Την ώρα που οι Αμερικανοί συνεχίζουν να ενισχύουν τις στρατιωτικές δυνάμεις τους γύρω από τον Περσικό Κόλπο, διατηρώντας ενεργή την απειλή της επίθεσης εναντίον του Ιράν παρά τη διπλωματική κινητικότητα των ημερών, Μόσχα και Πεκίνο σπεύδουν να σχηματίσουν κλοιό προστασίας γύρω από τον σημαντικό εταίρο τους στο πλαίσιο της ομάδας κρατών BRICS.
Δυνάμεις του πολεμικού ναυτικού της Ισλαμικής Δημοκρατίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας θα πραγματοποιήσουν σήμερα κοινά γυμνάσια στον Κόλπο του Ομάν και στον βόρειο Ινδικό Ωκεανό, όπως ανακοινώθηκε χθες από την Τεχεράνη. Σύμφωνα με τον διοικητή του ιρανικού πολεμικού ναυτικού, αντιναύαρχο Χασάν Μαχσουντλού, στόχος των γυμνασίων είναι «ο συντονισμός στην αντιμετώπιση δραστηριοτήτων που απειλούν τη ναυτιλιακή ασφάλεια, όπως και η καταπολέμηση της θαλάσσιας τρομοκρατίας».
Την Τρίτη, ναυτικές δυνάμεις των Φρουρών της Επανάστασης πραγματοποίησαν ασκήσεις με πραγματικά πυρά και έκλεισαν για μερικές ώρες τα Στενά του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται καθημερινά μεγάλο μέρος της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου. Το Ιράν έχει προειδοποιήσει ότι θα κλείσει επ’ αόριστον τα Στενά, προκαλώντας χάος στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, αν γίνει στόχος νέας επίθεσης από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Ο επικεφαλής της ρωσικής δύναμης που θα λάβει μέρος στα γυμνάσια, αρχιπλοίαρχος Αλεξέι Σεργκέγεφ, τόνισε σε δηλώσεις του τις στενές σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες και την ικανότητά τους να διαχειρίζονται από κοινού και να αντιμετωπίζουν «θαλάσσιες και παράκτιες προκλήσεις». Οι ρωσικές δυνάμεις κατέπλευσαν στο Μπαντάρ Αμπάς του νοτίου Ιράν, ακριβώς στην έξοδο των Στενών του Ορμούζ, που χωρίζουν τον Κόλπο του Ομάν από τον Περσικό Κόλπο. Στην ευρύτερη περιοχή, για την ακρίβεια στην Αραβική Θάλασσα, βρίσκεται το αμερικανικό αεροπλανοφόρο «Αβραάμ Λίνκολν» και η αρμάδα του, ενώ προ ημερών ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα στείλει στην περιοχή άλλο ένα αεροπλανοφόρο, το «Τζέραλντ Φορντ», αποδεσμεύοντάς το από την Καραϊβική, όπου είχε συμμετάσχει στις επιχειρήσεις εναντίον της Βενεζουέλας.
«Θαλάσσια ασφάλεια»
Το μήνυμα της Τεχεράνης και της Μόσχας προς την Ουάσιγκτον αναμένεται να προσυπογράψει και το Πεκίνο. Οπως δήλωσε σε συνέντευξή του στο ρωσικό περιοδικό Argumenty i Fakty ο σύμβουλος της ρωσικής προεδρίας Νικολάι Πατρούσεφ, οι τρεις χώρες θα συμμετάσχουν στα ναυτικά γυμνάσια «Ζώνη Θαλάσσιας Ασφάλειας 2026», στο πλαίσιο των προσπαθειών τους για «μια πολυπολική διεθνή τάξη» στους ωκεανούς, στον αντίποδα του «αμερικανικού ηγεμονισμού» και της «διπλωματίας των κανονιοφόρων».
«Θα αξιοποιήσουμε το δυναμικό των BRICS, που πρέπει τώρα να αποκτήσουν ισχυρή ναυτική διάσταση», είπε ο Ρώσος αξιωματούχος, ο οποίος είναι επικεφαλής του Ρωσικού Ναυτικού Συμβουλίου. Προσέθεσε, δε, ότι η πρώτη ναυτική άσκηση των BRICS εντός του 2026 έλαβε χώρα τον Ιανουάριο στον νότιο Ατλαντικό Ωκεανό με τη συμμετοχή της Ρωσίας, της Κίνας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, του Ιράν και της Νότιας Αφρικής.
Αντιμέτωπο με τις απειλές της κυβέρνησης Τραμπ για στρατιωτικά πλήγματα μεγάλης κλίμακας εάν δεν υπάρξει συμφωνία στις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμά του και άλλα προβλήματα, το Ιράν αναζητά πυρετωδώς τη μέγιστη δυνατή στήριξη από τη Ρωσία και την Κίνα. Ο Αλί Λαριτζανί, γραμματέας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας στο Ιράν, συναντήθηκε στο Κρεμλίνο με τον Βλαντιμίρ Πούτιν στα τέλη Ιανουαρίου, ενώ την Τρίτη φιλοξένησε στην Τεχεράνη τον Ρώσο υπουργό Ενέργειας, Σεργκέι Τσιβίλιεφ. Από την πλευρά του ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Καζέμ Γκαριμπαμπαντί ταξίδεψε στο Πεκίνο, όπου είχε συνομιλίες με τον Κινέζο ομόλογό του, Λιου Μπιν.
Αμερικανοί αξιωματούχοι εμφανίζονταν συγκρατημένοι ως προς τα αποτελέσματα του δεύτερου γύρου διαπραγματεύσεων με το Ιράν, που έλαβε χώρα στη Γενεύη, την Τρίτη.
«Κόκκινες γραμμές»
Μιλώντας στο τηλεοπτικό δίκτυο Fox News, ο Τζέι Ντι Βανς ανέφερε ότι οι συνομιλίες «πήγαν καλά», με την έννοια ότι και οι δύο πλευρές συμφώνησαν στη συνέχιση της διπλωματικής διαδικασίας, προσέθεσε όμως ότι «ο πρόεδρος (Τραμπ) έθεσε ορισμένες κόκκινες γραμμές, τις οποίες οι Ιρανοί δεν είναι ακόμη έτοιμοι να αποδεχθούν». Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος προειδοποίησε ότι αν και ο Τραμπ επιδιώκει συμφωνία με την Τεχεράνη, «μπορεί κάποια στιγμή να αναγνωρίσει ότι η διπλωματία έφθασε στο φυσικό τέλος της» – διατύπωση που αφήνει να αιωρείται η απειλή της στρατιωτικής δράσης.
Η αμερικανική ιστοσελίδα Axios εκτιμά ότι «η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται πιο κοντά σε έναν μεγάλο πόλεμο στη Μέση Ανατολή από ό,τι συνειδητοποιούν οι περισσότεροι Αμερικανοί» και ότι «αυτός ο πόλεμος μπορεί να ξεσπάσει πολύ γρήγορα». Στο σχετικό ρεπορτάζ αναφέρεται ότι κερδίζει έδαφος, στον Λευκό Οίκο, η εκτίμηση ότι η απόσταση ανάμεσα στις αξιώσεις της Ουάσιγκτον και τις υποχωρήσεις της Τεχεράνης είναι δύσκολο να γεφυρωθεί και ότι μόνο το προηγούμενο 24ωρο το Πεντάγωνο έστειλε 50 επιπλέον μαχητικά αεροσκάφη (F-35, F-22 και F-16) στην περιοχή, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό τους σε 150.
Το δημοσίευμα κάνει λόγο για σενάρια συντονισμένης επίθεσης από ΗΠΑ και Ισραήλ, σε έκταση πολύ μεγαλύτερη από εκείνη του «πολέμου των 12 ημερών» τον περασμένο Ιούνιο, αν και ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι φέρονται να εκτιμούν ότι θα χρειαστεί χρόνος της τάξης εβδομάδων ώστε να έχουν ολοκληρωθεί οι προετοιμασίες για τέτοιων διαστάσεων επίθεση.

