλους στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Το επόμενο ερώτημα είναι: Με ποιο κόστος;
Πριν απαντηθεί αυτό το ερώτημα, είναι σημαντικό να εξετάσουμε πώς οι ΗΠΑ έφτασαν στο σημείο όπου ο πρόεδρος μπορούσε μονομερώς –και χωρίς έγκριση του Κογκρέσου ή βάσει του War Powers Act– να ενισχύσει, να οργανώσει και να αναπτύξει μια τόσο συντριπτική επίδειξη ισχύος για να επιτεθεί στο Ιράν.
Πώς; Ο Τραμπ έχει αναλάβει απόλυτες πολεμικές εξουσίες. Υπάρχουν τρεις διαρθρωτικοί λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό. Πρώτον, το Κογκρέσο έχει εγκαταλείψει τις αρμοδιότητές του με τα χρόνια. Δεν ανακάλεσε την Εξουσιοδότηση για Χρήση Στρατιωτικής Δύναμης (AUMF) κατά τη διάρκεια της διοίκησης Μπάιντεν, όταν είχε την ευκαιρία. Επιπλέον, το Κογκρέσο λειτουργεί σαν «σκυλάκι» υπό τον πρόεδρο της Βουλής Μάικ Τζόνσον, με τους Ρεπουμπλικανούς βουλευτές να φοβούνται τη σκιά τους, αλλά και μία ήττα στις εκλογές.
Δεύτερον, ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο με ένα πλήρως διαμορφωμένο και εκτελέσιμο σχέδιο για να καταστήσει την προεδρία του αυτοκρατορική. Πιθανότατα αισθάνεται επίσης την άμμο του χρόνου να τρέχει γρήγορα στην κλεψύδρα της προεδρίας του. Υπάρχουν πολλοί παράγοντες γι’ αυτό: Ηταν η απόπειρα δολοφονίας; Η ηλικία του; Η γνώση ότι σε λίγους μήνες, με τις εκλογές του Νοεμβρίου 2026 που ευνοούν τους Δημοκρατικούς, μετατρέπεται σε απερχόμενο πρόεδρο; Η ικανότητά του να «οσμίζεται» την αδυναμία της Ρωσίας και την επιφυλακτικότητα της Κίνας; Ή μήπως είναι απλώς μια απερίσκεπτα ριψοκίνδυνη προσωπική προσέγγιση σε όλα, μικρά και μεγάλα, με ελάχιστη έως καθόλου ανησυχία για πιθανές σοβαρές συνέπειες, επειδή πιστεύει ότι μπορεί πάντα να διαμορφώσει το αφήγημα ώστε να εμφανίζεται ως νίκη;
Τέλος, το αμερικανικό δικαστικό σύστημα δεν μπορεί και δεν θα προλάβει την επίκληση εκτελεστικής εξουσίας, επίσης δεν είναι κατάλληλα εξοπλισμένο για να διαχειριστεί το ερώτημα ποιος είναι εξουσιοδοτημένος να κηρύξει πόλεμο σε στιγμές «άμεσης απειλής».
Το αποτέλεσμα: Ο πρόεδρος μπορεί να ενεργεί χωρίς περιορισμούς και με ατιμωρησία. Αυτό είναι το διαρθρωτικό μέρος της εξίσωσης, ακόμη και αν μέλη του Κογκρέσου προσπαθούν τώρα, άτολμα, να ασκήσουν κάποια εξουσία και εποπτεία σχετικά με την ενέργεια στο Ιράν.
Στη συνέχεια, το προσωπικό και το πολιτικό: Υπάρχει λόγος που και στις δύο διοικήσεις Τραμπ τα πρώτα του ταξίδια στο εξωτερικό ήταν στη Σαουδική Αραβία και που οι προσωπικές του εξωτερικές πολιτικές επαφές ήταν με το Ισραήλ. Με απλά λόγια: πετρέλαιο, ψήφοι στη Φλόριντα και προσωπικό οικογενειακό κέρδος. Κατάρριψε ή εξουδετέρωσε το Ιράν και εξασφάλισε και τα τρία. Τέλος, τα αποτελέσματα: Πρόκειται για κίνηση «win win» για εκείνον.
Σενάριο πρώτης νίκης: Καταφέρνει να ρίξει το απεχθές, βίαιο και εγκληματικό ιρανικό καθεστώς με μια τολμηρή, υψηλού ρίσκου, αμείλικτη στρατιωτική ενέργεια και ακόμη και με παρατεταμένο πόλεμο (σε συνεργασία με το Ισραήλ και με επίπεδο συντονισμού με τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, τα ΗΑΕ και την Τουρκία) χωρίς αμερικανικά στρατεύματα στο έδαφος, αλλά με κάποιο αναμενόμενο και αποδεκτό επίπεδο αμερικανικών απωλειών. Η επιτυχία θα έδειχνε ότι η προσέγγισή του υψηλού ρίσκου – υψηλής ανταμοιβής μπορεί να τον καταστήσει πολεμικό ήρωα. Μπορεί να οραματίζεται ένα κύμα λαϊκής υποστήριξης, παρελάσεις, διακρίσεις και περισσότερα διεθνή βραβεία, ενώ θα στέλνει σαφές μήνυμα στους αντιπάλους, εξαναγκάζοντάς τους να υποκύψουν σε μελλοντικά «διαπραγματευτικά» τελεσίγραφα.
Σενάριο δεύτερης νίκης: Ολα θα μπορούσαν να πάνε τρομερά στραβά. Μαζικές απώλειες στρατευμάτων, επιθέσεις σε συμμάχους και φίλους και σε αμερικανικές βάσεις παγκοσμίως. Μια σειρά τρομοκρατικών αντιποίνων στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Τα πράγματα εκτροχιάζονται. Πώς είναι αυτό νίκη γι’ αυτόν; Ο πρόεδρος κηρύσσει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης στην Αμερική. Οχι στρατιωτικό νόμο, αλλά αυστηρό περιορισμό που δίνει στις πιεζόμενες δυνάμεις εσωτερικής ασφάλειας (δοκιμάστε τώρα να τα βάλετε με την ICE) ευρύτερη ανάπτυξη της Εθνοφρουράς σε μέρη όπως η Μινεσότα και το Μίσιγκαν, και οπουδήποτε υπάρχουν οργανωμένες διαμαρτυρίες κατά ομοσπονδιακών κτιρίων και προσωπικού. Το σημαντικότερο, πιθανή καταστολή –ή ακόμη, Θεός φυλάξοι, ακύρωση– των ενδιάμεσων εκλογών λόγω εκλογικής «αστάθειας», που μπορεί να προκύψει σε περίοδο που απαιτεί εθνική συναίνεση και επίκληση και εφαρμογή πολεμικών εξουσιών. Ναι, αυτό είναι το χειρότερο σενάριο. Σαφώς, ο Τραμπ θα προτιμούσε την πρώτη νίκη από τη δεύτερη, αλλά, τέλος πάντων, έριξε τα ζά-ρια και έκανε τον υπολογισμό.
* Ο κ. Μάρκος Κουναλάκης, PhD, είναι επισκέπτης ερευνητής στο Hoover Institution. Διδάσκει πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ.

