«Πρόκειται για την πιο σημαντική υπόθεση του αιώνα ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου;». Αυτός ήταν ο τίτλος της στήλης του Ντέιβιντ Φρεντς, συντηρητικού αρθρογράφου των New York Times, στον απόηχο της απόφασης των δικαστών, με πλειοψηφία 6-3, να κηρύξουν αντισυνταγματικούς τους δασμούς που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ βάσει του Νόμου περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Eκτακτης Ανάγκης (γνωστό με ακρωνύμιο IEEPA) – της πλειονότητας, δηλαδή των δασμολογικών επιβαρύνσεων που θεσμοθέτησε, χωρίς την εμπλοκή του Κογκρέσου, μέσα στο 2025.
Η αντίδραση του Τραμπ ήταν αναμενόμενα ψύχραιμη. Χαρακτήρισε «επαίσχυντη» την απόφαση του Δικαστηρίου και είπε ότι ντρέπεται για λογαριασμό των δικαστών που την υποστήριξαν. Είπε ότι πρόκειται για «ανόητους και υπάκουα σκυλάκια», «πολύ αντιπατριώτες» και πιθανότατα υπό την επιρροή «ξένων συμφερόντων». Αργότερα το ίδιο βράδυ (στις 20 Φεβρουαρίου) ανακοίνωσε οριζόντιους δασμούς 10% κατά πάντων – και την επόμενη ημέρα, χωρίς να εξηγήσει γιατί, είπε ότι θα τους αυξήσει στο 15%. Τελικά, την Τρίτη επιβλήθηκαν επιβαρύνσεις 10%, με την αύξηση στο 15% (τον μέγιστο επιτρεπόμενο συντελεστή υπό τη συγκεκριμένη νομοθεσία) να αναστέλλεται, τουλάχιστον προς το παρόν.
Παρότι πρόκειται για «τεράστια νίκη για το κράτος Δικαίου», η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου «δεν θα σταματήσει την επιθετικότητα του Τραμπ στο πεδίο των δασμών», σχολιάζει στην «Κ» ο Μορίς Ομπστφελντ, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ και πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Την ίδια μέρα που επιβλήθηκαν οι νέοι δασμοί, ο Τραμπ εκφώνησε ενώπιον της ολομέλειας του Κογκρέσου την ετήσια προεδρική ομιλία για την Κατάσταση της Ενωσης. Στις δύο σχεδόν ώρες που διήρκεσε, βρήκε πολλά να πει για τα οικονομικά επιτεύγματα του πρώτου χρόνου της δεύτερης θητείας, πολλά παραπλανητικά ή ευθέως ψευδή. Δεν αφιέρωσε ούτε ένα μικρό απόσπασμα στο οποίο να αναγνωρίζει τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν ολοένα και περισσότεροι Αμερικανοί – ούτε κατέθεσε προτάσεις για την αντιμετώπιση του κόστους ζωής στα πεδία όπου το πρόβλημα είναι πιο επιτακτικό, όπως η στέγαση και η ιατροφαρμακευτική ασφάλιση.
Συνταγματικά ζωτική
Η απόφαση ακύρωσης των δασμών, την οποία προσυπέγραψαν με διαφορετικό σκεπτικό τρεις συντηρητικοί (συμπεριλαμβανομένων και δύο διορισμένων από τον Τραμπ) και τρεις προοδευτικοί δικαστές, ήταν ζωτικής σημασίας από συνταγματική άποψη. Ο Φρεντς το περιέγραψε ως εξής: «Το δικαστήριο μπλόκαρε μία μνημειώδη απόπειρα διεύρυνσης της προεδρικής εξουσίας, τόσο μεγάλης και τολμηρής που απειλούσε τα θεμέλια του συνταγματικού μας συστήματος».
Στην καρδιά της απόπειρας βρίσκεται η φορολογική εξουσία, η οποία το Σύνταγμα σαφώς (άρθρο 1, παράγραφος 8) ορίζει ότι ανήκει στο Κογκρέσο. Ο επικεφαλής ανώτατος δικαστής, Τζον Ρόμπερτς, βασίζει μέρος του σκεπτικού της πλειοψηφίας στο «δόγμα περί μείζονων εξουσιών» (οι προοδευτικοί δικαστές δεν συμπαρατάχτηκαν μαζί του σε αυτό) για να ισχυριστεί ότι η εξαιρετικά ευρεία εξουσία την οποία διεκδικεί ο πρόεδρος Τραμπ – «να επιβάλλει δασμούς απεριόριστου ύψους και διάρκειας, σε οποιοδήποτε προϊόν από οποιαδήποτε χώρα» – δεν μπορεί να προκύψει από τις διατυπώσεις του IEEPA. Αν το Κογκρέσο ήθελε να δώσει στην προεδρία αυτήν την εξουσία, σύμφωνα με τον Ρόμπερτς, θα το είχε εκφράσει με σαφήνεια.
Οπως εξηγεί στην «Κ» ο Ντέιβιντ Σούπερ, καθηγητής Νομικής και Οικονομικών στο Georgetown: «Από συνταγματική άποψη, η απόφαση επιβεβαιώνει μετριοπαθώς τον ρόλο του Ανώτατου Δικαστηρίου στον περιορισμό της προεδρικής εξουσίας (και καλεί το Κογκρέσο να κάνει το ίδιο)». Σε φυσιολογικούς καιρούς, σημειώνει ο Σούπερ, η ήττα του προέδρου σε μια υπόθεση όπου βασιζόταν σε μία «τόσο προφανώς αβάσιμη νομική θεωρία» δεν θα ήταν είδηση. «Αλλά δεδομένου του πόσο μακριά έχει φτάσει η συντηρητική υπερ-πλειοψηφία του Δικαστηρίου για να εξυπηρετήσει τις παράνομες ενέργειές του τον περασμένο χρόνο, ορισμένοι είχαν αναρωτηθεί αν ήταν σε θέση να του αντισταθεί σε κάτι σημαντικό».
Η υπόθεση, ωστόσο, παρατηρεί ο έμπειρος καθηγητής του Georgetown –όπως και αυτή που αφορά την προσπάθεια του Τραμπ να απολύσει τη Λίζα Κουκ από το Συμβούλιο Διοικητών της Federal Reserve– «είναι ασυνήθιστη με την έννοια ότι ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα αντιτίθενται στον πρόεδρο. Ο Τζον Ρόμπερτς είναι απόλυτα ταγμένος υπέρ των συμφερόντων των επιχειρήσεων και τα έχει ευνοήσει έναντι του προέδρου και στο παρελθόν, όταν οι θέσεις τους συγκρούστηκαν».
Προστατευτισμός με άλλα μέσα
Οι δασμοί που ισχύουν από την περασμένη Τρίτη, που βασίζονται στο άρθρο 122 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974, πρέπει να εγκριθούν από το Κογκρέσο εντός 150 ημερών, διαφορετικά θα ακυρωθούν. Είναι η πρώτη φορά που επιστρατεύεται η συγκεκριμένη διάταξη –που βασίζεται στην ύπαρξη «μεγάλων και σοβαρών ελλειμμάτων του ισοζυγίου πληρωμών των Ηνωμένων Πολιτειών» και «επικείμενης και σημαντικής υποτίμησης του δολαρίου»– για την επιβολή δασμών.
Η εμφανώς προσχηματική επίκληση της συγκεκριμένης διάταξης είναι πιθανό να οδηγήσει σε νέα νομική προσφυγή και να καταλήξει κι αυτή στο Ανώτατο Δικαστήριο. «Προφανώς δεν αντιμετωπίζουμε κρίση στο ισοζύγιο πληρωμών, κάτι που παραδέχτηκε και η ίδια η κυβέρνηση στην υπόθεση που μόλις έχασε», μας λέει ο Ντέιβιντ Σούπερ. Ο Τραμπ «δεν διστάζει να προβεί σε πασιφανώς ψευδείς πραγματολογικές διαπιστώσεις για να ξεκλειδώσει εξουσίες που θέλει να ασκήσει».
Στο θέμα αυτό, εξηγεί, «η κυβέρνηση θα επιχειρηματολογήσει ότι τα δικαστήρια δεν έχουν την εξουσία να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα των προεδρικών διαπιστώσεων». Η εκτίμησή του είναι ότι, και σε αυτήν την περίπτωση, το Ανώτατο Δικαστήριο θα απορρίψει τις αιτιάσεις της κυβέρνησης περί αναρμοδιότητας, και μαζί τις αβάσιμες διαπιστώσεις στις οποίες βασίζονται οι δασμοί.
Ανεξαρτήτως των πιθανών αυτών συνταγματικών εμπλοκών, σε 150 ημέρες, δύο μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, είναι μικρή η πιθανότητα οι Ρεπουμπλικανοί νομοθέτες να ψηφίσουν υπέρ της παράτασης των δασμών αυτών. Σύμφωνα με δημοσκόπηση των ABC News/Washington Post/Ipsos, που δημοσιεύθηκε την ίδια μέρα με την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, το 64% των Αμερικανών διαφωνούν με τη δασμολογική πολιτική του Τραμπ, συμπεριλαμβανομένου του 72% των ανεξάρτητων. Αλλωστε οι Δημοκρατικοί διά στόματος του ηγέτη της μειοψηφίας στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, διαμήνυσαν ότι θα μπλοκάρουν οποιαδήποτε προσπάθειας παράτασης της ισχύος των νέων δασμών.
Πέραν αυτού του εργαλείου, ο Τραμπ έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει νέους δασμούς σε συγκεκριμένους κλάδους βάσει του άρθρου 232 του Νόμου περί Επέκτασης του Εμπορίου του 1962, επικαλούμενος λόγους εθνικής ασφάλειας. (Το έχει ήδη κάνει μεταξύ άλλων με τους δασμούς που έχει επιβάλει στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου).
Μπορεί επίσης να χρησιμοποιήσει ευρύτερα το άρθρο 301 του Νόμου περί Εμπορίου, που επιτρέπει την επιβολή δασμών όταν εντοπίζονται άδικες πολιτικές και πρακτικές εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ. Η διαδικασία, στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, είναι σύνθετη και χρονοβόρα, καθώς απαιτείται έρευνα για τον καθορισμό των άδικων πρακτικών, με τη δυνατότητα παρέμβασης των εμπλεκόμενων μερών. Δεν επιτρέπει στον Αμερικανό πρόεδρο, με άλλα λόγια, να ανατινάξει τις εμπορικές σχέσεις των ΗΠΑ με τη μία ή την άλλη χώρα με μια ανάρτηση στο Truth Social, όπως έκανε μέχρι πρότινος.
Οι Δημοκρατικοί, εν τω μεταξύ, επιχειρούν να επωφεληθούν τα μέγιστα από την απόφαση του Δικαστηρίου. Τρεις υψηλόβαθμοι γερουσιαστές (Ρον Γουαΐντεν, Εντ Μάρκεϊ, Τζιν Σαχίν) κατέθεσαν νομοσχέδιο τη Δευτέρα που δίνει προθεσμία 180 ημερών στην υπηρεσία που συλλέγει τους δασμούς, τη διαβόητη από την εμπλοκή της στις επιχειρήσεις-σκούπα κατά των μεταναστών CPB (Customs and Border Protection), να επιστρέψει τα παρανόμως καταβληθέντα ποσά.
Οι δασμοί που ακυρώθηκαν είχαν αποφέρει έσοδα ύψους 133,5 δισ. δολάρια στο ομοσπονδιακό ταμείο έως το τέλος Δεκεμβρίου. Σύμφωνα με μελέτη που δημοσίευσε τον Ιανουάριο το Ινστιτούτο του Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία, το 96% του κόστους των δασμών το επωμίζονται Αμερικανοί εισαγωγείς και καταναλωτές. Ο Τραμπ, παρά το συντριπτικό εύρος των αποδεικτικών στοιχείων που δείχνουν το αντίθετο, επιμένει ότι το κόστος του ακραίου προστατευτισμού του επιβαρύνει τις χώρες στις εξαγωγές των οποίων επιβάλλονται οι δασμοί.
Το χάος της επόμενης μέρας
Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν διευκρίνισε τι θα ισχύει με τα έσοδα που έχει ήδη εισπράξει το αμερικανικό κράτος από τους δασμούς που επιβλήθηκαν βάσει του IEEPA. Η βροχή των αγωγών για επιστροφή χρημάτων έχει ήδη ξεκινήσει.
Τη Δευτέρα, η FedΕx κινήθηκε νομικά κατά της κυβέρνησης Τραμπ ζητώντας επιστροφή με τόκο των ποσών κατά το περασμένο έτος για εισαγωγές στις ΗΠΑ εξαιτίας των ακυρωθέντων δασμών. Αντίστοιχες προσφυγές κατέθεσαν η Revlon, η Kawasaki Motors, η Costco καθώς και δεκάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις για τις οποίες οι εισαγωγές κατά το περασμένο έτος έγιναν δυσβάσταχτα ακριβές. Θα φανεί πόσο ο φόβος αντιποίνων από τον Λευκό Οίκο μπορεί να συγκρατήσει αυτόν τον χείμαρρο.
Ενα άλλο σύνθετο ερώτημα είναι τι ισχύει με τις εμπορικές συμφωνίες τις οποίες υπέγραψε η κυβέρνηση Τραμπ με σειρά χωρών αλλά και με την Ε.Ε. υπό την απειλή δασμών που είχε ανακοινώσει ο Αμερικανός πρόεδρος. Οι νέες οριζόντιες επιβαρύνσεις που ανακοίνωσε ο Τραμπ στον απόηχο της ήττας του στο Ανώτατο Δικαστήριο οδήγησαν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τη Δευτέρα να παγώσει (ξανά) την κύρωση της ευρω-αμερικανικής εμπορικής συμφωνίας του περασμένου καλοκαιριού.
Στην ομιλία για την Κατάσταση της Ενωσης, ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι οι περισσότερες χώρες και εταιρείες, παρά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, «θέλουν να διατηρήσουν τις συμφωνίες τις οποίες έχουν ήδη κάνει» με την κυβέρνησή του, γνωρίζοντας ότι έχει την εξουσία να τις τροποποιήσει με τρόπο «που θα είναι πολύ χειρότερος» για αυτές.
«Μερικοί εμπορικοί εταίροι των Ηνωμένων Πολιτειών μπορεί να επανεκτιμήσουν τις λεγόμενες εμπορικές συμφωνίες στις οποίες συναίνεσαν πέρυσι, και αυτό θα μπορούσε να τους εκθέσει στην οργή του Τραμπ», σημειώνει ο Μορίς Ομπστφελντ. «Μη δασμολογικές απειλές –στην περίπτωση της Ε.Ε., η εγκατάλειψη της Ουκρανίας– πιθανότατα θα ήταν αποτελεσματικές» στην αποτροπή των υπαναχωρήσεων από τα συμφωνηθέντα. Σε κάθε περίπτωση, καταλήγει, «η αβεβαιότητα για το εμπόριο θα συνεχίσει να επιβαρύνει την παγκόσμια οικονομία».

