Η Ανταμούθ είναι ένα ήσυχο χωριό της Κόρδοβας, μέσα στους ελαιώνες, με χαρακτηριστικά αργούς ρυθμούς επαρχίας, που συνήθως δεν διακόπτονται εύκολα. Κι όμως, μέσα σε λίγα λεπτά, το ισπανικό αυτό χωριό της Ανδαλουσίας έγινε συνώνυμο μιας εθνικής τραγωδίας: δύο τρένα υψηλής ταχύτητας, ένα εκτροχιασμένο που εισέβαλε στη διπλανή γραμμή και ένα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, συγκρούστηκαν χωρίς να αφήσουν σχεδόν κανένα περιθώριο αντίδρασης: 45 νεκροί, εκατοντάδες τραυματίες και φρικιαστικές εικόνες που θυμίζουν πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στην τεχνολογική κανονικότητα και στην καταστροφή.
Αλληλεγγύη
Το πρώτο αξιοσημείωτο, πριν καν μπούμε στα τεχνικά ερωτήματα, ήταν το κοινωνικό ένστικτο. Οι κάτοικοι δεν περίμεναν οδηγίες, ούτε κάμερες: άνοιξαν αποθήκες, σπίτια, σούπερ μάρκετ και φαρμακεία μέσα στη νύχτα. Εφτιαξαν καφέδες, σοκολάτες και ζωμούς, έφεραν στρώματα με τις πολύχρωμες θήκες τους – όχι παρμένα από κάποια υπηρεσία, αλλά από τα ίδια τα υπνοδωμάτιά τους. Κάποιοι μετέφεραν τραυματίες με αυτοκίνητα, άλλοι καθοδήγησαν τα πρώτα σωστικά συνεργεία στα πιο δύσβατα σημεία. Σε μια χώρα που έχει ζήσει τα τελευταία χρόνια αλλεπάλληλες κρίσεις (με πιο πρόσφατες τις πλημμύρες της Βαλένθιας, αλλά και το ολικό μπλακ άουτ), η αλληλεγγύη έχει γίνει σχεδόν «ρουτίνα»: μια συλλογική ικανότητα κινητοποίησης που προηγείται της πολιτικής αφήγησης.
Η πολιτική, από την άλλη, λειτούργησε με έναν τρόπο που στην Ελλάδα θα θεωρείτο –καλώς ή κακώς– παράδοξος. Η κυβέρνηση δεν έσπευσε να δείξει ενόχους. Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ κράτησε χαμηλούς τόνους, μίλησε για στήριξη θυμάτων και πλήρη διερεύνηση, αποφεύγοντας το θεατρικό στοιχείο. Ο υπουργός Μεταφορών Οσκαρ Πουέντε βρέθηκε στο επίκεντρο ως ο κατ’ εξοχήν «μαχητικός» υπουργός της κυβέρνησης, όμως αυτή τη φορά –υπό το βάρος του πένθους– φάνηκε να περιορίζει την επιθετική του ρητορική. Το μήνυμα είναι σαφές: πρώτα η διερεύνηση, μετά η πολιτική διαχείριση.
Στην ευθεία
Η ίδια η έρευνα, ωστόσο, ξεκίνησε μέσα σε ένα κλίμα που δείχνει τι σημαίνει να έχεις ένα εκτενές δίκτυο τρένων που τρέχουν με 200 χιλιόμετρα την ώρα και άνω. Σε τέτοιες ταχύτητες, το περιθώριο ανθρώπινης παρέμβασης –και άρα «λάθους»– σχεδόν εκμηδενίζεται. Βέβαια, ακόμη κι αν τα συστήματα ασφαλείας λειτουργήσουν στην εντέλεια, η φυσική έχει τον πρώτο λόγο (μάζα, αδράνεια, απόσταση φρεναρίσματος). Γι’ αυτό η δημόσια συζήτηση στην Ισπανία στράφηκε σχεδόν αυτομάτως σε τεχνικούς όρους: ρήξη σιδηροτροχιάς, «ψαλιδωτές» αλλαγές γραμμής, βαγόνια που εξετάζονται ως πιθανοί πυροδότες του εκτροχιασμού. Το «σπάνιο», αλλά και «αλλόκοτο» της υπόθεσης –όπως τη χαρακτήρισαν Ισπανοί αξιωματούχοι– είναι ακριβώς ότι το δυστύχημα συνέβη πάνω σε ευθεία γραμμή, σε πρόσφατα ανακαινισμένο τμήμα της, με σύγχρονα τρένα και εντός των ορίων ταχύτητας.
Σε αυτή τη φάση, ένα άλλο στοιχείο ξεχώρισε: η σχεδόν καθολική αποφυγή της «θεωρίας δολιοφθοράς». Στην Ελλάδα, τέτοιες υποψίες συχνά βρίσκουν χώρο, είτε ως πολιτικό εργαλείο είτε ως προϊόν μιας γενικευμένης δυσπιστίας προς τους θεσμούς. Στην Ισπανία, το υπουργείο Εσωτερικών έκοψε νωρίς αυτή τη συζήτηση: δεν υπάρχουν ενδείξεις και δεν αποτελεί σενάριο εργασίας. Και, το κυριότερο, τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης –από τη δημόσια τηλεόραση έως τις μεγάλες εφημερίδες– δεν επένδυσαν σε αυτό.
Πρωτόκολλο τραγωδίας – Μετά τη Βαλένθια έχει διαμορφωθεί ένα είδος «πρωτοκόλλου τραγωδίας»: «πάγωμα» της κομματικής κλιμάκωσης, επίσημες εμφανίσεις με πιο συναινετικό τόνο, αναστολή της πολιτικής ατζέντας, έμφαση στη βοήθεια και στην τεχνική διερεύνηση.
Επένδυσαν όμως σε κάτι άλλο: σε μια άτυπη «πολιτική συμφωνία» για τον τρόπο διαχείρισης του σοκ. Μετά τη Βαλένθια, όπου η πολιτική σύγκρουση για τις ευθύνες και τον συντονισμό πήρε γρήγορα φωτιά, με σχεδόν ανεξέλεγκτες καταστάσεις όπου παραλίγο να λιντσαριστεί ο ίδιος ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, φαίνεται να έχει διαμορφωθεί ένα είδος «πρωτοκόλλου τραγωδίας»: «πάγωμα» της κομματικής κλιμάκωσης τις πρώτες ημέρες, επίσημες εμφανίσεις με πιο συναινετικό τόνο, αναστολή της πολιτικής ατζέντας, έμφαση στη βοήθεια και στην τεχνική διερεύνηση. Ακόμη και ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, ο συντηρητικός Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχό του Partido Popular, κινήθηκε σε αυτό το πλαίσιο, κρατώντας κριτική στάση αλλά χωρίς να καταφεύγει στη σύγκρουση.
Η εξαίρεση
Η αναμενόμενη εξαίρεση ήταν το ακροδεξιό Vox, που βρίσκεται σε περίοδο δημοσκοπικής ανόδου, λόγω των πρόσφατων σκανδάλων διαφθοράς του κυβερνώντος κόμματος. Το κόμμα επιχείρησε να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: να μετατρέψει την τραγωδία σε απόδειξη της «κρατικής αποσύνθεσης» και σε επιχείρημα εναντίον των σοσιαλιστών. Αλλά και η περιφερειάρχης της Μαδρίτης, Ιζαμπέλ Ντίαθ Αγιούσο, μία από τις πιο επιθετικές και προβεβλημένες μορφές της ισπανικής Δεξιάς, με σταθερή στρατηγική πολιτικής σύγκρουσης με την κεντρική κυβέρνηση, μίλησε για «νόμο της σιωπής» που επιβάλλει η τελευταία σε σχέση με τις ευθύνες της. Η Ανταμούθ όμως δεν προσφέρεται εύκολα για ένα αφήγημα «εγκληματικής ολιγωρίας», και γι’ αυτό η εργαλειοποίηση δεν δείχνει να μετατρέπεται, προσώρας, σε κυρίαρχη τάση.
Για τον Ελληνα αναγνώστη η σύγκριση με τα Τέμπη έρχεται σχεδόν από μόνη της – όχι ως απόδειξη κάποιας ισπανικής «ανωτερότητας», αλλά ως ένδειξη του πόσο διαφορετική είναι η αρχιτεκτονική του πολιτικού θυμού στις δύο περιπτώσεις. Στην Ελλάδα, το δυστύχημα μετατράπηκε αυτομάτως σε κρίση του κράτους και των θεσμών. Ακούστηκαν σενάρια συγκάλυψης, μπαζώματος, επικίνδυνων φορτίων, πύρινης σφαίρας, έγινε κεντρικό πολιτικό γεγονός, προκάλεσε παραιτήσεις, επανεμφανίσεις και σκανδαλολογία, έθρεψε μια διαρκή δυσπιστία απέναντι σε θεσμούς που θεωρούνται εξ ορισμού αναξιόπιστοι –και ίσως να είναι κιόλας– και εξέθρεψε κοινωνικά κινήματα και νέες πολιτικές τάσεις. Στην Ισπανία, μέχρι στιγμής, το κράτος πασχίζει να επιβεβαιώσει ότι το σύστημα, παρά την αποτυχία του, παραμένει αξιόπιστο και ότι η εξαίρεση δεν γίνεται κανόνας.
Και εδώ ακριβώς υπεισέρχεται το σιδηροδρομικό υπόβαθρο. Η Ισπανία είναι χώρα που «επένδυσε» σε σιδηροδρομικές υποδομές: το AVE (Alta Velocidad Espanola) δεν είναι απλώς μια ονομασία, αλλά ένα εθνικό εγχείρημα που ξεκίνησε από το 1992 και συνδέθηκε με τον εκσυγχρονισμό της χώρας και τη δραστική μείωση των αποστάσεων (πραγματικών και συμβολικών) ανάμεσα στη Μαδρίτη και τη Σεβίλλη, τη Βαρκελώνη, τη Βαλένθια, τη Μάλαγα.
Κοινωνική συσπείρωση – Η Ανταμούθ δείχνει μια Ισπανία που συσπειρώνεται κοινωνικά, από τους τοπικούς δήμους ώς τον Ερυθρό Σταυρό, και αυτοπεριορίζεται πολιτικά· μια χώρα που μοιάζει να υιοθετεί τον κανόνα τού να
μη μετατρέπει κάθε τραγωδία σε πεδίο πολιτικής σφαγής.
Σε μια τέτοια κλίμακα, τα 200 χλμ./ώρα δεν είναι κάποιου είδους υπερβολή, αλλά καθημερινότητα με αυστηρά πρωτόκολλα: μεγάλες αποστάσεις πέδησης, χρονοθυρίδες ακριβείας, συστήματα που επιτηρούν διαρκώς τους οδηγούς και τις υποδομές. Επειτα από ένα μεγάλο δυστύχημα με 70 νεκρούς στη Γαλικία το 2013, στο πυκνό αυτό δίκτυο δρομολογίων προστέθηκε και η απελευθέρωση της αγοράς, με την είσοδο ιδιωτικών παρόχων στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής ανταγωνισμού. Η εξέλιξη αυτή αύξησε τη συχνότητα των δρομολογίων και πίεσε το σύστημα προς μεγαλύτερη απόδοση, χωρίς όμως –μέχρι πρότινος– να έχει τεθεί σοβαρά υπό αμφισβήτηση η συνολική του ασφάλεια.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η σιδηροδρομική εμπειρία είναι αυτή των χρόνιων ελλειμμάτων, των παθογενειών, των μη εφαρμοσμένων συμβάσεων· μία βασική γραμμή, χρόνια υποεπένδυση, και κυρίως η αίσθηση ότι το σύστημα λειτουργεί οριακά, ή και καθόλου. Γι’ αυτό και μια παρόμοια τραγωδία παράγει εντελώς διαφορετική πολιτική θερμοκρασία.
Τα ερωτήματα
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ισπανία θα μείνει αλώβητη. Ηδη, το γεγονός ότι σημειώθηκε και δεύτερο σοβαρό συμβάν με τρένο στη Βαρκελώνη –έστω με διαφορετικά χαρακτηριστικά– τροφοδοτεί μια συζήτηση για την κατάσταση των υποδομών, για τη συντήρηση, για το αν οι τεχνικές «βεβαιότητες» του δικτύου έχουν αρχίσει να τρίζουν. Και μένει να φανεί τι θα δείξει η έρευνα: αν η ρήξη στη ράγα ήταν αιτία ή αποτέλεσμα, αν υπήρξε κάποια αστοχία, ή αν κάποιο υποσύστημα απέτυχε.
Κάποτε ο μεγάλος ιστορικός και λάτρης των σιδηροδρόμων Τόνι Τζαντ είχε γράψει πως αν χάσουμε τα τρένα, δεν χάνουμε μόνο ένα πρακτικό μέσο αλλά και την ίδια την ικανότητα να ζούμε συλλογικά. Γιατί ο σιδηρόδρομος δεν είναι απλώς μια ακόμα υποδομή· έχει ιστορικά και γενεαλογία και ένα φαντασιακό που ενέχει μια ιδέα συλλογικότητας. Πέρα από το «τι έφταιξε», η Ανταμούθ δείχνει μια Ισπανία που συσπειρώνεται κοινωνικά, από τους τοπικούς δήμους ώς τον Ερυθρό Σταυρό, και αυτοπεριορίζεται πολιτικά· μια χώρα που μοιάζει να υιοθετεί (προσωρινά έστω) τον κανόνα τού να μη μετατρέπει κάθε τραγωδία σε πεδίο πολιτικής σφαγής.
Αυτός ο κανόνας μπορεί να μην είναι αναγκαστικά προϊόν θεσμικής ωριμότητας, αλλά κόπωσης από τη διαρκή πολιτική πόλωση που ζει η χώρα τουλάχιστον από το 2023 και μετά· ή απλά να είναι απότοκο μιας συγκυριακής στιγμής εκεχειρίας. Προς το παρόν, πάντως, η οργή μοιάζει να μπαίνει στον «πάγο». Αν επιστρέψει αργότερα ως πολιτική καταγγελία, τότε θα αλλάξει και το αφήγημα.
*Ο κ. Κωστής Κορνέτης είναι επίκουρος καθηγητής σύγχρονης ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.

