H ρήξη στις σχέσεις HΠΑ – Ευρώπης οδηγεί πολλούς Δυτικούς ηγέτες στο Πεκίνο τις τελευταίες εβδομάδες. Στην πίσω αυλή όμως του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ εκτυλίσσεται αθέατο για τα μάτια της Δύσης ένα σαιξπηρικό δράμα, με απρόβλεπτες συνέπειες τόσο για την προσωπική του ισχύ όσο και για την ετοιμότητα της χώρας να προσαρτήσει την Ταϊβάν έως το 2027.
Το τελευταίο θύμα
Δύο ακόμη στρατηγοί, οι Ζανγκ Γιουσιά και Λιου Ζενλί, καρατομήθηκαν το περασμένο Σάββατο από την πυραμίδα που αποτελεί την ηγεσία του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (PLA), ολοκληρώνοντας το πογκρόμ που έχει εξαπολύσει τα τελευταία χρόνια ο Σι στις τάξεις του. Αυτή τη φορά, στις ιδιότυπες «μουσικές καρέκλες» που παίζει εσχάτως ο Σι με τους στρατηγούς του, περιλαμβάνεται ένας από τους στενότερους συμμάχους του και αυτό καθιστά τις τελευταίες εκκαθαρίσεις τις πιο σοκαριστικές των τελευταίων ετών. Σε ρόλο Ιάγου, ο Ζανγκ Γιουσιά, 75 ετών, είναι γιος του στρατηγού Ζανγκ Ζονγκσούν, βετεράνου αξιωματικού που επέζησε από τις ταραγμένες εποχές του Μάο κρατώντας αποστάσεις από την πολιτική.
Ο πατέρας του προέδρου Σι καταγόταν από την ίδια περιοχή της Κίνας με τον Ζανγκ και οι δύο γόνοι μεγάλωσαν μαζί – αν και ο Σι είναι τρία χρόνια νεότερος. Γαλουχήθηκαν και οι δύο ως φιλόδοξα «πριγκιπόπουλα» του ΚΚΚ, αλλά ο Σι ενεπλάκη με την πολιτική αμέσως μετά το πανεπιστήμιο, ενώ ο Ζανγκ ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία. Οι φήμες για σύγκρουση των δύο πάλαι ποτέ φίλων άρχισαν να κυκλοφορούν από το περασμένο καλοκαίρι, αλλά κάποιες κοινές εμφανίσεις τους δημιούργησαν την αίσθηση ότι το ρήγμα έχει γεφυρωθεί.
Ωστόσο η αυξανόμενη δημοτικότητα του Ζανγκ και η ενδεχόμενη προσπάθειά του να οικοδομήσει προσωπικό δίκτυο επιρροής φαίνεται ότι του στοίχισε τη θέση του. Ετσι, από τους επτά διορισμούς στρατηγών στους οποίους προέβη ο Σι στην Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή (CMC) το 2022, μόνο ένας διασώζεται σήμερα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η διατύπωση «τελούν υπό έρευνα» προεξοφλεί την καρατόμησή τους στην κομματική αργκό.
Εκκαθάριση
Ο Ντάλι Γιανγκ, Αμερικανός καθηγητής Σινολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου και ιδρυτής του κέντρου του Πανεπιστημίου στο Πεκίνο, υπενθυμίζει στην «Κ» ότι «ο Ζανγκ Γιουσιά ήταν έως σήμερα γνωστός για τη σημαντική εξουσία και επιρροή που διαθέτει. Θα μπορούσε δυνητικά να διαδραματίσει ρόλο-κλειδί στη διαδικασία της διαδοχής. Η απομάκρυνσή του, επομένως, θα σημάνει την απουσία μιας τόσο ισχυρής προσωπικότητας» μετά τον Σι.
Η αδιαφάνεια γύρω από την CMC έχει πυροδοτήσει διάφορες θεωρίες για τα αίτια του πογκρόμ κατά των στρατηγών. Η επίσημη αιτιολογία είναι η διαφθορά, αν και στη Wall Street Journal δημοσιεύθηκε ρεπορτάζ που κάνει λόγο για διαρροή πυρηνικών μυστικών προς τις ΗΠΑ. Δεν αποκλείεται ωστόσο η πληροφορία περί πυρηνικών μυστικών να είναι εσκεμμένη διαρροή του κινεζικού καθεστώτος προς Δυτικούς δημοσιογράφους. «Δεν είναι σαφές αν οι κατηγορίες αυτές (σ.σ. περί πυρηνικών μυστικών) είναι βάσιμες ή αν αποτέλεσαν μια πιο “εύπεπτη”, ημι-δημόσια εξήγηση –πιο εύκολα αποδεκτή από τους στρατιωτικούς– για την απομάκρυνση του προϊσταμένου τους, σε σύγκριση με μια ωμή προσωπική σύγκρουση εξουσίας. Αναλυτές αμφισβητούν πώς ένας τόσο υψηλόβαθμος αξιωματούχος θα μπορούσε να συναντηθεί με Αμερικανούς συνομιλητές ή να τους παράσχει πληροφορίες χωρίς να το αντιληφθεί κανείς», έγραψαν οι Times του Λονδίνου.
Ρυθμιστής της διαδοχής – «Ο Ζανγκ Γιουσιά θα μπορούσε δυνητικά να διαδραματίσει ρόλο-κλειδί στη διαδικασία της διαδοχής. Η απομάκρυνσή του, επομένως, θα σημάνει την απουσία μιας τόσο ισχυρής προσωπικότητας» μετά τον Σι. Ντάλι Γιανγκ Καθηγητής Σινολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου
«Ο στρατηγός Ζανγκ φαίνεται να είναι ένας σεβαστός αξιωματικός καριέρας που έχει υπηρετήσει στον PLA για περισσότερα από 60 χρόνια. Ως μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων, διαθέτει τεράστια ισχύ και προνόμια, γεγονός που καθιστά δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι το προσωπικό όφελος μέσω δωροδοκίας θα μπορούσε να αποτελεί πειστικό κίνητρο. Το πρόσφατο κύριο άρθρο της εφημερίδας PLA Daily υποδηλώνει ότι οι εξελίξεις καθοδηγούνται περισσότερο από πολιτικούς και ενδεχομένως προσωπικούς παράγοντες παρά από καταγγελίες περί διαφθοράς», λέει στην «Κ» η Σανσάν Μέι, πολιτική επιστήμονας στο Rand Corporation, αμερικανική δεξαμενή σκέψης που εμπιστεύεται το Πεντάγωνο. To πρόβλημα είναι ότι πολλοί από τους ενστόλους-θύματα του Σι επελέγησαν από τον ίδιο, άρα η καρατόμησή τους δημιουργεί υπόνοιες για την ευθυκρισία του Κινέζου ηγέτη. Παράλληλα, ήδη το 2018 ο ίδιος είχε διακηρύξει ότι επετεύχθη το οριστικό τέλος των φαινομένων διαφθοράς, γεγονός που σημαίνει ότι η αποστολή του να την ξεριζώσει απέτυχε.
Η αιτία της σύγκρουσης
Αναλυτές που εξέτασαν τα δημοσιεύματα της PLA Daily αλλά και τις ανακοινώσεις για τις έρευνες εις βάρος των δύο στρατηγών και τις συνέκριναν με προηγούμενες, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μάλλον το παράπτωμα του διδύμου ήταν ότι αμφισβήτησαν τον Σι και τις στρατιωτικές αποφάσεις του, ειδικά αφού τόσο ο Ζιανγκ όσο και ο Λιου είχαν εμπειρία συμμετοχής σε πόλεμο (Κίνας – Βιετνάμ 1979). «Το βασικό ζήτημα φαίνεται πως είναι η προτεραιοποίηση της στρατιωτικής αποτελεσματικότητας έναντι του πολιτικού ελέγχου», σημειώνει η ιστοσελίδα του ιδρύματος Jamestown για ευρασιατικές υποθέσεις. Σε αντίθεση με τον Μάο και τον Ντενγκ Ξιαοπίνγκ –οι οποίοι πολέμησαν τόσο τον στρατό του Κουομιντάνγκ, του κινεζικού εθνικιστικού κόμματος, όσο και τον ιαπωνικό στρατό από τη «Μεγάλη Πορεία» του ΚΚΚ– οι πιο πρόσφατοι Κινέζοι πολιτικοί ηγέτες, δηλαδή ο Τζιανγκ Ζεμίν, ο Χου Τζιντάο και ο Σι Τζινπίνγκ, δεν είχαν ανάλογη συγκρίσιμη στρατιωτική εμπειρία σε σχέση με τους προκατόχους τους.
Ο Σι έχει πλέον συγκεντρώσει την απόλυτη εξουσία τόσο σε πολιτικό όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο, σε πρωτόγνωρο βαθμό από την εποχή του Μάο. Οπως εξηγεί ο Τζόναθαν Ντ. Σπένς στο βιβλίο του «Σε αναζήτηση της σύγχρονης Κίνας» (εκδ. W.W. Norton & Company, 2013), «ένα από τα πιο διάσημα αποσπάσματα από το έργο του Μάο Τσετούνγκ, που χρησιμοποιούνταν ευρέως στη Δύση για να αποδειχθεί ο πολεμοχαρής χαρακτήρας της σκέψης του, ήταν ότι “η πολιτική εξουσία πηγάζει από την κάννη του όπλου”… Oμως αυτό που ο Μάο είχε στην πραγματικότητα πει ήταν το εξής: “Η πολιτική εξουσία πηγάζει από την κάννη του όπλου. Η αρχή μας είναι ότι το κόμμα διοικεί το όπλο και ότι το όπλο δεν πρέπει ποτέ να επιτραπεί να διοικεί το κόμμα”».
Και η Ταϊβάν;
Στην ερώτηση κατά πόσον η Ταϊβάν μπορεί να αισθάνεται κάπως πιο ασφαλής λόγω της αποδυνάμωσης του PLA, του ισχυρότερου στρατού στον κόσμο με 2 εκατ. άνδρες, ο Ντάλι Γιανγκ παραδέχεται στην «Κ» πως «είναι δύσκολο να πει κανείς, καθώς τα επιχειρήματα μπορούν να υποστηριχθούν και προς τις δύο κατευθύνσεις»: είτε όντως η Ταϊπέι μπορεί να αναπνεύσει ανακουφισμένη είτε οι δύο στρατηγοί θυσιάστηκαν για να ενισχυθεί η στρατιωτική ετοιμότητα ενόψει μιας επίθεσης. Πάντως, σε επιχειρησιακό επίπεδο οι εκκαθαρίσεις θα παίξουν ρόλο. Με ακέφαλη την ηγεσία του PLA οι αποφάσεις θα λαμβάνονται εις το εξής αποκλειστικά από τον Σι. Το 2027 είναι χρονιά-ορόσημο για την προσάρτηση της νήσου από την Κίνα αλλά και για το 21ο Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο, στη διάρκεια του οποίου ο Σι θα επιδιώξει να ανανεώσει τη θητεία του για τέταρτη φορά.
Η Μέι του Rand Corporation είναι ακόμη πιο ανήσυχη και οι φόβοι της επικεντρώνονται σε μια απρόβλεπτη στρατιωτική κρίση: «Δεν πιστεύω ότι η μακροπρόθεσμη στρατηγική της Κίνας ως προς την ενοποίηση με την Ταϊβάν έχει αλλάξει θεμελιωδώς. Από την οπτική του Πεκίνου, η διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας και η επιβεβαίωση της κυριαρχίας επί της Ταϊβάν παραμένουν κεντρικές αποστολές του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού. Την τελευταία δεκαετία, ο εκσυγχρονισμός του κινεζικού στρατού έχει σημειώσει εντυπωσιακή πρόοδο και η γενική τάση ενίσχυσης των δυνατοτήτων του συνεχίζεται αμείωτη. Ωστόσο η αστάθεια στην κορυφή της στρατιωτικής ηγεσίας της Κίνας θα έχει επιπτώσεις σε ολόκληρες τις ένοπλες δυνάμεις. Ενδέχεται να απαιτηθεί σημαντικός χρόνος ώστε ο Σι να ανασυγκροτήσει την παραπαίουσα πλέον CMC και να καλύψει τις κενές θέσεις με ικανά και έμπιστα στελέχη».
Και συμπληρώνει: «Οι εξωτερικές ανησυχίες ασφαλείας της Κίνας εκτείνονται πολύ πέρα από την Ταϊβάν: περιλαμβάνουν εδαφικές διαφορές με την Ιαπωνία, ανταγωνιστικές διεκδικήσεις στη Νότια Σινική Θάλασσα, εντάσεις κατά μήκος των συνόρων Κίνας – Ινδίας και την ασταθή κατάσταση στην Κορεατική Χερσόνησο. Η μεγαλύτερη ανησυχία μου αφορά την ποιότητα της λήψης αποφάσεων σε περίπτωση που προκύψει μια απρόβλεπτη στρατιωτική κρίση – ίσως ως αποτέλεσμα λανθασμένου υπολογισμού. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το κρίσιμο ερώτημα είναι: Ποιος θα λειτουργήσει ως κορυφαίος στρατιωτικός σύμβουλος του Σι, παρέχοντάς του τεκμηριωμένες και επαγγελματικές εισηγήσεις καθώς θα διαμορφώνει την αντίδραση της Κίνας;».


