Εδώ και ένα χρόνο, από την αρχή της δεύτερης προεδρίας Τραμπ, οι σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών πασχίζουν να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα, μιας Αμερικής που όχι μόνο δεν εκτιμά την αξία της συμμαχικής σχέσης τους, αλλά που είναι έτοιμη να μοχλεύσει την τεράστια ισχύ της για να τους επιβάλει τη θέλησή της. Η πολυσχιδής εξάρτηση ειδικά της Ευρώπης από τις ΗΠΑ –στην άμυνα, στην τεχνολογία, τελευταίως και στην ενέργεια– έχει οδηγήσει σε μια στρατηγική κατευνασμού του προέδρου της υπερδύναμης.
Τον περασμένο μήνα, ωστόσο, οι ηγέτες δύο χωρών οι οποίες ιστορικά έχουν υπάρξει από τις πιο πιστές συμμάχους των ΗΠΑ, έσπασαν τα ταμπού. Ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, το έκανε με δική του πρωτοβουλία, με την ομιλία-ορόσημο που εκφώνησε στο Νταβός, όπου μίλησε για «ρήξη» με τη μεταπολεμική τάξη πραγμάτων, για την εργαλειοποίηση της οικονομικής αλληλεξάρτησης από τις «μεγάλες δυνάμεις» και για την ανάγκη τα υπόλοιπα μέλη της δυτικής συμμαχίας, κατ’ αρχάς, να μιλήσουν τη γλώσσα της αλήθειας για το τι συμβαίνει.
Η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, το έκανε μάλλον από ανάγκη, μιας και αντιμετώπισε, για περίοδο σχεδόν τριών εβδομάδων, την αναζωπύρωση της ακατανόητης εκστρατείας του Τραμπ για την προσάρτηση της Γροιλανδίας, που αποτελεί δανικό έδαφος. Αμφότεροι οι ηγέτες, πάντως, με τα λόγια και τα έργα τους, έστειλαν ένα σαφές μήνυμα: ότι αντιμέτωπες με μια υπερδύναμη που –προσωρινά;– έχει υιοθετήσει τη λογική του δίκαιου του ισχυρού, οι χώρες που εξακολουθούν να πιστεύουν στο διεθνές δίκαιο, στη συλλογική ασφάλεια, στο ελεύθερο εμπόριο και στην προστασία του περιβάλλοντος πρέπει να επιδείξουν πυγμή, να οικοδομήσουν εναλλακτικά δίκτυα συνεργασίας – και να πουν την αλήθεια.
Η στροφή
Ο Εζρα Κλάιν των New York Times αφιέρωσε επεισόδιο του podcast του στην παρέμβαση του Κάρνεϊ, το οποίο τιτλοφόρησε «Η πιο σημαντική ομιλία εξωτερικής πολιτικής των τελευταίων ετών». «Ο Κάρνεϊ», εξήγησε, «είναι η απόλυτη ενσάρκωση του κατεστημένου. Είναι ο απόλυτος τεχνοκράτης – πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας του Καναδά, πρώην διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας». Το να μιλήσει στο Νταβός, ως ηγέτης του Καναδά, «του γεωγραφικά εγγύτερου και από πολλές απόψεις πνευματικά πιο επιστήθιου συμμάχου της Αμερικής», ενώπιον των ηγετικών μορφών της πολιτικής και επιχειρηματικής ελίτ, περί «ρήξης» και τέλους της εποχής που οι σχέσεις με τις ΗΠΑ μπορούν να εδράζονται σε κοινές αξίες, «είναι μία στιγμή την οποία θα θυμόμαστε για πολύ καιρό».
Ο αντίκτυπος της ομιλίας, πέρα από οτιδήποτε άλλο, ήταν εμφανής από την αντίδραση του Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε την ενόχλησή του ήδη στη δική του ομιλία στο ελβετικό θέρετρο την επόμενη μέρα, υπογραμμίζοντας μεταξύ άλλων ότι «ο Καναδάς ζει χάρη στις Ηνωμένες Πολιτείες». Και το περασμένο Σάββατο έδωσε συνέχεια, απειλώντας τον Καναδά με δασμούς 100% εάν προχωρήσει σε εμπορική συμφωνία με την Κίνα.

Η αμερικανική πλευρά επιχείρησε να δείξει ότι οι απειλές του προέδρου έπιασαν τόπο. Ο υπουργός Οικονομικών του Τραμπ, Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε τη Δευτέρα στο Fox News ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία των δύο ηγετών ο Κάρνεϊ ανασκεύασε. Μιλώντας σε δημοσιογράφους την Τρίτη, ο Κάρνεϊ διέψευσε τον Μπέσεντ. «Για να είμαι απολύτως σαφής, και το είπα στον πρόεδρο, εννοούσα αυτό που είπα στο Νταβός», τόνισε χαρακτηριστικά.
«Ο πρωθυπουργός Κάρνεϊ είπε φωναχτά αυτό που τόσο πολλοί από εμάς λέμε ιδιωτικά εδώ και χρόνια», επισημαίνει στην «Κ» ο Ιαν Μπρέμερ, πρόεδρος και ιδρυτής της εταιρείας πολιτικής συμβουλευτικής Eurasia Group. «Για έναν ηγέτη του G7 να αναγνωρίσει δημοσίως το τέλος της παγκόσμιας τάξης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ –και να είναι ο ηγέτης του Καναδά, που ήταν για τόσο καιρό ο στενότερος και πιο αξιόπιστος σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών– ήταν πραγματικά αξιοσημείωτο».
Κοινό μυστικό – «Ο ισχυρισμός του Κάρνεϊ είχε απήχηση, επειδή είναι αλήθεια και οι Ευρωπαίοι το γνωρίζουν», λέει η Νάταλι Τότσι του Istituto Affari Internazionali, ενώ ο Ιαν Μπρέμερ, του Eurasia Group, σημειώνει πως ο Καναδός πρωθυπουργός «είπε φωναχτά αυτό που λέμε ιδιωτικά εδώ και χρόνια».
Από φίλος, αντίπαλος
«Ο Καναδάς βρίσκεται σε παρόμοια δύσκολη θέση με την Ευρώπη. Και στις δύο περιπτώσεις οι ΗΠΑ έχουν μετατραπεί από φίλος, σύμμαχος και εταίρος –έστω εταίρος με τον οποίο διαφωνούσαμε κατά καιρούς– σε πιθανό αντίπαλο», σχολιάζει, από την πλευρά της, στην «Κ» η Νάταλι Τότσι, διευθύντρια του Istituto Affari Internazionali στη Ρώμη και ειδική σύμβουλος του Ζοσέπ Μπορέλ όταν υπηρετούσε ως ύπατος εκπρόσωπος της Ε.Ε. για την Εξωτερική Πολιτική. «Ο ισχυρισμός του Κάρνεϊ πως η διεθνής τάξη έχει διαρραγεί είχε απήχηση επειδή είναι αλήθεια και οι Ευρωπαίοι το γνωρίζουν».
«Αυτό που γνωρίζουν επίσης είναι ότι η διευθέτηση που υπήρχε, της αποδοχής του μύθου μιας διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες παρότι οι κανόνες αυτοί συχνά παραβιάζονταν, άξιζε τον κόπο λόγω αυτής της ακλόνητης συμμαχίας και εταιρικής σχέσης», συνεχίζει η Ιταλίδα πολιτική επιστήμων. «Τώρα, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να έχουν μετατραπεί σε δυνητικό αντίπαλο της Ευρώπης, δεν έχει νόημα πλέον να υποκρινόμαστε ότι πιστεύουμε σε αυτόν».
Ο Τραμπ μπορεί να έχει μοιραστεί σκόρπιες σκέψεις περί του «τεχνητού συνόρου» μεταξύ των ΗΠΑ και του Καναδά – αλλά (μέχρι στιγμής τουλάχιστον) δεν έχει απειλήσει την εδαφική ακεραιότητα του προς βορρά γείτονα. Αντιθέτως, επανήλθε ιδιαίτερα επιθετικά στις αρχές του έτους στην υποτιθέμενη ανάγκη των Ηνωμένων Πολιτειών να αποκτήσουν τη Γροιλανδία.
Η Μέτε Φρεντέρικσεν, η οποία γνώριζε από τον περυσινό Ιανουάριο και το βάναυσο τηλεφώνημα που είχε με τον Τραμπ πριν από την ορκωμοσία του για τις επικίνδυνες διεκδικήσεις του, αντέδρασε ποικιλοτρόπως. Η Κοπεγχάγη εξέδωσε κοινό ανακοινωθέν στις 6 Ιανουαρίου με έξι ακόμη ευρωπαϊκές χώρες, δηλώνοντας ότι η Δανία και η Γροιλανδία –και μόνον αυτές– αποφασίζουν για το μέλλον του αρκτικού νησιού. Το υπουργείο Αμυνας της χώρας ανακοίνωσε την αύξηση του αριθμού των στρατιωτών που θα εγκατασταθούν εντός του 2026 στη Γροιλανδία και συνεργάστηκε με επτά ακόμη χώρες για την αποστολή δικών τους στρατευμάτων για την άσκηση «Arctic Endurance». H ίδια, μιλώντας στο Bloomberg, είπε ότι «παίρνει πολύ σοβαρά» την πρόθεση του Τραμπ να προσαρτήσει τη Γροιλανδία, ωστόσο ξεκαθάρισε ότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε το «τέλος των πάντων» όσον αφορά το ΝΑΤΟ. Και επισκέφθηκε τη Γροιλανδία για να σταθεί στο πλευρό του πρωθυπουργού της και να εμφανίσουν κοινό μέτωπο απέναντι στην Ουάσιγκτον.
Ατελέσφορη σιωπή
Σύμφωνα με τον Γιάκομπ Κίρκεγκααρντ, senior fellow στο ινστιτούτο Bruegel, η Φρεντέρικσεν, «όπως όλοι, εξεπλάγη» με την αναζωπύρωση του ζητήματος της Γροιλανδίας. «Υπό μία έννοια, σήμανε την αποτυχία της προηγούμενης στρατηγικής της, που ήταν να αγνοεί το ζήτημα. Αλλά γρήγορα άλλαξε στρατηγική, βασισμένη στο γεγονός ότι είναι σαφές εδώ και καιρό στη Δανία ότι ο Τραμπ δεν μπορεί να συζητήσει λογικά σχετικά με τη Γροιλανδία, όσον αφορά είτε την ασφάλεια είτε ζητήματα που συνδέονται με κρίσιμα ορυκτά».
Η νέα στρατηγική, σύμφωνα με τον Δανό αναλυτή, ήταν να εμπλέξει άλλους παίκτες από την κυβέρνηση Τραμπ, όπως ο Μάρκο Ρούμπιο, που έχει ως συνομιλητή τον έμπειρο Δανό ΥΠΕΞ και πρώην πρωθυπουργό Λαρς Λόκε Ράσμουσεν. Παράλληλα, η ίδια «έθεσε τις κόκκινες γραμμές, μαζί με τον νεοεκλεγέντα πρωθυπουργό της Γροιλανδίας, και κινητοποίησε υποστήριξη σε ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο».
Η Νάταλι Τότσι συμφωνεί πως «η Φρεντέρικσεν ήταν αποτελεσματική, θέτοντας κόκκινες γραμμές και επικαλούμενη αλληλεγγύη. Αυτές οι κόκκινες γραμμές και η αλληλεγγύη έδειξαν στις αγορές ότι οι Ευρωπαίοι δεν θα υπέκυπταν. Και οι προοπτικές ενός εμπορικού πολέμου, που οδήγησε σε πτώση της αγοράς, ώθησαν τον Τραμπ να υποχωρήσει».
Οπως παρατηρεί ο Κίρκεγκααρντ, η 48χρονη Σοσιαλδημοκράτισσα, που είναι πρωθυπουργός από το 2019, «αξιοποίησε επίσης ευφυώς την κρίση για να κλείσει κάποιες ανοιχτές ιστορικές πληγές στις σχέσεις Δανίας – Γροιλανδίας». Η εικόνα της είναι «μιας σιωπηλά αποφασιστικής ηγέτιδος που αντιστάθηκε στον νταή – η καλύτερη δυνατή για πρωθυπουργό μικρής χώρας».

