Ρώσοι και Ουκρανοί παρουσιάζονται να συμφωνούν πια σε ένα πράγμα: Το εδαφικό φαίνεται να αποτελεί και για τους δύο το μεγαλύτερο από τα εναπομείναντα αγκάθια στον δρόμο προς μια ενδεχόμενη ειρήνευση.
Υπάρχουν, βέβαια, κι άλλες εκκρεμότητες, σχετικές εν προκειμένω με το μεταπολεμικό καθεστώς ασφαλείας της Ουκρανίας και τις προϋποθέσεις μιας πλήρους εκεχειρίας. Ωστόσο, το εδαφικό – το πώς και το πού θα χωρίζονται δηλαδή τα εδάφη μεταξύ Ρώσων και Ουκρανών στη μεταπολεμική ανατολική Ουκρανία – εκτιμάται ότι θα μπορούσε, εάν συμφωνηθεί, να λειτουργήσει ως καταλύτης, συμπαρασύροντας προς μια συμβιβαστική λύση κι όλες τις άλλες εκκρεμότητες.
Ενα «επιλύσιμο» ζήτημα
«Το μόνο που απομένει […] είναι η εδαφική διεκδίκηση στο Ντονέτσκ. Καταβάλλονται προσπάθειες για να διαπιστωθεί εάν γίνεται να συμβιβαστούν οι απόψεις των δύο πλευρών σχετικά με αυτό το θέμα […] Τουλάχιστον καταφέραμε να περιορίσουμε τις συζητήσεις σε ένα κεντρικό ζήτημα», δήλωσε προ ημερών ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της αμερικανικής Γερουσίας. Κάτι ανάλογο είχε δηλώσει προ εβδομάδων, από το Νταβός, και ο ειδικός απεσταλμένος του Λευκού Οίκου, Στιβ Γουίτκοφ, όταν μιλούσε για τις ουκρανορωσικές διαφορές που έχουν πια καταλήξει σε ένα «επιλύσιμο» ζήτημα.
Επειτα από τέσσερα χρόνια πολέμου (τέσσερα χρόνια τα οποία γίνονται σχεδόν 12 εάν συνυπολογίσει κανείς κι όλες εκείνες τις «ανεπίσημες» συγκρούσεις της περιόδου 2014-2022), οι Ουκρανοί αφήνουν να εννοηθεί ότι θα μπορούσαν να συζητήσουν μια συμφωνία που θα δέχεται ως βάση διαπραγμάτευσης τις νυν γραμμές του μετώπου. Στο πλαίσιο ενός τέτοιου σεναρίου εκεχειρίας, οι δυνάμεις του Κιέβου θα μπορούσαν να απέχουν από κάθε στρατιωτική επιχείρηση που θα είχε ως στόχο την ανακατάληψη εδαφών τα οποία είναι σήμερα υπό ρωσική κατοχή – με την προϋπόθεση όμως ότι και οι Ρώσοι θα έχουν εν τω μεταξύ αναστείλει πλήρως τις δικές τους επιθέσεις.
Η ρωσική πλευρά επιμένει, ωστόσο, να ζητά περισσότερα από όσα σήμερα κατέχει.
Διαφορετικές προσεγγίσεις
Το θέμα συζητήθηκε τις περασμένες ημέρες στο Αμπού Ντάμπι και πρόκειται να συζητηθεί ξανά, στο πλαίσιο των συνομιλιών που αναμένονται.
«Δεν είναι μυστικό ότι το εδαφικό ζήτημα είναι θεμελιώδους σημασίας για τη ρωσική πλευρά», δήλωσε την περασμένη Δευτέρα ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ.
Ηταν Σεπτέμβριος του 2022, όταν η Μόσχα ανακοίνωσε ότι προχωρά στην προσάρτηση τεσσάρων ουκρανικών επαρχιών, οι κάτοικοι των οποίων φέρονται να υπερψήφισαν την ένωση με τη Ρωσία στο πλαίσιο προσχηματικών «δημοψηφισμάτων». Με βάση όσα είχε ανακοινώσει τότε το Κρεμλίνο, οι περιοχές της Χερσώνας, της Ζαπορίζια, του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ θα αποτελούσαν στο εξής κομμάτι της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Το παράδοξο τότε, ήταν ότι η Ρωσία «προσαρτούσε» μονομερώς εδάφη τα οποία όμως δεν ήλεγχε επί του πεδίου στην ολότητά τους.
Ασυμφωνία μεταξύ κτήσεων και απαιτήσεων
Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά, αυτό το «παράδοξο» παραμένει, με τους Ρώσους να απαιτούν την παράδοση εδαφών τα οποία εκείνοι δεν έχουν όμως καταφέρει ακόμη να ελέγξουν στρατιωτικά, κυρίως στην περιφέρεια του Ντονέτσκ.
Την περίοδο από τα τέλη του 2022 έως και τα τέλη του 2024, από πλευράς εδαφικών κτήσεων στο μέτωπο της Ουκρανίας δεν άλλαξαν πολλά. Η Washington Post σημείωνε χαρακτηριστικά πριν από περίπου δύο χρόνια, σε ανάλυσή της, ότι οι Ρώσοι δεν μπορούσαν να πάρουν νέα εδάφη, αλλά ούτε και οι Ουκρανοί να πάρουν πίσω κάποια από τα χαμένα.
Το 2025 ωστόσο, που ακολούθησε, ήταν «καλύτερο» για τη ρωσική πλευρά καθώς αυτή κατάφερε να επεκτείνει τις κτήσεις της κυρίως στην περιοχή του Ντονέτσκ.
Οι εδαφικές αλλαγές του 2025
Σύμφωνα με ουκρανικές πηγές (Kyiv Independent/ DeepState), τη χρονιά που πέρασε οι Ρώσοι επέκτειναν τις κτήσεις τους στην Ουκρανία κατά περίπου 4.336 τετραγωνικά χιλιόμετρα, έκταση που αντιστοιχεί περίπου στο 1% της ουκρανικής επικράτειας. Αυτή η επέκταση έλαβε ωστόσο χώρα κυρίως στην περιφέρεια του Ντονέτσκ, όπου οι ρωσικές κτήσεις αυξήθηκαν κατά περίπου 10% μέσα σε περίπου έναν χρόνο. Ως εκ τούτου, οι Ρώσοι παρουσιάζονται πια, εν έτει 2026, να ελέγχουν το 19% με 20% της ουκρανικής επικράτειας.

Σύμφωνα με όσα αναφέρει η Kyiv Independent, εάν «σπάσει» ανά περιφέρεια, αυτό το ποσοστό φέρεται να αντιστοιχεί στο 72% της Χερσώνας, στο 75% της Ζαπορίζια και στο 78% του Ντονέτσκ, ενώ το Λουγκάνσκ έχει περάσει πια σχεδόν ολοκληρωτικά υπό ρωσική κατοχή. Σύμφωνα με το CNN, «τα ρωσικά στρατεύματα αν και ελέγχουν σχεδόν ολόκληρη την περιοχή του Λουγκάνσκ, έχουν καταφέρει να καταλάβουν μόνο το 70% του Ντόνετσκ», κι αυτό πληρώνοντας βαρύ τίμημα. Το Politico από την άλλη, σημειώνει ότι οι ρωσικές δυνάμεις ελέγχουν πλέον περίπου το 80% της περιοχής του Ντονμπάς (που περιλαμβάνει το Ντονέτσκ και το Λουγκάνσκ).
Το αμερικανικό Ινστιτούτο Μελέτης του Πολέμου (Institute for the Study of War) εκτιμά ότι με τον τρέχοντα ρυθμό προόδου, η Ρωσία θα χρειαζόταν άλλον έναν με ενάμιση χρόνο μαχών προκειμένου να καταλάβει κι όλα τα υπόλοιπα τμήματα του Ντονμπάς.

Αμαχητί
Οι Ρώσοι απαιτούν ωστόσο όλα αυτά τα τμήματα να τους δοθούν αμαχητί πριν από την όποια εκεχειρία, προκειμένου να συναινέσουν σε μια κατάπαυση του πυρός.
«Η Ρωσία ελέγχει περίπου το 90% της περιοχής του Ντονμπάς και ο Πούτιν έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι εάν η Ουκρανία δεν παραχωρήσει το υπόλοιπο, τότε η Ρωσία θα το καταλάβει με τη βία», γράφει το πρακτορείο Reuters. «Η αποχώρηση (σ.σ. των Ουκρανών) από το Ντονμπάς είναι ο δρόμος προς την ειρήνη», έγραψε σε ανάρτησή του ο σύμβουλος του Κρεμλίνου, Κίριλ Ντμίτριεφ, ενώ ο ίδιος ο Πούτιν είχε ξεκαθαρίσει, ήδη από τον περασμένο Δεκέμβριο, ότι η Μόσχα είναι αποφασισμένη να καταλάβει το Ντονμπάς με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.
Επειτα από την τελευταία συνάντηση που είχε με τον απεσταλμένο του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, στη Μόσχα, ο σύμβουλος του Πούτιν, Γιούρι Ουσάκοφ, επανέλαβε ότι δεν γίνεται να υπάρξει μακροπρόθεσμη διευθέτηση του Ουκρανικού «χωρίς την επίλυση του εδαφικού ζητήματος». Ο ίδιος υπογράμμισε, ωστόσο, και κάτι άλλο: ότι το Ντονμπάς πρέπει να περάσει υπό ρωσικό έλεγχο… προκειμένου να σημειωθεί πρόοδος στις συνομιλίες. Με άλλα λόγια, οι Ρώσοι ζητούν να τους δοθούν αυτά τα εδάφη πριν από την όποια ενδεχόμενη συνολική συμφωνία διευθέτησης.
Τα 28 σημεία και η «φόρμουλα του Ανκορατζ»
Η εκχώρηση του Ντονμπάς στη Ρωσική Ομοσπονδία ήταν όντως ένα από τα συνολικά 28 σημεία (το υπ’ αριθμόν 21) του σχεδίου που είχε παρουσιάσει η ομάδα του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, τον περασμένο Νοέμβριο. Σύμφωνα με εκείνο το πλάνο, το οποίο απορρίφθηκε από την ουκρανική πλευρά ως υπερβολικά φιλορωσικό, η Χερσώνα και η Ζαπορίζια θα χωρίζονταν με βάση τις γραμμές επαφής επί του πεδίου, αλλά η Κριμαία, το Λουγκάνσκ και το Ντονέτσκ θα αναγνωρίζονταν στην ολότητά τους ως de facto ρωσικά. Ειδικά στο Ντονέτσκ, οι Ουκρανοί θα έπρεπε να αποσυρθούν από εδάφη που ακόμη ήλεγχαν. Τα εδάφη αυτά θα αναγνωρίζονταν ως κομμάτι της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αλλά οι ρωσικές δυνάμεις δεν θα μπορούσαν να εισέλθουν εκεί, αφού αυτά θα αντιμετωπίζονταν μεταπολεμικά ως αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη.
Την παράδοση του συνόλου των εδαφών του Ντονμπάς (του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ δηλαδή) και το πάγωμα των γραμμών επαφής στα υπόλοιπα μέτωπα (της Χερσώνας και της Ζαπορίζια) προέβλεπε, όμως, και η επονομαζόμενη «φόρμουλα του Ανκορατζ» την οποία φέρονται να συμφώνησαν οι κ.κ. Τραμπ και Πούτιν κατά τη συνάντηση που είχαν στην Αλάσκα τον περασμένο Αύγουστο.
Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει αφήσει να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να εξετάσει ένα σενάριο βάσει του οποίου τμήμα του Ντονέτσκ θα αποστρατιωτικοποιηθεί και θα χαρακτηριστεί «ελεύθερη οικονομική ζώνη», αλλά ως κομμάτι της Ουκρανίας. Ο Ουκρανός πρόεδρος είχε αναφερθεί ακόμη και στο ενδεχόμενο διεξαγωγής δημοψηφίσματος για το θέμα, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι θα πρέπει πρώτα να υπάρξει συνολική κατάπαυση του πυρός.
Με το εδαφικό συνδέεται, ωστόσο, και ένα άλλο ζήτημα που παραμένει σε εκκρεμότητα, εν προκειμένω εκείνο του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής στη Ζαπορίζια, που σήμερα τελεί υπό ρωσική κατοχή. Ο Ζελένσκι θα ήθελε ο σταθμός αυτός να ελέγχεται μεταπολεμικά από την Ουκρανία και τις ΗΠΑ, ωστόσο η Μόσχα θέλει να έχει κι εκείνη εμπλοκή στην όποια σχετική συμφωνία.
«Μέχρι στιγμής, δεν έχουμε καταφέρει να καταλήξουμε σε συμβιβασμό στο εδαφικό ζήτημα», δήλωσε χαρακτηριστικά χθες ο Ζελένσκι, αναγνωρίζοντας ότι οι διαφωνίες παραμένουν παράλληλα και σε σχέση με το μέλλον του πυρηνικού σταθμού της Ζαπορίζια. «Τα πιο ευαίσθητα ζητήματα παραμένουν άλυτα», παραδέχθηκε από την πλευρά του, ο Ουκρανός ΥΠΕΞ Αντρίι Σιμπίχα.
Τρία αγκάθια
Ποια είναι αυτά «τα πιο ευαίσθητα ζητήματα»;
Μέσα από τις σχετικές διεθνείς αναλύσεις προκύπτουν κατά βάση τρία κύρια ζητήματα:
- το εδαφικό (που αναλύθηκε πιο πάνω)
- οι εγγυήσεις ασφαλείας και ευρύτερα το θέμα της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην Ουκρανία
- και το αν οι μάχες θα πρέπει να σταματήσουν πριν ή έπειτα από την επίτευξη της όποιας συμφωνίας επίλυσης
Ζητήματα ασφαλείας
Γάλλοι και Βρετανοί υποτίθεται ότι είναι έτοιμοι να στείλουν στρατεύματα στην Ουκρανία εάν υπάρξει συμφωνία ειρήνευσης. Παράλληλα, η Ουκρανία λέγεται ότι θα μπορούσε να ενταχθεί στην Ε.Ε. ήδη από το 2027. Η Ε.Ε. δεν είναι ΝΑΤΟ και, ως εκ τούτου, δεν διαθέτει κάποιο άρθρο περί συλλογικής νόμιμης άμυνας και αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής όπως το Αρθρο 5 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου. Διαθέτει όμως το Αρθρο 42 (7) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση. Σύμφωνα με αυτό, «σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους».
Τι λέει η Μόσχα για όλα αυτά; Το Κρεμλίνο έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί την παρουσία στρατευμάτων που θα προέρχονται από νατοϊκές χώρες στο έδαφος της Ουκρανίας (υπενθυμίζεται ότι στο παρελθόν είχαν κυκλοφορήσει σενάρια για αποστολή στρατευμάτων εκεί από άλλες πιο «εξωτικές» χώρες). Οι Ρώσοι απαιτούν, επίσης, ο ανώτατος αριθμός των Ουκρανών στρατιωτών να μειωθεί μεταπολεμικά, από περίπου 800.000 σε κάτω από 600.000, και η Μόσχα να έχει δικαίωμα βέτο σε αποφάσεις που θα σχετίζονται με την άμυνα της Ουκρανίας.
Τι λένε οι Αμερικανοί για όλα αυτά; Η διοίκηση Τραμπ φαίνεται να θεωρεί ότι θα μπορούσαν να επιλυθούν όλα εάν επιτευχθεί πρώτα ένας συμβιβασμός στο εδαφικό και για αυτό καλεί τους Ουκρανούς να εκχωρήσουν στη Ρωσία ολόκληρο το Ντονέτσκ.
Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα των FT – το περιεχόμενο του οποίου διαψεύστηκε από τον Λευκό Οίκο, η διοίκηση Τραμπ φέρεται να ζήτησε από τους Ουκρανούς να συναινέσουν πρώτα σε εδαφικές παραχωρήσεις υπέρ της Ρωσίας στο Ντονμπάς, προκειμένου εν συνεχεία να τους παράσχει εγγυήσεις ασφαλείας. Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, οι Ουκρανοί παρουσιάζονται ωστόσο να επιθυμούν το αντίστροφο: να λάβουν πρώτα υπογεγραμμένες τις αμερικανικές δεσμεύσεις για τις εγγυήσεις ασφαλείας… κι έπειτα να δουν το εδαφικό.
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχε αναφέρει, την περασμένη εβδομάδα, ότι το κείμενο της συμφωνίας με τις ΗΠΑ για τις εγγυήσεις ασφαλείας είναι πια «100% έτοιμο». Σύμφωνα με τον Ουκρανό πρόεδρο, το μόνο που έλειπε από αυτό το κείμενο ήταν οι υπογραφές των άμεσα εμπλεκομένων. Εν τω μεταξύ ωστόσο, ανώτερος Ουκρανός αξιωματούχος παρουσίασε μια διαφορετική εικόνα, μιλώντας στους FT. Οι ΗΠΑ «σταματούν κάθε φορά που πάνε να υπογράψουν τις εγγυήσεις ασφαλείας», είπε.
Ζητήματα εκεχειρίας
Το Κίεβο ζητά συνολική εκεχειρία εδώ και τώρα. Θεωρεί ότι η κατάπαυση του πυρός πρέπει να γίνει πράξη πριν από την όποια συνολική συμφωνίας ειρήνευσης. Η Μόσχα ωστόσο από την άλλη πλευρά, ζητεί το αντίστροφο: να υπάρξει δηλαδή πρώτα μια συνολική συμφωνία κι έπειτα να σταματήσουν οι ρωσικές δυνάμεις τις επιθέσεις τους. Οι Ρώσοι προφανώς δεν βιάζονται να δουν μια εκεχειρία. Θεωρούν ότι έχουν ακόμη περιθώρια να επεκτείνουν τις κτήσεις τους εντός των ουκρανικών εδαφών δια της στρατιωτικής ισχύος, κι αυτό με την ανοχή της νυν αμερικανικής διοίκησης.
Τι μπορεί να γίνει, πρακτικά, μέσα στο 2026;
Η WSJ βλέπει τρία πιθανά σενάρια:
- Με βάση το πρώτο, που αξιολογείται και ως πιθανότερο, οι μάχες και οι επιθέσεις συνεχίζονται, αλλά παράλληλα συνεχίζονται και οι συνομιλίες. Με άλλα λόγια, τα πράγματα παραμένουν περίπου ως έχουν.
- Σύμφωνα με το δεύτερο, οι Ουκρανοί λυγίζουν πρώτοι, πριν από τους Ρώσους, λόγω εξάντλησης (υποστελέχωσης των ενόπλων δυνάμεων, λιποταξιών και ελλείψεων σε έμψυχο δυναμικό και πολεμικό υλικό).
- Σύμφωνα με το τρίτο, οι Ρώσοι «λυγίζουν» πριν από τους Ουκρανούς, με φόντο την κατάσταση της ρωσικής οικονομίας που επιδεινώνεται.
Ο Ρώσος αναλυτής Αντρέι Κολεσνίκοφ γράφει σχετικά, στο πλαίσιο ανάλυσης που δημοσίευσε στο περιοδικό Foreign Affairs: «Τόσο σε ομοσπονδιακό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, οι προϋπολογισμοί της Ρωσίας αντιμετωπίζουν πια οξεία έλλειψη εσόδων. Ως αποτέλεσμα, οι αρχές αναγκάζουν τους απλούς ανθρώπους και τις επιχειρήσεις να πληρώσουν για τον πόλεμο […] Προηγουμένως, το πετρέλαιο μπορούσε να καλύψει τα οικονομικά προβλήματα της Ρωσίας. Τώρα, οι άνθρωποι έχουν γίνει το νέο πετρέλαιο».
Τα υψηλά νούμερα των ανθρώπινων απωλειών, ο αργός ρυθμός των εδαφικών κερδών και οι οικονομικές απώλειες αποτελούν πια σαφή ένδειξη ότι η Ρωσία έχει «μικρύνει», σημειώνει ο Σεθ Τζ. Τζόουνς του αμερικανικού Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (Center for Strategic and International Studies-CSIS), όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά σε σχετικό δημοσίευμά τους οι New York Times. «Ενώ εξακολουθεί να διαθέτει πυρηνικά όπλα και μεγάλο στρατό, η Ρωσία πλέον δεν είναι μεγάλη δύναμη», προσθέτει ο Τζόουνς.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να πολεμά.
