Η ρωσική οικονομία σε τροχιά πολέμου – Το βαρύ τίμημα της τετραετίας

Η ρωσική οικονομία σε τροχιά πολέμου – Το βαρύ τίμημα της τετραετίας

2' 19" χρόνος ανάγνωσης

Για τέσσερα χρόνια, ο Βλαντιμίρ Πούτιν έχει καταστήσει τον πόλεμο κατά της Ουκρανίας τον απόλυτο άξονα της πολιτικής του.

Η επιμονή του, σύμφωνα με ανάλυση των New York Times, του επέτρεψε να ανακτήσει στρατιωτική πρωτοβουλία μετά την αρχική αποτυχία της εισβολής και να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις με όρους που επιδιώκει να επιβάλει.

Το κόστος, ωστόσο, είναι βαρύ. Εκτιμήσεις ανεβάζουν σε έως και 1,2 εκατομμύρια τους Ρώσους που έχουν σκοτωθεί ή τραυματιστεί.

Παράλληλα, περίπου το 40% του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού κατευθύνεται πλέον σε στρατιωτικές και αμυντικές δαπάνες, ενώ άλλο 9% απορροφάται από την εξυπηρέτηση χρέους που δημιουργήθηκε για τη χρηματοδότηση του πολέμου.

Συνολικά, τα κόστη ασφάλειας και τόκων καταναλώνουν περίπου το μισό του προϋπολογισμού.

Η Αλεξάντρα Προκοπένκο, πρώην αξιωματούχος της ρωσικής κεντρικής τράπεζας και σήμερα ερευνήτρια στο Carnegie Russia Eurasia Center, σημειώνει ότι τεράστια ποσά διοχετεύονται σε άρματα, βλήματα και στρατιωτικά επιδόματα «χωρίς μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή αξία».

Το Εθνικό Ταμείο Πλούτου της Ρωσίας, που είχε δημιουργηθεί από έσοδα πετρελαίου και φυσικού αερίου, μειώθηκε από 113 δισ. δολάρια πριν από τον πόλεμο σε περίπου 55 δισ. δολάρια σε ρευστά διαθέσιμα.

Ταυτόχρονα, τα έσοδα από πετρέλαιο και αέριο υποχώρησαν σχεδόν κατά ένα τέταρτο το περασμένο έτος, λόγω πτώσης τιμών και εκπτώσεων που επιβάλλουν οι κυρώσεις.

Ο πόλεμος επιτάχυνε προϋπάρχοντα προβλήματα: οικονομική στασιμότητα, περιορισμένη διαφοροποίηση πέραν των φυσικών πόρων και δημογραφική συρρίκνωση.

Σύμφωνα με έκθεση του Center for Strategic and International Studies, έως και 325.000 Ρώσοι στρατιώτες έχουν σκοτωθεί.

Ορισμένες προβολές εκτιμούν ότι ο πληθυσμός, από περίπου 145 εκατομμύρια πριν τον πόλεμο, θα μπορούσε σε δυσμενή σενάρια να πέσει κάτω από τα 100 εκατομμύρια έως το 2100.

Παράλληλα, καταγράφεται φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου. Εκατοντάδες χιλιάδες Ρώσοι έχουν εγκαταλείψει τη χώρα, ενώ, σύμφωνα με τη ρωσική οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων Political Prisoners Memorial, τουλάχιστον 4.029 άτομα έχουν στοχοποιηθεί σε πολιτικά υποκινούμενες ποινικές υποθέσεις από την έναρξη του πολέμου.

Η στρατιωτική δαπάνη προκάλεσε τα πρώτα χρόνια μια οικονομική άνθηση που αιφνιδίασε τη Δύση. Πλέον, όμως, η οικονομία επιβραδύνεται, καθώς περιορίζονται οι δημόσιες δαπάνες και εντείνονται οι πιέσεις στην αγορά εργασίας. Η Μόσχα έχει αυξήσει φόρους για να ενισχύσει τα δημόσια έσοδα.

Η οικονομία μοιάζει με δίπολο: επιχειρήσεις που σχετίζονται με τον στρατό ή ωφελήθηκαν από την αποχώρηση δυτικών εταιρειών αναπτύσσονται, ενώ άλλοι τομείς -φυσικό αέριο, αυτοκινητοβιομηχανία, άνθρακας- αντιμετωπίζουν κάμψη.

Συνταξιούχοι και εργαζόμενοι σε πληττόμενους κλάδους πιέζονται από αυξήσεις τιμών και λογαριασμών.

Παρά τη ρητορική περί κυριαρχίας, η Ρωσία εξαρτάται περισσότερο από την Κίνα ως αγοραστή ενέργειας και προμηθευτή τεχνολογίας, ενώ επιδιώκει διαμεσολάβηση των ΗΠΑ για ειρηνευτική συμφωνία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε άρση κυρώσεων και οικονομική ανάκαμψη.

Ακόμη και σε περίπτωση ευρείας χαλάρωσης των κυρώσεων, η επιστροφή από μια «οικονομία πολέμου» δεν θα είναι απλή. «Πρόκειται για δομική αλλαγή στον σχεδιασμό της ρωσικής οικονομίας, που δεν είναι εύκολο να αναστραφεί», σημειώνει η Προκοπένκο. «Δεν είναι αδύνατο, αλλά δεν είναι εύκολο».

Πηγή: New York Times

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT