Οταν το νεοσύστατο Συμβούλιο Ειρήνης του Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε το λογότυπό του τον περασμένο μήνα στο Νταβός, το σχέδιο –με έναν χάρτη της υδρογείου να περιβάλλεται από δύο κλαδιά ελιάς– ήταν προφανώς εμπνευσμένο από τον ΟΗΕ. Μία διαφορά είναι ότι το στεφάνι είναι χρυσό και όχι λευκό· ακόμη πιο σημαντικό όμως είναι ότι και ο χάρτης διαφέρει.
Η εκδοχή του ΟΗΕ απεικονίζει τη Γη όπως φαίνεται από τον Βόρειο Πόλο, με προβολή που εκτείνεται έως τον 60ό παράλληλο νότιου γεωγραφικού πλάτους, επιτρέποντας σε όλες τις κατοικημένες ηπείρους να εκπροσωπούνται ισότιμα. Στη νέα εκδοχή, μια πολεμική ασπίδα πλαισιώνει έναν χάρτη που απεικονίζει αποκλειστικά το δυτικό ημισφαίριο, εκτεινόμενο περίπου από τη Γροιλανδία έως τη Βενεζουέλα. Αν το μήνυμα του σήματος του ΟΗΕ είναι ότι ολόκληρη η ανθρωπότητα μοιράζεται μια κοινή πλανητική μοίρα, το Συμβούλιο Ειρήνης φαίνεται να υποδηλώνει ότι πέρα από τη Βόρεια Αμερική ελάχιστα έχουν πραγματική σημασία.
Το Συμβούλιο, το οποίο δημιουργήθηκε πέρυσι με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ σχετικά με την εφαρμογή της κατάπαυσης του πυρός στη Γάζα, είναι επισήμως εξουσιοδοτημένο να υφίσταται μόνο έως το τέλος του 2027. Ωστόσο, ο καταστατικός του χάρτης δεν αναφέρει ούτε τη Γάζα ούτε τον ΟΗΕ και αναφέρεται με εξαιρετικά γενικούς όρους περί οικοδόμησης της ειρήνης σε περιοχές που πλήττονται ή απειλούνται από συγκρούσεις – γεγονός που υποδηλώνει φιλοδοξίες να λειτουργήσει ως διεθνής οργανισμός πολύ πέραν της Μέσης Ανατολής.
Αντι-ΟΗΕ με ισόβιο πρόεδρο
Ο πρόεδρος Τραμπ αναμένεται να φιλοξενήσει την πρώτη συνεδρίαση του Συμβουλίου στην Ουάσιγκτον στις 19 Φεβρουαρίου και η αντίδραση μέχρι στιγμής υπήρξε διπλωματικά συγκρατημένη. Η αβεβαιότητα σχετικά με το τι σημαίνει η ίδρυσή του για τον ΟΗΕ έχει ήδη οδηγήσει ορισμένους από τους προσκεκλημένους να αρνηθούν να παραστούν. Αλλοι ενδέχεται να αποθαρρυνθούν από τον καταστατικό του χάρτη, ο οποίος καθιστά τον Τραμπ ισόβιο πρόεδρο με εκτεταμένες εξουσίες σχεδόν σε κάθε πτυχή της λειτουργίας του. Ο ίδιος έχει δηλώσει πρόσφατα ότι βλέπει το Συμβούλιο Ειρήνης ως κάτι που ενδέχεται τελικά να αντικαταστήσει τον ΟΗΕ, ενώ έχει επικρίνει τον Οργανισμό για το ότι δεν ανταποκρίθηκε στις δυνατότητές του. Ωστόσο, έχει επίσης πει ότι «πρέπει να αφήσουμε τον ΟΗΕ να συνεχίσει, γιατί οι δυνατότητές του είναι τόσο μεγάλες».
Τέτοιες αμφισημίες εγείρουν το ερώτημα πώς πρέπει να κατανοήσουμε τη σχέση μεταξύ αμερικανικής ισχύος και διεθνών οργανισμών στην εποχή Τραμπ. Υστερα από μερικούς ταραχώδεις μήνες, κατά τους οποίους η Ουάσιγκτον απαίτησε την παραχώρηση της Γροιλανδίας και προσήγαγε βίαια τον πρόεδρο της Βενεζουέλας για να δικαστεί στη Νέα Υόρκη, πολλοί παρατηρητές θεωρούν εύλογα ότι πλησιάζει το τέλος του διεθνούς συστήματος κανόνων που γνωρίζουμε εδώ και δεκαετίες.

Μια διαδεδομένη άποψη είναι ότι οργανισμοί όπως ο ΟΗΕ και ο πρόδρομός του, η Κοινωνία των Εθνών, προέκυψαν από τη δυσαρέσκεια για τις αιματηρές συνέπειες του ανταγωνισμού ισχύος του 19ου αιώνα – μιας εποχής κατά την οποία τα μεγάλα μπλοκ δυνάμεων διεκδικούσαν σφαίρες επιρροής βάσει καθαρά στρατηγικών αναγκών, οδηγώντας σε αλλεπάλληλους πολέμους.
Αναγνωρίζοντας την ολοένα και πιο φονική φύση των συγκρούσεων στον 20ό αιώνα, οι φιλελεύθεροι νικητές δύο Παγκοσμίων Πολέμων προώθησαν ένα εναλλακτικό όραμα και σχεδίασαν μόνιμους παγκόσμιους θεσμούς βασισμένους σε ανεξάρτητα έθνη-κράτη που συμβάλλονται ως κυρίαρχα και ισότιμα μέλη υπό συμφωνημένους κανόνες διεθνούς δικαίου. Αναδύθηκε ένα νέο τοπίο διακυβερνητικών οργανισμών και θεσμών: μέχρι το 2018, σύμφωνα με μία εκτίμηση, υπήρχαν περισσότεροι από 7.000 (ενώ το 1908 ήταν λιγότεροι από 50), ενώ οι πολυμερείς κανόνες, πρότυπα και νόμοι πολλαπλασιάστηκαν.
Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου οδήγησε πολλούς να χαιρετίσουν τον παγκόσμιο θρίαμβο αυτής της φιλελεύθερης τάξης βασισμένης σε κανόνες· η ολοκληρωτική εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία πριν από τέσσερα χρόνια αντιμετωπίστηκε ακριβώς με το επιχείρημα ότι συνιστούσε επιστροφή στις παλιές κακές ημέρες του ιμπεριαλισμού και του εδαφικού επεκτατισμού.
Το άγγελμα της ρήξης
Ωστόσο, το σοκ που προκάλεσαν οι μονομερείς ενέργειες των ΗΠΑ στη Γροιλανδία, στη Βενεζουέλα και αλλού τους τελευταίους μήνες έχει θέσει όλα αυτά υπό αμφισβήτηση. Στο Νταβός, ο Μαρκ Κάρνεϊ προειδοποίησε για «ρήξη στην παγκόσμια τάξη, το τέλος μιας ευχάριστης φαντασίωσης και την αρχή μιας σκληρής πραγματικότητας». Η ομιλία του Καναδού πρωθυπουργού χαιρετίστηκε ως κάλεσμα αφύπνισης. Αλλά από τι ακριβώς ξυπνάμε και τι πραγματικά είναι νέο στη σημερινή αμερικανική πολιτική;
Δεν είναι η πρώτη φορά που η λογική των σφαιρών επιρροής και η ρεαλπολιτίκ των μεγάλων δυνάμεων συγκρούονται με τον φιλελεύθερο οικουμενισμό. Ούτε είναι η πρώτη φορά που η ίδια η ιδέα του διεθνούς δικαίου δέχεται επίθεση.
Ισως η μεγαλύτερη πρόκληση για την παγκόσμια τάξη στην οποία έχουμε συνηθίσει –μια τάξη που εγκαινιάστηκε από την Κοινωνία των Εθνών μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και επεκτάθηκε δραστικά από τον ΟΗΕ μετά το 1945– υπήρξε ο ίδιος ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Οταν η Βέρμαχτ εισέβαλε στην Πράγα την άνοιξη του 1939, θέτοντας τους Τσέχους υπό ναζιστική κατοχή, το κύρος της Κοινωνίας των Εθνών καταρρακώθηκε. Το λαμπρότερο νομικό μυαλό του Τρίτου Ράιχ, ο Καρλ Σμιτ, υποδέχθηκε με ικανοποίηση τις εξελίξεις αυτές. Πρότεινε να απορριφθεί η ΚτΕ ως άχρηστη και να διαιρεθεί ο κόσμος υπό λίγες μεγάλες δυνάμεις που θα λειτουργούσαν ως περιφερειακοί χωροφύλακες. Και είχε ένα παράδειγμα πρόχειρο: το Δόγμα Μονρόε.
Διατυπωμένο το 1823, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε προειδοποίησε τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να μην επαναφέρουν τους Βουρβόνους μονάρχες στις αμερικανικές δημοκρατίες, που μόλις είχαν κερδίσει την ανεξαρτησία τους, το Δόγμα Μονρόε φαινόταν στον Σμιτ ως πρότυπο για ναζιστική ηγεμονία στην Ευρώπη. Το μόνο που χρειαζόταν για διατλαντική ειρήνη, πρότεινε, ήταν η Ουάσιγκτον να παραχωρήσει στη Γερμανία αντίστοιχη ελευθερία κινήσεων στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Και ο ίδιος ο Χίτλερ έβλεπε θετικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο. «Η Αμερική για τους Αμερικανούς, η Ευρώπη για τους Ευρωπαίους» ήταν η διατύπωσή του. Τον Σεπτέμβριο του 1940, το Τριμερές Σύμφωνο μεταξύ της Γερμανίας του Χίτλερ, της Ιταλίας του Μουσολίνι και της αυτοκρατορικής Ιαπωνίας πρότεινε να διαιρεθεί ο κόσμος κατά τις γραμμές που είχε εισηγηθεί ο Σμιτ σε περιοχές υπό την ηγεσία μεγάλων δυνάμεων, με ελάχιστη μέριμνα για τις πολιτικές προσδοκίες της συντριπτικής πλειονότητας των πληθυσμών του. Στα χαρτιά διήρκεσε λίγα χρόνια.
Η ανάγνωση του Δόγματος Μονρόε από τον Σμιτ ήταν μια ακραία ερμηνεία ενός κειμένου που έχει ερμηνευθεί με πολύ διαφορετικούς τρόπους κατά καιρούς. Για ορισμένους, το δόγμα δικαιολογούσε τη βορειοαμερικανική επέμβαση στις υποθέσεις των γειτόνων· για άλλους, εξέφραζε την ανάγκη ρεπουμπλικανικής παναμερικανικής αλληλεγγύης απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις. Ο Αργεντινός μελετητής Χουάν Πάμπλο Σκάρφι μας υπενθυμίζει ότι η νομική ιστορία του δυτικού ημισφαιρίου μπορεί να ιδωθεί ως μια μακρά ακολουθία εναλλασσόμενων προσπαθειών είτε να εμπεδωθούν είτε να χαλιναγωγηθούν οι κατά διαστήματα περιφερειακές αξιώσεις της Ουάσιγκτον.
Η ιμπεριαλιστική υποκρισία
Σε αντίθεση με τον Σμιτ, η κυβέρνηση Ρούζβελτ δεν αντιλαμβανόταν τη σχέση της με την υπόλοιπη αμερικανική ήπειρο ως σχέση ηγεμονίας – ούτε θεωρούσε δυνατό να διαχωρίσει τη μοίρα της από εκείνη του υπόλοιπου κόσμου. Ο Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ χαρακτήρισε την Παναμερικανική Ενωση «την αρχαιότερη και πιο επιτυχημένη ένωση κυρίαρχων κυβερνήσεων που υπάρχει σε ολόκληρο τον κόσμο». Καθώς η Δυτική Ευρώπη έπεφτε υπό γερμανική κυριαρχία, προειδοποιούσε εναντίον «εκείνων [που] επιδιώκουν να κυριαρχήσουν επί εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων σε τεράστιες ηπειρωτικές περιοχές», διότι οι ορέξεις τους είναι ακόρεστες.
Υστερα από μερικούς ταραχώδεις μήνες της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, πολλοί παρατηρητές θεωρούν εύλογα ότι πλησιάζει το τέλος του διεθνούς συστήματος κανόνων που γνωρίζουμε εδώ και δεκαετίες.
Η Κοινωνία των Εθνών δεν είχε αμφισβητήσει το Δόγμα Μονρόε· αντιθέτως, ο καταστατικός της χάρτης το είχε αναγνωρίσει ως περιφερειακή ρύθμιση στην οποία δεν θα παρενέβαινε. Δεν προκαλεί, συνεπώς, έκπληξη το ότι ο Σμιτ θεωρούσε την Κοινωνία φορέα μιας απατηλής οικουμενικότητας, ενός φύλλου συκής που κάλυπτε τη γυμνή πραγματικότητα της πολιτικής ισχύος. Κατά τη δική του αντίληψη, οι σφαίρες επιρροής δεν ήταν παρά μια πραγματικότητα, που αντανακλούσε την πρωτεύουσα σημασία της εδαφικής κτήσης.
Αλλο όμως ο ευσεβής πόθος και άλλο η υποκρισία. Ο Σμιτ υποστήριζε ότι η Κοινωνία αποτελούσε ουσιαστικά κατασκεύασμα των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι οποίοι μιλούσαν τη γλώσσα της ισότητας των δικαιωμάτων και της εθνικής κυριαρχίας, ενώ ταυτοχρόνως δικαιολογούσαν τη συνέχιση της δικής τους αποικιοκρατίας. Πρώην γερμανικές και οθωμανικές κτήσεις μετατράπηκαν σε μεσοπολεμικές κρατικές οντότητες υπό την «προστασία» της Κοινωνίας· οι βρετανικές και γαλλικές αποικίες, αντιθέτως, παρέμειναν ανέγγιχτες.
Ο Σμιτ είχε δίκιο να επισημαίνει την ασυνέπεια: οι κανόνες του αυτοκρατορικού ανταγωνισμού ισχύος δεν είχαν ανασταλεί από τον φιλελευθερισμό και οι σφαίρες επιρροής παρέμεναν ενεργές. Οι Βρετανοί είχαν ήδη από τον 19ο αιώνα τελειοποιήσει την τέχνη της άσκησης εξουσίας μέσω κρατών – δορυφόρων: αναγνώριζαν την ανεξαρτησία χωρών όπως η Ελλάδα, και αργότερα το Ιράκ και η Αίγυπτος, προσδοκώντας ωστόσο από τους βασιλείς τους να συμμορφώνονται προς τις υποδείξεις των Βρετανών πρεσβευτών. Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες συμπεριφέρθηκαν κατά τρόπο ανάλογο προς τις δημοκρατίες της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής. Και οι δύο δυνάμεις αποδέχονταν την τυπική ανεξαρτησία μικρότερων κρατών σε στρατηγικά κρίσιμες περιοχές, εφόσον μπορούσαν να τα ποδηγετούν πλαγίως.
Το λάθος των ναζί
Εκεί όπου οι Γερμανοί εσφαλμένως εξίσωσαν καταστάσεις, ήταν στην πεποίθηση ότι δεν υφίστατο ουσιώδης διαφορά μεταξύ αυτής της μορφής έμμεσης κυριαρχίας και εκείνης που οι ίδιοι ονόμαζαν «ωμό ρεαλισμό» της ναζιστικής εκδοχής. Υπήρχε, αντιθέτως, άβυσσος μεταξύ τους. Η μορφή είχε σημασία. Μετά το 1940, οι ναζί αιφνιδιάστηκαν διαπιστώνοντας ότι οι κατακτημένοι ευρωπαϊκοί λαοί διατηρούσαν εθνική αξιοπρέπεια και αντιστέκονταν στην ταπείνωση. Ηταν σαν να μην αναγνώριζαν ότι και οι άλλοι λαοί διέθεταν πολιτικά αισθήματα – και εν τέλει αυτή η στάση συνέβαλε στην πτώση τους. Οταν ήλθε η ώρα να ζητήσουν βοήθεια έναντι του Κόκκινου Στρατού, η υπομονή της Ευρώπης είχε εξαντληθεί. Ελάχιστοι επιθυμούσαν να συνδράμουν ένα καθεστώς που περιφρονούσε τόσο απροκάλυπτα τις αξιώσεις των άλλων.
Τα διδάγματα που άντλησαν οι ιδρυτές του ΟΗΕ από την άνοδο και την πτώση του φασισμού φωτίζουν τους λόγους για τους οποίους ο οργανισμός που οικοδόμησαν αποδείχθηκε τόσο ανθεκτικός. Οταν ο φιλελεύθερος διεθνισμός απέκτησε δεύτερη ευκαιρία χάρη στη ναζιστική ήττα, είχε πλέον πλήρη επίγνωση των ανισορροπιών ισχύος που χαρακτηρίζουν τη διεθνή ζωή. Τίποτε δεν είχε παραλύσει την Κοινωνία των Εθνών τόσο, όσο η αποτυχία των Ηνωμένων Πολιτειών να επικυρώσουν τη συμμετοχή τους· τίποτε, συνεπώς, δεν ήταν σημαντικότερο από το να διασφαλιστεί ότι όλες οι μεγάλες νικήτριες δυνάμεις θα υποστήριζαν τον διάδοχό της.

Οι δυνάμεις εντός του ΟΗΕ
Ο νέος Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών συνδύασε, έτσι, την υπόσχεση καθολικότητας και κυρίαρχης ισότητας όλων των μελών του με την αναγνώριση ότι οι μεγάλες δυνάμεις κατείχαν ιδιαίτερο βάρος. Αυτό εξασφάλισε την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ενωσης και εξηγεί γιατί οι Μεγάλες Δυνάμεις κατοχύρωσαν την ισχύ τους μέσω του δικαιώματος βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Η απόφαση δημιουργίας ενός είδους διευθυντηρίου εντός του Συμβουλίου Ασφαλείας συνιστούσε, κατ’ ουσίαν, επάνοδο στην πολιτική των μεγάλων δυνάμεων του 19ου αιώνα, αλλά ήταν πολιτικά αναγκαία για τη θεμελίωση και την επιβίωση του ΟΗΕ.
Δεν αποτελεί, επομένως, έκπληξη το ότι το νέο σύστημα αποδείχθηκε συμβατό με την πολιτική επιβολής των μεγάλων δυνάμεων. Ηδη πριν από την πρώτη σύγκληση του ΟΗΕ, ο Τσώρτσιλ και ο Στάλιν είχαν συμφωνήσει στον διαμοιρασμό της Ανατολικής Ευρώπης σε σφαίρες επιρροής – ενταφιάζοντας έτσι κάθε ελπίδα για ελεύθερες εκλογές στην «απελευθερωμένη» ήπειρο. Οταν το Σιδηρούν Παραπέτασμα έπεσε, διαιρώντας την ήπειρο στα δύο, το έργο του ΟΗΕ περιορίστηκε, αλλά δεν ανεστάλη.
Κατά τη δεκαετία του 1950, ο Οργανισμός βρήκε μια νέα και ένδοξη αποστολή στην επιτάχυνση της ιστορικής εξάρθρωσης των ευρωπαϊκών υπερπόντιων αυτοκρατοριών. Η Γενική Συνέλευση ιδίως προσέφερε ένα φόρουμ αντίστασης στην αποικιακή κυριαρχία που δεν είχε προηγούμενο. Ταυτοχρόνως, όμως, παρατηρήθηκε ραγδαία επέκταση της παγκόσμιας παρουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών, με τη δημιουργία ενός νέου δικτύου στρατιωτικών βάσεων και περιφερειακών συμμαχιών σχεδιασμένων στην Ουάσιγκτον. Η άσκηση ρόλου «παγκόσμιου χωροφύλακα» στον αγώνα κατά του κομμουνισμού εξελίχθηκε σε ευκαιρία τεράστιας ενίσχυσης της αμερικανικής οικονομικής και χρηματοπιστωτικής ισχύος – και ο ΟΗΕ ουδόλως την παρεμπόδισε.
Αυτές οι δύο κοσμοϊστορικές μεταβολές –η ανάδυση ενός μετα-αποικιακού τρίτου κόσμου και η εξάπλωση της αμερικανικής παγκόσμιας επιρροής– λειτούργησαν αρχικώς συμπληρωματικά. Από τα τέλη όμως της δεκαετίας του 1960, το ρήγμα μεταξύ ΗΠΑ και ΟΗΕ διευρύνθηκε: πρώτα στο Βιετνάμ και κατόπιν στην υπεράσπιση του Ισραήλ, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν ολοένα και περισσότερο αντιμέτωπες με κριτική από το διεθνές σώμα και αποξενώθηκαν από αυτό.

Με άλλα λόγια, η πολιτική ιστορία της σχέσης της Ουάσιγκτον με τον ΟΗΕ υπήρξε ιστορία διακυμάνσεων. Κατά περιόδους, τα αμερικανικά συμφέροντα την έφεραν πλησίον του Οργανισμού – όπως στα τέλη της δεκαετίας του 1940, όταν ο ΟΗΕ λειτουργούσε αποτελεσματικά ως ανάχωμα έναντι της ΕΣΣΔ, και εκ νέου τη δεκαετία του 1990. Υπήρξε όμως και περίοδος, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, κατά την οποία, κατά την έκφραση του διανοουμένου και πολιτικού Ντάνιελ Πάτρικ Μόινιχαν, η Ουάσιγκτον αποφάσισε «να περάσει στην αντιπολίτευση»· οι σχέσεις υπήρξαν κακές, για να το θέσουμε επιεικώς, και κατά την εισβολή στο Ιράκ το 2003. Παρά ταύτα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ουδέποτε εγκατέλειψαν τη συμμετοχή τους – ούτε καν την έθεσαν σοβαρά υπό αμφισβήτηση.
Αυτό μπορεί τώρα να αλλάξει. Ωστόσο, η απροθυμία της Ουάσιγκτον να δεσμευθεί από το διεθνές δίκαιο δεν αποτελεί καινοφανές φαινόμενο: ο ΟΗΕ επί μακρόν επέτρεπε σε ορισμένες μεγάλες δυνάμεις να λειτουργούν υπό διαφορετικούς κανόνες. Ούτε είναι η πρώτη φορά που οι διαμορφωτές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής εξέφρασαν περιφρόνηση ή απαξίωση προς τον Οργανισμό – αρκεί να ανακαλέσει κανείς μέρος της ρητορικής της κυβέρνησης Τζορτζ Μπους του νεότερου πριν από την εισβολή στο Ιράκ.
Ισως όμως είναι η πρώτη φορά που η Ουάσιγκτον βρίσκεται στα χέρια ακραιφνών ακολούθων του δόγματος «Πρώτα η Αμερική» και οι προειδοποιήσεις του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες περί της δεινής οικονομικής κατάστασης του Οργανισμού πρέπει να ιδωθούν υπό αυτό το πρίσμα. Πρόσφατα υπογράμμισε ότι η γνήσια πολυμερής συνεργασία αποτελεί τη μόνη οδό για την αντιμετώπιση των παγκόσμιων προβλημάτων και επέκρινε την ιδέα ότι η πολιτική των μεγάλων δυνάμεων ή οι σφαίρες επιρροής θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως εναλλακτική. Πριν από ένα χρόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους από την UNESCO· τον περασμένο μήνα ο Τραμπ υπέγραψε διάταγμα για τον τερματισμό της αμερικανικής συμμετοχής σε περισσότερους από 30 άλλους οργανισμούς και υπηρεσίες του ΟΗΕ. Πιθανόν να ακολουθήσουν και άλλα μέτρα.
Παλιά εξίσωση και νέες συνθήκες
Κι όμως, η αμφιθυμία των πρόσφατων δηλώσεων του Τραμπ είναι ενδεικτική. Το Συμβούλιο Ειρήνης ενδέχεται να επιβιώσει πέραν της διετούς εντολής που του παρέχει ο ΟΗΕ. Πλην όμως, ένας οργανισμός που απαιτεί προσωπική αφοσίωση στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών δύσκολα θα εξασφαλίσει ευρεία διεθνή αποδοχή. Ταυτοχρόνως, η μόνιμη έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εξακολουθεί να προσφέρει στην Ουάσιγκτον πλεονεκτήματα με ελάχιστο κόστος – όπως ακριβώς συνέβαινε πάντοτε· τίποτε δεν έχει μεταβληθεί ουσιωδώς ως προς αυτή την εξίσωση.
Εκείνο που έχει μεταβληθεί δραματικά είναι το ίδιο το κύρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Στην επίθεση κατά της Βενεζουέλας και στην απειλή προσάρτησης της Γροιλανδίας δεν προβάλλεται κανένα μεγάλο ιδεώδες, κανένα πολιτισμικό ιδανικό. Δεν διατυπώνεται υπόσχεση εκδημοκρατισμού της Βενεζουέλας ούτε διακήρυξη ανεξαρτησίας της Γροιλανδίας. Για να χρησιμοποιήσουμε τη σμιτιανή ορολογία, απουσιάζει η «καθοδηγητική ιδέα». Ο ισχυρισμός ορισμένων εντός της κυβέρνησης Τραμπ ότι ο δυτικός πολιτισμός στην Ευρώπη πολιορκείται και ότι η αποστολή της Ουάσιγκτον είναι να τον περιφρουρήσει, εδράζεται σε μια φυλετική ιδεολογία με περιορισμένη απήχηση πέραν της άκρας δεξιάς. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ανέκοψε την κατάρρευση της δημοτικότητας των Ηνωμένων Πολιτειών μεταξύ των παλαιότερων συμμάχων τους και ενδεχομένως συνέβαλε σε αυτήν.
Η χώρα που, περισσότερο από κάθε άλλη κατά τον περασμένο αιώνα, συνέβαλε στη συγκρότηση ενός ανθεκτικού συστήματος διεθνούς οργανώσεως φαίνεται να έχει εγκαταλείψει μια γόνιμη και ευέλικτη υποκρισία για χάρη της δίψας για ισχύ και της λαχτάρας για νέες κτήσεις με κάθε κόστος. Εκείνο που έχει απολέσει δεν είναι απλώς δύναμη – είναι κάτι σπανιότερο: η σαγήνη της επιρροής.
Ο κ. Μαρκ Μαζάουερ είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Είναι συγγραφέας των βιβλίων «Το μαγεμένο παλάτι των Εθνών: Το τέλος της αυτοκρατορίας και οι ιδεολογικές αφετηρίες του ΟΗΕ» και «Κυβερνώντας τον Κόσμο: Η ιστορία μιας ιδέας».

