ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. Τα έτοιμα γεύματα για τους φούρνους μικροκυμάτων είναι ιδιαίτερα δημοφιλή στις ΗΠΑ, αλλά ενδέχεται να προκαλούν μεγάλες βλάβες στην ανθρώπινη υγεία και στο περιβάλλον, σύμφωνα με νέα έκθεση της περιβαλλοντικής οργάνωσης Greenpeace International. Η οργάνωση ανέλυσε 24 πρόσφατες επιστημονικές μελέτες γύρω από τους κρυφούς κινδύνους στην υγεία από τα συσκευασμένα σε πλαστικό έτοιμα γεύματα.
Τα συμπεράσματα είναι πολύ ανησυχητικά. Εκατοντάδες χιλιάδες μικροσκοπικά πλαστικά σωματίδια διεισδύουν στο σώμα μας, μαζί με επικίνδυνες χημικές ουσίες, ικανές να προκαλέσουν μακροπρόθεσμα προβλήματα υγείας. «Οι πολίτες νομίζουν ότι προβαίνουν σε ακίνδυνη αγορά όταν αποκτούν και θερμαίνουν γεύμα συσκευασμένο σε πλαστικό. Στην πραγματικότητα, εκτιθέμεθα σε “κοκτέιλ” μικροπλαστικών και επικίνδυνων χημικών που ποτέ δεν θα έπρεπε να βρίσκονται κοντά στα τρόφιμά μας», λέει ο Γκράχαμ Φορμπς, επικεφαλής της εκστρατείας κατά των πλαστικών της Greenpeace USA.
Η μόλυνση δεν σταματά στα ανθρώπινα σώματα. Οι πλαστικές συσκευασίες μιας χρήσης των γευμάτων αυτών συνεχίζουν να ρυπαίνουν σε όλο τον κύκλο ζωής τους: από την κατασκευή τους με ορυκτά καύσιμα μέχρι και την απόρριψή τους. Η ανακύκλωση των πλαστικών δίσκων φαγητού για φούρνους μικροκυμάτων είναι ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς αυτοί αποσυντίθενται σε μικρο- και νανοπλαστικά, τα μικροσκοπικά θραύσματα πλαστικού που συσσωρεύονται στο χώμα, στους ποταμούς και στους ωκεανούς, για να καταναλωθούν από την πανίδα και να επιστρέψουν στη διατροφική αλυσίδα.
Επικίνδυνα συστατικά
Ακόμη και αν αξιοποιηθούν από την κυκλική οικονομία της ανακύκλωσης, τα πλαστικά αλλοιώνονται και είναι ικανά να αρχίσουν πάλι να απελευθερώνουν επικίνδυνα συστατικά, σύμφωνα με δημοσίευμα της ειδησεογραφικής ιστοσελίδας Euronews. Τα γεύματα με σήμανση «ασφαλές για φούρνο μικροκυμάτων» ενδέχεται να προσφέρουν απατηλή διαβεβαίωση στους καταναλωτές, προειδοποιεί η έκθεση της περιβαλλοντικής οργάνωσης. Η ετικέτα αναφέρεται συνήθως στα δομικά χαρακτηριστικά της συσκευασίας και όχι στο αν απελευθερώνει μικροπλαστικά ή χημικά στα τρόφιμα.
Μια μελέτη εντόπισε 326.000 με 534.000 μικρο- και νανοπλαστικά σε τρόφιμα, ύστερα από μόλις λίγα λεπτά στον φούρνο μικροκυμάτων. Τα νανοπλαστικά είναι αρκετά μικρά για να εισέρχονται στα ανθρώπινα όργανα και στο αίμα. Τα πλαστικά είναι επίσης γνωστό ότι περιέχουν περισσότερες από 4.200 επικίνδυνες χημικές ουσίες. Ορισμένες συνδέονται με την εμφάνιση καρκίνων, προβλημάτων στο αναπαραγωγικό σύστημα, ορμονικών διαταραχών και ασθενειών του μεταβολισμού. Τουλάχιστον 1.396 χημικές ουσίες προερχόμενες από πλαστικές συσκευασίες τροφίμων έχουν εντοπισθεί σε ανθρώπινα σώματα, ικανές να προκαλέσουν νευρολογικές διαταραχές, καρδιαγγειακά νοσήματα, παχυσαρκία και διαβήτη τύπου 2. Ο αυξημένος χρόνος θέρμανσης των συσκευασμένων τροφών στον φούρνο μικροκυμάτων, τα παλιά δοχεία φαγητού «τάπερ» και τα λιπαρά φαγητά, τα οποία απορροφούν περισσότερες χημικές ουσίες, αυξάνουν σημαντικά τον όγκο σωματιδίων πλαστικού στα γεύματα, σύμφωνα με την έκθεση.
Ελλιπείς κανόνες
Οι ρυθμιστικοί κανόνες που διέπουν την απελευθέρωση μικροπλαστικών στα τρόφιμα είναι ελλιπείς, με την αρνητική στάση της βιομηχανίας του πλαστικού να επιτείνει τις καθυστερήσεις των ρυθμιστικών αρχών.
Στην Ευρώπη, τα πλαστικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα υπόκεινται σε «όρια μεταφοράς» για συγκεκριμένες χημικές ενώσεις, βάσει συστάσεων της αρμόδιας ευρωπαϊκής υπηρεσίας ασφάλειας τροφίμων, EFSA. Δεν υπάρχουν, όμως, επί του παρόντος όρια για τα μικροπλαστικά σωματίδια. Η υπηρεσία EFSA παραδέχεται την ύπαρξη ρυθμιστικού κενού και έχει επισημάνει το ζήτημα στην ευρωπαϊκή εκτελεστική εξουσία από το 2021. Εκτοτε η υπηρεσία πιέζει τη βιομηχανία τροφίμων να εναρμονίσει τις μεθόδους ποιοτικού ελέγχου και να προβεί σε εκτίμηση των κινδύνων για την υγεία. Η παγκόσμια παραγωγή πλαστικού αναμένεται να διπλασιασθεί μέχρι το 2050, με τις πλαστικές συσκευασίες να αποτελούν μεγάλο μέρος του προβλήματος. Η συσκευασία χρησιμοποιεί 36% του συνόλου του παραγόμενου πλαστικού, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ. Ο κύκλος εργασιών της βιομηχανίας της πλαστικής συσκευασίας τροφίμων βρίσκεται σήμερα στα 160 δισ. δολάρια, με προοπτική αύξησης στα 300 δισ. το 2034.

