Την περασμένη Τετάρτη, η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν γιόρτασε τα 47 χρόνια από την ανατροπή του σάχη. Η επανάσταση του 1978-79 υπήρξε ιστορικό ορόσημο. Eνα τυραννικό καθεστώς με ισχυρό στρατό και αμέριστη υποστήριξη από τις ΗΠΑ κατέρρευσε μετά 13 μήνες γενικών απεργιών και μαχητικών διαδηλώσεων, που διογκώνονταν με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου ύστερα από κάθε εκατόμβη θυμάτων. Ως προς τη μαζικότητα και τον παλλαϊκό χαρακτήρα της, η Ιρανική Επανάσταση ξεπερνούσε κατά πολύ τη γαλλική και τη ρωσική, αν και μοιράστηκε μαζί τους τη μοίρα όλων των μεγάλων επαναστάσεων: να καταβροχθίζουν, σαν άλλοι Κρόνοι, τα παιδιά τους – στη συγκεκριμένη περίπτωση τους αριστερούς και τους φιλελεύθερους, που αδυνατούσαν να πιστέψουν ότι τελικός νικητής θα ήταν το ισλαμικό ιερατείο.
Κύκνειο άσμα;
Οι κληρονόμοι του αγιατολάχ Χομεϊνί γιόρτασαν τα γενέθλια με τις καθιερωμένες τελετές, συγκεντρώνοντας εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως και εκατομμύρια οπαδούς τους σε όλη τη χώρα. Ολοι αναρωτιούνταν, όμως, εντός και εκτός Ιράν, αν επρόκειτο για επίδειξη δύναμης ή για κύκνειο άσμα. Από τα τέλη Δεκεμβρίου – αρχές Ιανουαρίου, το φάντασμα μιας νέας επανάστασης, που απειλεί να ανατρέψει αυτή τη φορά το ισλαμικό καθεστώς, πλανιέται πάνω από τη χώρα. Αν και το κύμα των διαδηλώσεων σταμάτησε μετά την αιματηρή καταστολή –για 3.117 νεκρούς μιλούν οι Αρχές, ρίχνοντας την ευθύνη σε «ταραξίες» και «ξένους πράκτορες», ενώ μη κυβερνητικές οργανώσεις αντικαθεστωτικών ανεβάζουν τον μακάβριο απολογισμό σε τουλάχιστον 7.000– η ιρανική κοινωνία παραμένει ενεργό ηφαίστειο, που εγκυμονεί την επόμενη έκρηξη.
Η Ουάσιγκτον δεν έκρυψε τον ενεργό ρόλο της στην ιρανική κρίση, ούτε την επιδίωξή της για αλλαγή καθεστώτος. Από το βήμα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, στο Νταβός, ο Αμερικανός υπουργός Αμυνας Σκοτ Μπέσεντ υπερηφανευόταν ότι οι δρακόντειες κυρώσεις των ΗΠΑ ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας που γιγάντωσε τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Οι κυρώσεις, είπε ο Μπέσεντ, ήταν μια «αποτελεσματική μορφή κρατικής πολιτικής» γιατί «οδήγησαν την οικονομία σε κατάρρευση. Μια μεγάλη τράπεζα χρεοκόπησε. Η κεντρική τράπεζα υποχρεώθηκε να τυπώσει χρήμα. Υπήρξε έλλειψη δολαρίων. Οι έμποροι δεν μπορούσαν να κάνουν εισαγωγές και ο λαός βγήκε στους δρόμους». Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για ιδεώδη εφαρμογή της στρατηγικής που χάραξε ο Ρίτσαρντ Νίξον στη Χιλή, αμέσως μετά τη νίκη της Λαϊκής Ενότητας Σοσιαλιστών- Κομμουνιστών. Σε μια σύσκεψη που οργάνωσε στο Οβάλ Γραφείο με ανώτατους αξιωματούχους, στις 15 Σεπτεμβρίου 1970, ο Αμερικανός πρόεδρος συνόψισε τη γραμμή του στην εντολή: «Make the economy scream» – κάντε την οικονομία να ουρλιάξει.
Εως τα μέσα Ιανουαρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ ήταν ακόμη μεθυσμένος από την εύκολη επιτυχία της αστραπιαίας στρατιωτικής επιχείρησης που οδήγησε στην απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του. Στις 13 του μηνός κάλεσε τους Ιρανούς να κλιμακώσουν τις διαδηλώσεις και να καταλάβουν τα βασικά κέντρα εξουσίας, διαβεβαιώνοντας ότι «η βοήθεια έρχεται». Παρότι σε πρώτο χρόνο δίστασε να εξαπολύσει τη στρατιωτική επίθεση που ο ίδιος είχε προαναγγείλει, έστειλε στον Περσικό Κόλπο ένα αεροπλανοφόρο με την αρμάδα του και αυτές τις μέρες απείλησε να στείλει και δεύτερο. Η συνάντησή του με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο, την περασμένη Τετάρτη, ενίσχυσε τις εικασίες για επικείμενη επίθεση, αν και Αμερικανοί και Ιρανοί αξιωματούχοι είχαν πρόσφατα στο Ομάν τις πρώτες διαπραγματεύσεις μετά τον «πόλεμο των 12 ημερών» που εξαπέλυσε το Ισραήλ εναντίον του Ιράν, με τη συνδρομή και των ΗΠΑ, τον περασμένο Ιούνιο.
Αστραπιαίες επεμβάσεις – Ο Αμερικανός πρόεδρος κλίνει προς αστραπιαίες επεμβάσεις χαμηλού κόστους, που υπόσχονται μεγάλα κέρδη, αλλά δεν θα ήθελε να χρεωθεί τον εγκλωβισμό της Αμερικής σε έναν περιφερειακό πόλεμο διαρκείας.
Το τρίγωνο
Οι εκπρόσωποι του πιο επιθετικού ιμπεριαλισμού στους κόλπους της κυβέρνησης Τραμπ γαλβανίζουν το υπερτροφικό του εγώ, ψιθυρίζοντάς του ότι έχει την ευκαιρία να περάσει με χρυσά γράμματα στην αμερικανική ιστορία χάρη σε τρεις σχετικά εύκολες, αλλά τεράστιας γεωπολιτικής και συμβολικής σημασίας, ανατροπές καθεστώτων. Πρώτα της Κούβας, η οικονομία της οποίας ήδη «ουρλιάζει», από τη στιγμή που διακόπηκε ο ορός που την κρατούσε μετά βίας στη ζωή: το πετρέλαιο από το Καράκας. Επειτα της Βενεζουέλας, όπου η ταπείνωση των συνεργατών του Μαδούρο –οι οποίοι κατά πάσα βεβαιότητα συνεργάστηκαν με τις ΗΠΑ στην παράδοση του ηγέτη τους για να διασωθούν οι ίδιοι– δεν είναι παρά το πρελούδιο για την τελική τους εκπαραθύρωση. Τέλος, του Ιράν, όπου ο Τραμπ έχει την ευκαιρία να πετύχει ό,τι επιδίωξαν εις μάτην επτά διαδοχικοί προκάτοχοί του.
Ωστόσο, το καθεστώς του Ιράν είναι από πολλές απόψεις πιο σκληρό καρύδι για τα δόντια του Τραμπ. Η πολιτική του αντεπίθεση, με μαζικές κινητοποιήσεις οπαδών του σε πολλές πόλεις ύστερα από την υποχώρηση της αντικαθεστωτικής παλίρροιας, έδειξε ότι διατηρεί ακόμη κοινωνικές εφεδρείες. Απέναντι στην άμεση απειλή αμερικανικής και ισραηλινής επέμβασης, ηγετικές μορφές των μεταρρυθμιστών, όπως ο πρώην πρόεδρος Μοχάμεντ Χαταμί, πήραν αποστάσεις από την αντιπολίτευση στο όνομα της εθνικής ενότητας. Τις τελευταίες ημέρες, το καθεστώς προχώρησε σε συλλήψεις ηγετικών στελεχών του «Μετώπου της Μεταρρύθμισης», της πιο ριζοσπαστικής, αλλά νόμιμης αντιπολίτευσης στους κόλπους της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Το μήνυμα απευθυνόταν όχι τόσο προς τα Μέσα, όσο προς τις ΗΠΑ και έλεγε: «Μην τρέφετε φαντασιώσεις για επανάληψη του σεναρίου Βενεζουέλα. Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση μέσα από αυτό το καθεστώς. Με εμάς θα κουβεντιάσετε, το θέλετε, δεν το θέλετε».
Πέρα από αυτά, υπάρχουν τα αυτονόητα. Το Ιράν είναι μια μεγάλη χώρα, με πληθυσμό 93 εκατομμυρίων, έκταση 4,5 φορές μεγαλύτερη από της Γερμανίας και με τεράστιους ορεινούς όγκους, που καθιστούν παράτολμη κάθε ιδέα για χερσαία επέμβαση. Οι βαλλιστικοί του πύραυλοι μπορούν να πλήξουν τις αμερικανικές βάσεις στην περιοχή και να προκαλέσουν σοβαρές απώλειες και ζημιές στο Ισραήλ, όπως έδειξε ο πόλεμος των 12 ημερών, αν και τότε η απάντησή του ήταν σκόπιμα περιορισμένη. Αν κλείσει τα Στενά του Ορμούζ, απ’ όπου περνάει κάθε μέρα το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου, θα βάλει φωτιά στις διεθνείς αγορές, με άμεσο αντίκτυπο στους Δυτικούς καταναλωτές. Ολα αυτά θα βαρύνουν στις τελικές αποφάσεις του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος κλίνει προς αστραπιαίες επεμβάσεις χαμηλού κόστους, που υπόσχονται μεγάλα κέρδη, αλλά δεν θα ήθελε με τίποτα να χρεωθεί τον εγκλωβισμό της Αμερικής σε έναν περιφερειακό πόλεμο διαρκείας.
Αυτές οι αναστολές οδήγησαν τον Αμερικανό πρόεδρο να σφυγμομετρήσει την Τεχεράνη, ανοίγοντας νέο γύρο διαπραγματεύσεων στο Ομάν. Αν το θέμα αφορούσε μόνο το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα –το οποίο, για να μην ξεχνιόμαστε, δεν το ξεκίνησε ο Χομεϊνί, αλλά ο σάχης, με τις ευλογίες των ΗΠΑ και της Γαλλίας– δεν θα ήταν δύσκολο να βρεθεί λύση. Αλλωστε το Ιράν συνυπέγραψε με τις ΗΠΑ και τις άλλες μεγάλες δυνάμεις τη συμφωνία του 2015, την οποία ανατίναξε ο Ντόναλντ Τραμπ, το 2018. Θα μπορούσε να κάνει ακόμη μεγαλύτερες παραχωρήσεις στο εν λόγω θέμα σήμερα, εφόσον οι Αμερικανοί δεσμεύονταν να άρουν τις ολέθριες για την ιρανική οικονομία κυρώσεις.
Παράγων «Μπίμπι»
Η μεγάλη δυσκολία έγκειται στο ότι ο Τραμπ και, σε ισχυρότερους τόνους, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο θέτουν ως προϋπόθεση για διπλωματική λύση στην κρίση να περιορίσει το Ιράν τους βαλλιστικούς πυραύλους του και το βεληνεκές τους, ευθυγραμμιζόμενοι με τις αξιώσεις του Ισραήλ. Με δεδομένη την υστέρηση του Ιράν στα πεδία της πολεμικής αεροπορίας και της αντιπυραυλικής άμυνας, οι βαλλιστικοί πύραυλοι είναι το πιο σοβαρό του αντίβαρο έναντι του Ισραήλ – μιας πυρηνικής δύναμης, για το οπλοστάσιο της οποίας οι Αμερικανοί δεν έχουν, βέβαια, κανένα πρόβλημα. Μόνο μια κυβέρνηση κουίσλινγκ θα δεχόταν τον μονομερή αφοπλισμό της χώρας και τέτοιους ηγέτες θα δυσκολευθούν να βρουν οι Αμερικανοί στους κόλπους της ιρανικής αντιπολίτευσης. Ο χρόνος θα δείξει αν στην πρόσφατη συνάντησή του με τον Τραμπ, ο Νετανιάχου κατάφερε να τον πείσει για την υπερφίαλη αξίωσή του. Αν ισχύει αυτό, τότε ο νέος, μεγάλος πόλεμος στον Περσικό Κόλπο θα έχει κιόλας δρομολογηθεί.


