Η δημοκρατία πεθαίνει στο σκοτάδι. Ανασαίνει όμως βαριά στο ημίφως της τεχνολογικής και πολιτικής ανατροπής. Οι μαζικές περικοπές στη λειτουργία της Washington Post γεννούν ερωτήματα για τα κίνητρα της συρρίκνωσης ενός από τους διαχρονικούς πυλώνες του αμερικανικού συστήματος. Κάποια από αυτά έχουν απαντήσεις.
Η είδηση δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Η ιστορική εφημερίδα της αμερικανικής πρωτεύουσας απολύει με μία κίνηση περισσότερους από 300 δημοσιογράφους της, μειώνοντας κατά τουλάχιστον 30% το εργατικό δυναμικό της. Η Washington Post θα επικεντρώνεται πλέον «στις εθνικές υποθέσεις, στις επιχειρήσεις και στην υγεία». Υποβαθμίζει ολόκληρους τομείς όπως τα τοπικά αλλά και τα αθλητικά νέα. Κυρίως όμως περιορίζει την ενασχόληση με το σπορ της διεθνούς ενημέρωσης, όπως υποδηλώνει η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση της Λίζι Τζόνσον· η ανταποκρίτρια της εφημερίδας στο Κίεβο απολύθηκε ενώ βρισκόταν στην εμπόλεμη ζώνη της Ουκρανίας.
Πού είναι το κοινό
Πριν από την εφημερίδα του Τζεφ Μπέζος, ήταν οι Αμερικανοί αναγνώστες που γύρισαν την πλάτη στον κόσμο. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Chicago Council on Global Affairs, σήμερα ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για τα νέα που αφορούν την οικονομία (50%) παρά για τις ειδήσεις που αφορούν τις σχέσεις των ΗΠΑ με άλλες χώρες (30%). Το επιβάλλει –αν μη τι άλλο– και η πολιτική συγκυρία, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος εξακολουθεί να διακηρύττει την απόσυρση των ΗΠΑ από τις διεθνείς υποθέσεις, κι ας εμπλέκεται ενεργά σε παραπάνω από μία περιπτώσεις. Επτά, μέχρι στιγμής, είναι οι περιοχές του πλανήτη στις οποίες έχει επέμβει στρατιωτικά η κυβέρνηση Τραμπ.
Η «έξοδος» των ταλέντων – Οι προσωπικές εντάσεις του νυν διευθυντή με την αίθουσα σύνταξης, αλλά και οι οδηγίες του Μπέζος στο τμήμα των άρθρων γνώμης, συνέβαλαν σε ομαδικές εξόδους ταλέντων, εξέλιξη η οποία έχει αντίκτυπο στα οικονομικά της εφημερίδας.
Οι ανακατατάξεις στον Τύπο, την εποχή των social media και του ChatGPT, είναι η μία πτυχή της ιστορίας. Ομως, δεν επαρκεί για να εξηγήσει την τόσο ραγδαία πτώση της ιστορικής εφημερίδας. Η επιτυχημένη μετάβαση του επιχειρηματικού μοντέλου ανταγωνιστικών εφημερίδων στην αμερικανική αγορά, όπως οι New York Times και η Wall Street Journal, φανερώνει ότι τα προβλήματα της Washington Post κατά βάση πηγάζουν από την ίδια την Washington Post.
Το προσωπικό της έχει μειωθεί συνολικά κατά περίπου 400 άτομα μέσα σε μόλις τρία χρόνια, γεγονός που πυροδοτεί τις αντιδράσεις μαζί με τις απορίες γύρω από τη σφοδρότητα των εξελίξεων σε μια εφημερίδα – θεσμό της αμερικανικής αλλά και της διεθνούς πραγματικότητας. Η διοίκηση της Post και πρωτίστως ο ιδιοκτήτης της κατηγορούνται, τουλάχιστον, για έλλειψη ενσυναίσθησης μετά την επιλογή τους να μην τοποθετηθούν ανοιχτά αναφορικά με τις εξελίξεις οι οποίες αφορούν περισσότερο από το 1/3 του ανθρώπινου δυναμικού της εφημερίδας.

«Αυτή η μέρα κατατάσσεται στις πιο σκοτεινές στην ιστορία ενός από τους μεγαλύτερους ειδησεογραφικούς οργανισμούς στον κόσμο», τόνιζε σε μακροσκελή δήλωση ο πρώην διευθυντής της εφημερίδας Μάρτι Μπάρον. «Αυτή η σφαγή θα αποτελέσει τη διαχρονική κληρονομιά του Τζεφ Μπέζος, του Γουίλ Λιούις, και της ηγεσίας που στάθηκε δίπλα τους», έγραψε η πρώην –επί χρόνια– δημοσιογράφος της Post Ασλεϊ Πάρκερ.
Η στροφή στο περιεχόμενο
Ομολογουμένως, οι οικονομικές δυσκολίες της εφημερίδας προηγούνται της θητείας του Λιούις. Ομως έχουν επιδεινωθεί. Οσοι γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα γύρω από την Washington Post αποδίδουν την πτώση της σε μια σειρά από αμφιλεγόμενες επιλογές, όπως η στροφή από το δυναμικό, τοπικό και διεθνές ρεπορτάζ, σε μια πιο γενική κάλυψη εθνικών και ευρύτερων κοινωνικών θεμάτων.
Η διοίκηση υπό τον Τζεφ Μπέζος έχει κάνει σαφή τη στόχευση σε ένα ευρύτερο κοινό και πειραματίζεται με νέες μεθόδους σύνδεσης με τους νεότερους, χρησιμοποιώντας τεχνητή νοημοσύνη και εστιάζοντας περισσότερο στους δημιουργούς περιεχομένου. Μέχρι στιγμής, οι προσπάθειες αυτές δεν έχουν συνεισφέρει ιδιαίτερα στα έσοδα της εταιρείας.
Οι προσωπικές εντάσεις του Λιούις με την αίθουσα σύνταξης της Post, αλλά και οι οδηγίες του Μπέζος στο τμήμα των άρθρων γνώμης, συνέβαλαν σε ομαδικές εξόδους ταλέντων της εφημερίδας, εξέλιξη η οποία είχε στη συνέχεια αντίκτυπο στις επιχειρηματικές επιδόσεις της. Οι εκλογές του 2016 και η πρώτη θητεία του Αμερικανού προέδρου είχαν δώσει ώθηση για κάποιες κερδοφόρες χρονιές της Washington Post υπό τον Μπέζος.
Από τα κέρδη στις ζημίες – Η πρώτη θητεία του Αμερικανού προέδρου είχε δώσει ώθηση για κάποιες κερδοφόρες χρονιές της Washington Post υπό τον Μπέζος. Ακολούθησαν όμως έτη οικονομικών απωλειών: μείον 77 εκατ. δολάρια το 2023, μείον 100 εκατ. το 2024.
Ακολούθησαν όμως έτη οδυνηρών οικονομικών απωλειών: μείον 77 εκατ. δολάρια το 2023, μείον 100 εκατ. το 2024. Προφανώς, ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας όπως ο Μπέζος δεν μπορεί να ανεχθεί διαδοχικές απώλειες σε ένα εγχείρημα που φέρει την υπογραφή του, ιδίως αν ο ίδιος δεν εμφορείται από τις αξίες που θα δικαιολογούσαν οικονομικές θυσίες αμελητέες για τη δική του οικονομική επιφάνεια.
Νωρίς το πρωί της περασμένης Τετάρτης, οι εργαζόμενοι της εφημερίδας έλαβαν ένα e-mail το οποίο προανήγγειλε «ορισμένες σημαντικές ενέργειες» της εταιρείας. Τους δόθηκε η οδηγία να μείνουν σπίτι και να παρακολουθήσουν ένα «διαδικτυακό σεμινάριο Zoom στις 8.30 π.μ.». Από εκείνη τη στιγμή, όλοι τους γνώριζαν ότι θα ακολουθούσαν μαζικές απολύσεις.
Είχε αρχίσει αλλιώς
Στα πρώτα χρόνια της θητείας του, ο Μπέζος είχε εμφανιστεί ως θεματοφύλακας της ποιοτικής δημοσιογραφίας, δημιουργώντας την ευρύτερη προσδοκία ότι ένα φιλανθρωπικής φύσης ιδιοκτησιακό καθεστώς των μέσων ενημέρωσης θα μπορούσε να μετριάσει τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε ο κλάδος των ειδήσεων. Στη συνέχεια, όμως, ο Μπέζος ακολούθησε τα χνάρια άλλων δισεκατομμυριούχων οι οποίοι μετέβαλαν τη στάση τους απέναντι στον πανίσχυρο πλέον Τραμπ. Ο ίδιος φαίνεται να ακολουθεί μια πολιτική συμβιβασμού και συναλλαγής με τη σημερινή κυβέρνηση.
Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η Amazon χρηματοδότησε με εκατομμύρια δολάρια την προώθηση του ντοκιμαντέρ «Μελάνια», σε μια συμφωνία ύστερα από δείπνο του Μπέζος με τους Τραμπ. Η σημερινή διαχείριση έρχεται σε αντίθεση με την περίοδο της πρώτης θητείας του Αμερικανού προέδρου. Τότε ο Μπέζος είχε σταθεί στο πλευρό της Post ακόμη και όταν ρίσκαρε συμβάσεις με το κράτος που θα μπορούσαν να του κοστίσουν δισ. δολάρια.
Στη δεύτερη θητεία Τραμπ, ο ιδιοκτήτης της εφημερίδας δεν έχει επιδείξει τον ίδιο ζήλο μπροστά σε γεγονότα όπως η έφοδος του FBI στο σπίτι της Χάνα Νάτανσον, όταν η δημοσιογράφος της Post έβλεπε την ομοσπονδιακή υπηρεσία να κατάσχει τα τηλέφωνα και τους φορητούς υπολογιστές της. Σημειωτέον, η Νάτανσον είχε καλύψει τις απολύσεις ομοσπονδιακών υπαλλήλων από την κυβέρνηση Τραμπ.
Τη νέα φάση της Post είχε ήδη σηματοδοτήσει η απόφαση του Μπέζος να «κόψει» κύριο άρθρο της εφημερίδας που δήλωνε στήριξη προς την Κάμαλα Χάρις, γεγονός που φέρεται να έχει κοστίσει μεγάλο όγκο συνδρομητών, οι οποίοι απομακρύνθηκαν από τη μέχρι τότε αγαπημένη τους πηγή ενημέρωσης. «Εξοργισμένοι, καθώς έβλεπαν τον ιδιοκτήτη Τζεφ Μπέζος να προδίδει τις αξίες που υποτίθεται ότι έπρεπε να υποστηρίζει, οι πιστοί αναγνώστες εγκατέλειψαν την Post. Στην πραγματικότητα, εκδιώχθηκαν, κατά εκατοντάδες χιλιάδες», έχει τονίσει χαρακτηριστικά ο Μπάρον – η εφημερίδα κέρδισε ουκ ολίγα βραβεία Πούλιτζερ, στη διάρκεια των οκτώ ετών που ο ίδιος διετέλεσε διευθυντής.
Οι οικονομικές δυσκολίες και οι απαιτήσεις της μετάβασης στον τομέα της ενημέρωσης δικαιολογούν μέχρις ενός σημείου τη λήψη δυσάρεστων αποφάσεων. Η σημερινή διοίκηση της εφημερίδας υπό τον Μπέζος παρουσιάζει μάλιστα τις εξελίξεις ως τον επώδυνο τοκετό ενός μετασχηματισμού που θα οδηγήσει την Washington Post στη νέα εποχή. Ομως το αφήγημά της δεν πείθει τον δημοσιογραφικό κόσμο των ΗΠΑ, ο οποίος κλιμακώνει τις αντιδράσεις του.
Ειδικοί προτείνουν μάλιστα στον Μπέζος να δωρίσει την Post σε φιλανθρωπικό ίδρυμα ή να τη μετατρέψει σε μη κερδοσκοπικό οργανισμό ο οποίος θα χρηματοδοτείται από τον Μπέζος, αλλά θα λειτουργεί ανεξάρτητα από εκείνον. Του συνιστούν να αναγνωρίσει με αυτόν τον τρόπο τη σύγκρουση συμφερόντων που κατά τη γνώμη τους διέπει τις ιδιοκτησίες του, κάνοντας συγχρόνως το σωστό για τη μακροζωία της εφημερίδας.
Απαξιώνει ο Τζεφ Μπέζος την Washington Post για να κερδίσει την εύνοια του Τραμπ; Δύσκολο να το ισχυριστεί κανείς. Ομως, συμβαίνει εκ του αποτελέσματος.

