Ο μετριοπαθής υποψήφιος των Σοσιαλιστών αναμένεται να εξασφαλίσει καθοριστική νίκη επικρατώντας του λαϊκιστή Ακροδεξιού υποψηφίου στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών στην Πορτογαλία, σύμφωνα με νέα δημοσκόπηση.
Ο Αντόνιο Ζοζέ Σεγκούρο, πρώην ηγέτης των Σοσιαλιστών, προηγείται στην πρόθεση ψήφου με 67%, ενώ 33% φέρεται να εξασφαλίζει ο Αντρέ Βεντούρα, ο αρχηγός του λαϊκιστικού Chega (Αρκετά), σύμφωνα με δημοσκόπηση του Catolica University, που δόθηκε αργά χθες, Τρίτη, το βράδυ στη δημοσιότητα από το δίκτυο RTP.
Στα 50 χρόνια που πέρασαν από την πορτογαλική Επανάσταση των Γαριφάλων, η οποία ανέτρεψε το δικτατορικό καθεστώς, δεύτερος γύρος σε προεδρικές εκλογές έχει πραγματοποιηθεί μόνο μια φορά, το 1986, γεγονός που υπογραμμίζει την πόλωση στην πολιτική ζωή της χώρας και την απογοήτευση των ψηφοφόρων από τα συστημικά κόμματα εν μέσω της ανόδου της Ακροδεξιάς.
Ο ρόλος του προέδρου στην Πορτογαλία είναι σε μεγάλο βαθμό εθιμοτυπικός, ωστόσο διαδραματίζει ρόλο διαμεσολαβητή στο πολωμένο πολιτικό τοπίο της χώρας. Διαθέτει ακόμη την εξουσία να ασκεί βέτο σε νόμους και να αποπέμπει την κυβέρνηση.
Ο Σεγκούρο έχει δηλώσει ότι θα είναι μετριοπαθής, ενωτικός πρόεδρος, ανεξάρτητος από παραταξιακές πολιτικές, και ότι δεν θα λειτουργεί ως «σκιώδης πρωθυπουργός», αρνούμενος να αναμειχθεί στον ρόλο της κυβέρνησης για τα τρέχοντα θέματα.
Αντιθέτως, ο Βεντούρα έχει προειδοποιήσει ότι θα είναι «παρεμβατικός πρόεδρος», υποσχόμενος να καταπολεμήσει τη διαφθορά επί δεκαετίες των συστημικών κομμάτων και ότι θα προωθήσει μια ισχυρή αντιμεταναστευτική ατζέντα.
Δέχεται κριτική για σχόλια που θεωρούνται ρατσιστικά προς την κοινότητα των Ρομά και τους μετανάστες από τη Νότια Ασία.
Το Chega, που ιδρύθηκε πριν από λιγότερο από επτά χρόνια, αναδείχθηκε τον περασμένο Μάιο ως η κύρια δύναμη της αντιπολίτευσης αφού κέρδισε το 22,8% των ψήφων στις βουλευτικές εκλογές.
Οι επικριτές του Βεντούρα ισχυρίζονται ότι χρησιμοποιεί τις προεδρικές εκλογές για να ενισχύσει και να επεκτείνει περαιτέρω την παρουσία του κόμματός του στη χώρα.
Η δημοσκόπηση, που διεξήχθη μεταξύ 29 Ιανουαρίου και 2 Φεβρουαρίου, βασίστηκε σε δείγμα 1.601 ψηφοφόρων και έχει περιθώριο σφάλματος 2,4%.
Με πληροφορίες από Reuters, ΑΠΕ – ΜΠΕ

