Ο Εθνικός Συναγερμός (RN) της Γαλλίας δεν έχει ακόμη καταφέρει να πείσει την επιχειρηματική ελίτ, η οποία ανησυχεί για τις μεταβαλλόμενες οικονομικές του θέσεις και διστάζει να συνδεθεί με ένα ακροδεξιό κόμμα που πολλοί εξακολουθούν να θεωρούν «τοξικό», σύμφωνα με περισσότερες από δώδεκα πηγές.
Λίγο περισσότερο από 14 μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο πρόεδρος του κόμματος Ζορντάν Μπαρντελά ή η Μαρίν Λεπέν έχουν σοβαρές πιθανότητες να αναλάβουν την εξουσία, έπειτα από πολυετή πορεία που μετέτρεψε το κόμμα από περιθωριακό πολιτικό σχηματισμό σε κεντρική πολιτική δύναμη.
Ωστόσο, παρά τη διευρυνόμενη απήχηση σε ψηφοφόρους που παλαιότερα το αντιμετώπιζαν με επιφυλακτικότητα, διευθύνοντες σύμβουλοι, ιδρυτές εταιρειών, επικεφαλής επιχειρηματικών ενώσεων, βουλευτές και κομματικά στελέχη που μίλησαν στο Reuters αναφέρουν ότι το εθνικιστικό, αντιμεταναστευτικό κόμμα έχει σημειώσει ελάχιστη πρόοδο ως προς τη διείσδυσή του στους κόλπους του οικονομικού κατεστημένου της χώρας.
Στελέχη επιχειρήσεων επικαλούνται μεταβαλλόμενες θέσεις σε ζητήματα από τη φορολογία έως το συνταξιοδοτικό, έλλειψη σαφήνειας ως προς τη φορολόγηση των επιχειρήσεων, δεσμεύσεις χωρίς εξασφαλισμένη χρηματοδότηση και αποκλίνουσες οικονομικές τάσεις στην ηγεσία του κόμματος – στοιχεία που, όπως λένε, δημιουργούν απορίες για το τι ακριβώς πρεσβεύει ο Εθνικός Συναγερμός.
Οι οικονομικές προτεραιότητες του κόμματος εστιάζονται στην ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης μέσω φοροελαφρύνσεων –ιδίως στην ενέργεια– στη μείωση των δημόσιων δαπανών και της συνεισφοράς της Γαλλίας στον προϋπολογισμό της Ε.Ε., καθώς και στην αναδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους με προτεραιότητα στους Γάλλους πολίτες.
«Αδυνατώ αυτή τη στιγμή να σας πω ποιο είναι το οικονομικό δόγμα του Εθνικού Συναγερμού», δήλωσε τον περασμένο μήνα στους δημοσιογράφους ο Πατρίκ Μαρτέν, επικεφαλής της εργοδοτικής οργάνωσης MEDEF.
Η απουσία λεπτομερούς σχεδίου ενδέχεται να εξελιχθεί σε εκλογικό εμπόδιο, εάν οι συντηρητικοί ψηφοφόροι που επιχειρεί να προσελκύσει ο Εθνικός Συναγερμός αρχίσουν να αμφιβάλλουν για την ικανότητά του να διαχειριστεί τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ε.Ε.
Διακριτικές προσεγγίσεις
Σύμβουλος του Μπαρντελά δήλωσε στο Reuters ότι το κόμμα είχε συναντήσεις με τους διευθύνοντες συμβούλους των μεγαλύτερων γαλλικών επιχειρήσεων. Ο ίδιος ο Μπαρντελά, ωστόσο, απέφυγε να κατονομάσει εταιρείες λέγοντας μόνο ότι τόσο εκείνος όσο και η Λεπέν συναντώνται τακτικά με επικεφαλής μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων.
«Το μήνυμα που τους μεταφέρουμε είναι ότι το κράτος δεν μπορεί να κάνει τα πάντα και πως η ανάκαμψη της χώρας προϋποθέτει την επανεκκίνηση της ανάπτυξης», ανέφερε.
Ανάμεσα στους λίγους ισχυρούς διευθύνοντες συμβούλους που έχουν αναγνωρίσει δημόσια ότι δεν μπορούν να αγνοήσουν το κόμμα, περιλαμβάνονται ο επικεφαλής της Carrefour, Αλεξάντρ Μπομπάρ, και ο διευθύνων σύμβουλος της TotalEnergies, Πατρίκ Πουγιανέ.
Προτού ο Εθνικός Συναγερμός αναδειχθεί στη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη μετά τις πρόωρες εκλογές του 2024, η Λεπέν είχε αρχίσει να διευρύνει τις επαφές της με επιχειρηματίες, δήλωσε η Σοφί ντε Μεντόν, επικεφαλής του δεξιόστροφου επιχειρηματικού δικτύου ETHIC και στενή συνεργάτιδα της Λεπέν.
Ενα κόμμα, δύο προγράμματα;
Επικεφαλής επιχειρήσεων δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να αποκρυπτογραφήσουν τις οικονομικές προτεραιότητες του Εθνικού Συναγερμού, ιδίως μετά την προεκλογική εκστρατεία του 2024, όταν το κόμμα υποσχόταν ανατροπή της αύξησης του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης και αυξήσεις μισθών.
«Υπάρχουν ακόμη δύο οικονομικά προγράμματα – της Μαρίν Λεπέν και του Ζορντάν Μπαρντελά», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος μεγάλης γαλλικής εταιρείας. «Το ένα (του Μπαρντελά) κλίνει προς την ελεύθερη αγορά, το άλλο προς έναν σοσιαλιστικό-κομμουνιστικό προσανατολισμό», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η κομματική βάση ευθυγραμμίζεται περισσότερο με τον λαϊκισμό της Λεπέν.
Η αμφισημία αυτή βοήθησε αρχικά το RN να διευρύνει την εκλογική του βάση, όμως πλέον μετατρέπεται σε μειονέκτημα, καθώς το κόμμα επιχειρεί να παρουσιαστεί ως αξιόπιστη εναλλακτική διακυβέρνησης, εκτιμούν τρία στελέχη επιχειρήσεων.
Η αβεβαιότητα για το ποιος θα είναι τελικά υποψήφιος το 2027 περιπλέκει περαιτέρω τους υπολογισμούς των επιχειρηματιών. Η Λεπέν δίνει μάχη για το πολιτικό της μέλλον, καθώς έχει ασκήσει έφεση κατά ποινής πενταετούς στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων για κατάχρηση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Αν η ποινή επικυρωθεί το καλοκαίρι, όπως η ίδια έχει δηλώσει, υποψήφιος θα είναι ο Μπαρντελά.
Επιχειρηματικοί κύκλοι επισημαίνουν επίσης ότι οι αριθμοί δεν «βγαίνουν» και εκφράζουν ανησυχία για τη στάση του κόμματος στη Βουλή. Μεγάλο μέρος των προτεινόμενων περικοπών του RN βασίζεται στον περιορισμό της πρόσβασης μεταναστών σε κοινωνικά επιδόματα – όμως οικονομολόγοι εκτιμούν ότι τα εξοικονομούμενα ποσά δεν επαρκούν για να χρηματοδοτήσουν το πρόγραμμα.
Η υπουργός Προϋπολογισμού Αμελί ντε Μονσαλέν επισημαίνει συχνά ότι οι βουλευτές του RN στήριξαν αυξήσεις φόρων σε μεγάλες επιχειρήσεις ύψους σχεδόν 34 δισ. ευρώ, όταν ο προϋπολογισμός του 2026 ήρθε προς ψήφιση.
Οι βουλευτές του RN έχουν επίσης μεταβάλει τη στάση τους για τον φόρο περιουσίας –αφορά περιουσιακά στοιχεία άνω των 100 εκατ. ευρώ– που προωθεί η Αριστερά, επιλέγοντας την αποχή τον περασμένο Φεβρουάριο και καταψηφίζοντάς τον τον Οκτώβριο.
Ανώτερο στέλεχος του RN, που ζήτησε να διατηρήσει την ανωνυμία του, δήλωσε ότι το κόμμα εξετάζει την υιοθέτηση «χρυσού κανόνα» για το δημοσιονομικό έλλειμμα 3%, στέλνοντας «σήμα» υπέρ της δημοσιονομικής πειθαρχίας σε επιχειρηματίες και διεθνείς επενδυτές.
Ο Μπαρντελά δήλωσε ότι το κόμμα θα επικεντρωθεί σύντομα στη μείωση της γραφειοκρατίας που, όπως υποστηρίζει, επιβαρύνει τις επιχειρήσεις.
Οι αντίπαλοι
Παρότι οι προεδρικές προεκλογικές εκστρατείες δεν αναμένεται να ξεκινήσουν ουσιαστικά πριν από τα τέλη του έτους, το RN διαθέτει ακόμη χρόνο για να εξειδικεύσει το οικονομικό του πρόγραμμα. Ωστόσο, οι πολιτικοί του αντίπαλοι κινούνται ήδη για να αξιοποιήσουν την κατάσταση.
Οι Ρεπουμπλικανού, το παραδοσιακό κεντροδεξιό κόμμα που επίσης στοχεύει στους συντηρητικούς ψηφοφόρους, επεξεργάζονται φιλικές προς τις επιχειρήσεις προτάσεις για τη μείωση του υψηλού κόστους εργασίας στη Γαλλία.
«Ως Ρεπουμπλικανοί, δεν χρειάζεται να δικαιολογούμε τις επαφές μας με τον επιχειρηματικό κόσμο», δήλωσε η βουλευτής των Ρεπουμπλικανών Βερονίκ Λουβαζί. «Ανταλλάσσουμε απόψεις και λαμβάνουμε καθημερινά ανατροφοδότηση για τις ανησυχίες τους», τόνισε.
Πηγή: Reuters

