Οι μαζικές απολύσεις περίπου 300 δημοσιογράφων στη Washington Post δεν είναι απλώς μια ακόμη «αναδιάρθρωση». Είναι ένα γεγονός με βαθύ συμβολικό και πολιτικό βάρος. Οταν περικοπές αυτού του μεγέθους γίνονται στη ναυαρχίδα της αμερικανικής –και παγκόσμιας– δημοσιογραφίας, το ερώτημα δεν είναι αν περνά κρίση ο έντυπος Τύπος. Το ερώτημα είναι αν υπονομεύεται συνειδητά η ίδια η επαγγελματική ενημέρωση.
Η Washington Post δεν είναι μια οποιαδήποτε εφημερίδα. Είναι θεσμός της αμερικανικής δημοκρατίας. Είναι η εφημερίδα του Watergate. Είναι ο οργανισμός με πάνω από 70 βραβεία Πούλιτζερ. Η συνεισφορά της στη δημόσια λογοδοσία είναι ιστορική και διαρκής.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το πώς υλοποιούνται αυτές οι περικοπές. Ανάμεσα στους απολυμένους ήταν και ανταποκριτής της εφημερίδας στην εμπόλεμη Ουκρανία, ο οποίος έμαθε για την απόλυσή του μέσω email, ενώ βρισκόταν στο μέτωπο, με κίνδυνο της ζωής του. Αυτό δεν είναι απλώς διαχειριστική αναλγησία· είναι ένδειξη θεσμικής παρακμής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η φύση των απολύσεων. Η δραστική συρρίκνωση των διεθνών ειδήσεων δείχνει ότι τα αντίστοιχα γεγονότα –πόλεμοι, γεωπολιτικές κρίσεις, διεθνείς ανισορροπίες– αντιμετωπίζονται ως δαπανηρό βάρος και όχι ως δημοκρατική αναγκαιότητα. Μια εφημερίδα που ιστορικά βοηθούσε τους Αμερικανούς αναγνώστες να κατανοούν τον κόσμο, επιλέγει τώρα να αποσυρθεί από αυτόν. Σε μια εποχή παγκόσμιας αστάθειας, η εγκατάλειψη της διεθνούς δημοσιογραφίας δεν είναι ουδέτερη επιλογή· είναι πολιτική υποχώρηση.
Το ίδιο αποκαλυπτική είναι και η κατάργηση της αθλητικής κάλυψης. Το επιχείρημα ότι «τα σπορ δεν φέρνουν αναγνώστες» ή ότι ο ανταγωνισμός από εξειδικευμένες πλατφόρμες καθιστά την κάλυψη περιττή, αποτυπώνει μια στενά λογιστική αντίληψη της ενημέρωσης. Τα αθλητικά, όμως, δεν είναι απλώς θέαμα ή αποτελέσματα· είναι κοινωνία, πολιτισμός, οικονομία, ταυτότητα. Η εξαφάνισή τους από μια μεγάλη εφημερίδα σηματοδοτεί τη σταδιακή αποσύνδεση της δημοσιογραφίας από την καθημερινή εμπειρία των πολιτών.
Το επιχείρημα της οικονομικής αναγκαιότητας δεν αντέχει σε σοβαρό έλεγχο. Η Washington Post κοστίζει, σύμφωνα με εκτιμήσεις, περίπου 100 εκατ. δολάρια τον χρόνο. Ο ιδιοκτήτης της, Τζεφ Μπέζος, αύξησε την προσωπική του περιουσία από 194 δισ. δολάρια το 2024 σε περίπου 249 δισ. σήμερα. Με συντηρητικούς υπολογισμούς, το ετήσιο κόστος της εφημερίδας ισοδυναμεί με τα έσοδα τεσσάρων ημερών. Συνεπώς, οι απολύσεις δεν έγιναν επειδή «δεν βγαίνουν τα νούμερα».
Ο ίδιος ο Μπέζος, το 2013, όταν αγόραζε την εφημερίδα, μιλούσε για δύο μορφές θάρρους: το θάρρος της επιβεβαίωσης και το θάρρος να «ακολουθείς την ιστορία, όποιο κι αν είναι το κόστος». Σήμερα, το κόστος φαίνεται να το πληρώνει αποκλειστικά η δημοσιογραφία.
Οπως εύστοχα σημείωσε ο Πίτερ Μπέικερ των New York Times, καμία εφημερίδα δεν σώθηκε ποτέ υποβαθμίζοντας το προϊόν της. Αυτό που συμβαίνει στη Washington Post δεν είναι απλώς μια ακόμη συρρίκνωση του κλάδου· είναι η αποσύνθεση ενός θεσμού απαραίτητου για μια υγιή δημοκρατία.
Γι’ αυτό ακριβώς οι εξελίξεις αυτές καθιστούν ακόμη πιο επίκαιρη την ανάγκη να αναγνωριστεί θεσμικά η δημοσιογραφία ως δημόσιο αγαθό. Οχι ως εμπόρευμα που αξιολογείται αποκλειστικά με όρους επισκεψιμότητας και κερδοφορίας, αλλά ως κρίσιμη υποδομή της δημοκρατίας, αντίστοιχη με την παιδεία, τη δικαιοσύνη και τη δημόσια υγεία. Σε αυτό το σημείο, οι ευθύνες δεν βαραίνουν μόνο τους ιδιοκτήτες των μέσων, αλλά και το κράτος. Η δημοκρατία δεν μπορεί να επαφίεται αποκλειστικά στις αγορές ή στις διαθέσεις των ισχυρών για την επιβίωση της ενημέρωσης. Χρειάζεται θεσμικές εγγυήσεις, πολιτικές στήριξης και σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο που να αναγνωρίζει τη δημοσιογραφία ως κρίσιμη δημόσια υποδομή και όχι ως αναλώσιμο επιχειρηματικό προϊόν. Η περίπτωση της Washington Post δεν είναι εξαίρεση· είναι προειδοποίηση.
Δεν πρόκειται για το τέλος του έντυπου Τύπου. Πρόκειται για κάτι χειρότερο: για την αποδοχή ότι η ποιοτική, ενοχλητική, ερευνητική δημοσιογραφία θεωρείται πλέον περιττή. Και αυτό, σε μια εποχή αυταρχισμού, παραπληροφόρησης και πολέμων, είναι πολιτική επιλογή. Οχι οικονομική αναγκαιότητα.
*Ο Νίκος Σ. Παναγιώτου είναι καθηγητής διευθυντής Εργαστηρίου Ειρηνευτικής Δημοσιογραφίας, Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ, ΑΠΘ

