Μια πρόσφατη ανάλυση έδειξε ότι οι φτωχότερες οικογένειες στο Ηνωμένο Βασίλειο γίνονται ολοένα και πιο φτωχές, με τον αριθμό των ανθρώπων που κατατάσσονται πλέον στην κατηγορία της «πολύ βαθιάς φτώχειας» να βρίσκεται σε ιστορικό υψηλό.
Παρότι τα συνολικά επίπεδα σχετικής φτώχειας παραμένουν τα τελευταία χρόνια στάσιμα, γύρω στο 21% του πληθυσμού, η καθημερινότητα όσων ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας έχει επιδεινωθεί σημαντικά.
Περίπου 6,8 εκατομμύρια άνθρωποι –δηλαδή οι μισοί από όσους ζουν σε συνθήκες φτώχειας– βρίσκονταν σε πολύ βαθιά φτώχεια, το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί εδώ και τρεις δεκαετίες, σύμφωνα με το Ιδρυμα Joseph Rowntree (JRF), που πραγματοποίησε την ανάλυση.
Τα νοικοκυριά με τα χαμηλότερα εισοδήματα εξακολουθούν να βιώνουν οικονομική κρίση, με εκατομμύρια ανθρώπους να αναγκάζονται να στερούνται τρόφιμα, να καθυστερούν την πληρωμή λογαριασμών και να καταφεύγουν σε δανεισμό για να επιβιώσουν, αναφέρει το JRF.
«Η φτώχεια στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι απλώς εκτεταμένη, αλλά είναι βαθύτερη και πιο επιζήμια», δήλωσε ο Πίτερ Ματέγιτς, επικεφαλής αναλυτής του JRF.
Ως πολύ βαθιά φτώχεια ορίζεται το εισόδημα που είναι χαμηλότερο από το 40% του ορίου φτώχειας στο Ηνωμένο Βασίλειο μετά την αφαίρεση του ενοικίου. Το μέσο εισόδημα ενός νοικοκυριού σε πολύ βαθιά φτώχεια βρίσκεται 59% κάτω από το όριο φτώχειας. Για ένα ζευγάρι με δύο μικρά παιδιά, αυτό αντιστοιχεί σε εισόδημα 16.400 λίρες ετησίως ή λιγότερο.
Παρότι τα νοικοκυριά μπορεί να μετακινούνται «μέσα και έξω» από την πολύ βαθιά φτώχεια, περίπου 1,9 εκατομμύρια άνθρωποι (3%) στο Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκονται μόνιμα σε αυτή την κατηγορία.
Οι πιο πρόσφατες εκτιμήσεις δείχνουν ότι περίπου 3,8 εκατομμύρια άνθρωποι στο Ηνωμένο Βασίλειο βίωσαν συνθήκες ακραίας φτώχειας – μια κατηγορία στην οποία τα νοικοκυριά δεν μπορούν να εξασφαλίσουν επαρκή θέρμανση, στέγη, καθαριότητα, ένδυση και διατροφή, σύμφωνα με το JRF.
Η ανάλυση βασίζεται σε στοιχεία για το έτος 2023-24, το τελευταίο έτος διακυβέρνησης των Συντηρητικών. Το JRF καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν σημειώθηκε καμία πρόοδος στη μείωση της φτώχειας κατά την περίοδο 2010-11 έως 2023-24 υπό τους Τόρις.
Ο Ματέγιτς ανέφερε: «Οταν σχεδόν οι μισοί άνθρωποι που ζουν σε φτώχεια βρίσκονται πολύ κάτω από το όριο φτώχειας, αυτό αποτελεί προειδοποιητικό σημάδι ότι το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας αποτυγχάνει να προστατεύσει τους πολίτες.
Οι άνθρωποι θέλουν να νιώσουν ότι η χώρα αλλάζει πορεία. Αυτό σημαίνει να ληφθούν μέτρα για τα πρωτοφανή επίπεδα βαθιάς φτώχειας, ώστε όλοι να μπορούν να καλύπτουν τις βασικές ανάγκες».
Εκπρόσωπος της κυβέρνησης δήλωσε: «Κατανοούμε ότι πάρα πολλές οικογένειες δυσκολεύονται και λαμβάνουμε αποφασιστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της φτώχειας, αυξάνοντας τον εθνικό κατώτατο μισθό διαβίωσης κατά 900 λίρες, μειώνοντας τους λογαριασμούς ενέργειας κατά 150 λίρες από τον Απρίλιο και εγκαινιάζοντας Ταμείο Κρίσης και Ανθεκτικότητας ύψους 1 δισ. για τη στήριξη των νοικοκυριών.
Πηγή: Guardian

