ΛΟΝΔΙΝΟ. Την ιδιαίτερα οδυνηρή τροπική ασθένεια τσικουνγκούνια είναι πλέον ικανά να μεταδίδουν τα μολυσμένα κουνούπια-φορείς της σε όλη σχεδόν την Ευρώπη, σύμφωνα με νέα έρευνα.
Οι αυξημένες θερμοκρασίες εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής σημαίνουν ότι η μόλυνση από τον συγκεκριμένο ιό είναι πια πιθανή για περισσότερο από έξι μήνες τον χρόνο σε Ισπανία, Ελλάδα και άλλες χώρες της νότιας Ευρώπης, αλλά και για δύο μήνες τον χρόνο στη νοτιοανατολική Αγγλία, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας The Guardian. Η επιστημονική ομάδα πίσω από τη μελέτη υποστηρίζει ότι η όξυνση της κλιματικής κρίσης σημαίνει ότι η εξάπλωση της νόσου προς τον Βορρά είναι απλά θέμα χρόνου.
Η έρευνα είναι η πρώτη που υπολογίζει τις επιπτώσεις της θερμοκρασίας στον χρόνο επώασης του ιού στο ασιατικό κουνούπι-τίγρη, το οποίο έχει εδραιώσει την παρουσία του στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες. Η επιστημονική ομάδα διαπίστωσε ότι η χαμηλότερη θερμοκρασία, στην οποία η μόλυνση μπορούσε να συμβεί, ήταν κατά 2,5 βαθμούς Κελσίου χαμηλότερη από ό,τι σε προηγούμενα μικρότερης κλίμακας πειράματα. Τη διαφορά αυτή χαρακτήρισε «σοκαριστική» η επιστημονική ομάδα.
Ο ιός τσικουνγκούνια εντοπίσθηκε για πρώτη φορά το 1952 στην Τανζανία της δυτικής Αφρικής, ενώ περιοριζόταν γεωγραφικά στις τροπικές περιοχές, με εκατομμύρια μολύνσεις τον χρόνο. Η ασθένεια προκαλεί οξύ και παρατεταμένο πόνο στις αρθρώσεις και μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο μικρών παιδιών και ηλικιωμένων.
Σε Γαλλία και Ιταλία
Τα τελευταία χρόνια, σχετικά μικρός αριθμός κρουσμάτων είχε αναφερθεί σε περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες, πριν από τις μεγάλες εξάρσεις με εκατοντάδες κρούσματα σε Γαλλία και Ιταλία το 2025.
Ο Σαντίπ Τεγκάρ, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας του βρετανικού Κέντρου Οικολογίας και Υδρολογίας (UKCEH), αναφέρει: «Ο ρυθμός της υπερθέρμανσης στην Ευρώπη είναι σχεδόν διπλάσιος από τον παγκόσμιο ρυθμό του φαινομένου, ενώ το χαμηλότερο όριο θερμοκρασίας για τη μετάδοση του ιού είναι πολύ σημαντικό. Οι διαπιστώσεις μας είναι σοκαριστικές».
Ο δρ Στίβεν Ουάιτ, μέλος και αυτός του UKCEH, εξηγεί: «Πριν από είκοσι χρόνια, αν λέγατε ότι θα είχαμε τσικουνγκούνια και δάγκειο πυρετό στην Ευρώπη, όλοι θα σας αποκαλούσαν τρελό, αφού αυτές είναι τροπικές ασθένειες. Σήμερα, όλα έχουν αλλάξει και αυτό οφείλεται σε αυτό το κουνούπι-εισβολέα και στην κλιματική αλλαγή. Τόσο απλά».
Ποσοστό 40% των ασθενών υφίσταται συμπτώματα αρθρίτιδας ή σοβαρό πόνο, πέντε χρόνια μετά τη μόλυνση.
«Βλέπουμε ταχύτατη μεταβολή και αυτό είναι που μας ανησυχεί. Μέχρι και πέρυσι, η Γαλλία κατέγραφε περίπου 30 κρούσματα τσικουνγκούνια τον χρόνο, για την τελευταία δεκαετία. Πέρυσι είχαν περισσότερα από 800», συμπληρώνει ο δρ Ουάιτ. Ο ιός μεταφέρθηκε από Γάλλους ταξιδιώτες που επισκέπτονταν γαλλικές υπερπόντιες κτήσεις, όπως η νήσος Ρεϊνιόν στον Ινδικό Ωκεανό, όπου είχε σημειωθεί έξαρση της νόσου.
Το ασιατικό κουνούπι-τίγρης (Aedes albopictus), το οποίο τσιμπάει κατά τη διάρκεια της ημέρας, μετακινείται προς Βορρά στην ευρωπαϊκή ήπειρο, ακολουθώντας την άνοδο των θερμοκρασιών. Η παρουσία του έχει καταγραφεί στη Βρετανία, χωρίς ωστόσο αυτό να έχει επιβεβαιωθεί. Ο ιός τσικουνγκούνια αντιμετωπίζεται με δαπανηρά εμβόλια, αν και η καλύτερη μέθοδος είναι η αποφυγή του τσιμπήματος.
Η δρ Ντιάνα Ρόχας Αλβαρεζ, επικεφαλής της ομάδας ιολογίας και λοιμωδών νόσων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, σημειώνει: «Η έρευνα αυτή είναι σημαντική γιατί εξηγεί πώς η μετάδοση του ιού στην ευρωπαϊκή ήπειρο ενδέχεται να γίνει ακόμη συχνότερη με την πάροδο του χρόνου. Η νόσος από τον ιό τσικουνγκούνια μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική, με ποσοστό 40% των ασθενών να υφίσταται συμπτώματα αρθρίτιδας ή σοβαρό πόνο, πέντε χρόνια μετά τη μόλυνση. Το κλίμα παίζει κρίσιμο ρόλο σε αυτό. Η Ευρώπη, πάντως, έχει ακόμη την ευκαιρία να ελέγξει την εξάπλωση του κουνουπιού αυτού», λέει η δρ Ρόχας.
Η εκπαίδευση των τοπικών αρχών στην αφαίρεση στάσιμων υδάτων, όπου τα κουνούπια πολλαπλασιάζονται, είναι σημαντικό εργαλείο στην αντιμετώπιση του ιού. Τα μακρυμάνικα και ανοιχτόχρωμα ρούχα, καθώς και η χρήση εντομοαπωθητικού υγρού, είναι ικανά να προστατεύσουν από τσιμπήματα, ενώ οι κατά τόπους υγειονομικές αρχές θα πρέπει να υιοθετήσουν συστήματα παρακολούθησης της πορείας του ιού.
Η επώαση
Οταν το κουνούπι τσιμπήσει μολυσμένο άνθρωπο, ο ιός τσικουνγκούνια εισέρχεται στο πεπτικό σύστημα του εντόμου. Εκεί, αφού ολοκληρώσει περίοδο επώασης, ο ιός μεταφέρεται στο σίελο του κουνουπιού και είναι έτσι έτοιμος να μολύνει τον επόμενο άνθρωπο που θα δεχθεί τσίμπημα. Αν η περίοδος επώασης είναι μεγαλύτερη από τον χρόνο ζωής του κουνουπιού, ο ιός δεν μπορεί να μεταδοθεί.
Οι εξάρσεις του ιού τσικουνγκούνια στην Ευρώπη προκλήθηκαν από μολυσμένους ταξιδιώτες που επέστρεφαν από τροπικούς προορισμούς και δέχθηκαν τσίμπημα από γηγενές κουνούπι-τίγρη, μεταδίδοντας έτσι τον ιό. Μέχρι τώρα, οι ψυχροί ευρωπαϊκοί χειμώνες δεν επέτρεπαν στο κουνούπι-τίγρη να ακμάσει. Οι επιστήμονες διαπιστώνουν, όμως, τα τελευταία χρόνια ότι το κουνούπι-τίγρης αναπαράγεται και δραστηριοποιείται πια όλο τον χρόνο, με τις εξάρσεις κρουσμάτων τσικουνγκούνια να αναμένεται να ενισχυθούν καθώς η ευρωπαϊκή ήπειρος θερμαίνεται.

