Ως παιδί, η Κάρα δεν πίστευε ποτέ ότι οι γονείς της θα έκαναν διακρίσεις. Τα μικρότερα αδέλφια της απολάμβαναν πάντα περισσότερη προσοχή και ειδικά προνόμια, όπως ταξίδια στην Ντίσνεϊλαντ, όμως εκείνη το δικαιολογούσε: τα μεγαλύτερα παιδιά, σκεφτόταν, υποτίθεται ότι πρέπει να είναι πιο ανεξάρτητα, και οι γονείς της πιθανότατα είχαν περισσότερα χρήματα για διακοπές αφού εκείνη είχε φύγει από το σπίτι.
Ωστόσο, όσο εκείνη και τα αδέλφια της μεγάλωναν –και η προνομιακή μεταχείριση συνεχιζόταν– η εικόνα γινόταν ολοένα και πιο ξεκάθαρη. Πριν από δύο χρόνια, όταν οι γονείς της την κάλεσαν για να της πουν ότι σκόπευαν να περάσουν ξανά τις γιορτές με τις αδελφές της και δεν θα επισκέπτονταν εκείνη και τα παιδιά της τα Χριστούγεννα, η Κάρα είχε μια στιγμή διαύγειας. «Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ίσως δεν υπήρχε καμία δικαιολογία», λέει η Κάρα, η οποία ζήτησε να μη δημοσιοποιηθεί το επώνυμό της, προκειμένου να προστατεύσει την ιδιωτικότητα της οικογένειάς της. «Μάλλον αυτά τα παιδιά θα είναι πάντα τα αγαπημένα».
Η Κάρα άρχισε να νιώθει πικρία βλέποντας ότι οι γονείς της παραμέριζαν τα δικά της παιδιά με τον ίδιο τρόπο που παραμέριζαν και την ίδια. Και, παρά τις προσπάθειές της να αφήσει πίσω της την πικρία και την απογοήτευση, η ανισότητα αυτή επηρέασε την ψυχική υγεία της. «Απλώς δεν μπορώ να ξεπεράσω αυτή την πληγή», ομολογεί.
Eρευνες των τελευταίων δεκαετιών δείχνουν ότι εμπειρίες σαν της Κάρα είναι συχνές για τα λιγότερο ευνοημένα αδέλφια. Στην παιδική ηλικία, είναι πιθανότερο να έχουν χειρότερη ψυχική υγεία, δυσκολότερες οικογενειακές σχέσεις και χαμηλότερες σχολικές επιδόσεις σε σύγκριση με τα αδέλφια τους. Aλλες μελέτες δείχνουν ότι αυτές οι οικογενειακές δυναμικές μπορεί να επηρεάζουν την ψυχική υγεία πολύ μετά τα νεανικά χρόνια. Μια μελέτη έδειξε πως αν τα ενήλικα παιδιά πίστευαν ότι ήταν αγαπημένα ή παραγκωνισμένα αποτελούσε ισχυρότερο προγνωστικό δείκτη της ψυχικής υγείας τους από σχεδόν κάθε άλλον παράγοντα που εξετάστηκε, όπως η οικογενειακή κατάσταση, η απασχόληση και η ηλικία. Μόνο η σωματική υγεία παρουσίαζε στενότερη συσχέτιση.
«Μπορείτε να μιλήσετε με μεγαλύτερους ενηλίκους και θα σας αφηγηθούν με ακρίβεια τι τους συνέβη όταν ήταν πέντε ετών», σημειώνει η Λόρι Κράμερ, η οποία μελετά τις σχέσεις μεταξύ αδελφών στο Πανεπιστήμιο Northeastern, «έχουν κολλήσει σ’ αυτό».
Οι οικογενειακές δυναμικές μπορεί να επηρεάζουν την ψυχική υγεία πολύ μετά τα νεανικά χρόνια.
Σε μια κοινωνία που αποδοκιμάζει την άνιση μεταχείριση των παιδιών, δεν είναι εύκολο να μετρηθεί η γονική προτίμηση. H Τζ. Τζιλ Σιούτορ, καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Purdue, με τους ερευνητές που μελετούσαν τις επιπτώσεις της γονικής προτίμησης ανέπτυξαν μια σειρά από πιο έμμεσες ερωτήσεις: Σε ποιο παιδί αφιερώνετε περισσότερους πόρους; Με ποιο αισθάνεστε συναισθηματικά πιο κοντά; Από ποιο παιδί απογοητεύεστε περισσότερο; Η μελέτη, που ξεκίνησε το 2001, κρατάει τόσο πολλά χρόνια, ώστε πλέον συλλέγει δεδομένα και για τις επιπτώσεις της προτίμησης σε κάποιο παιδί από τους παππούδες και τις γιαγιάδες.
Το πρώτο εντυπωσιακό εύρημα που προέκυψε ήταν το πόσο διαδεδομένο είναι το φαινόμενο αυτό. Περίπου τα δύο τρίτα των γονέων είχαν ένα «αγαπημένο» παιδί. Και αυτό το «αγαπημένο» παιδί συχνά παρέμενε το ίδιο επί δεκαετίες. Δεν υπήρχε ένα σύνολο χαρακτηριστικών που να εγγυώνται ότι ένα παιδί θα ήταν το αγαπημένο, ωστόσο, τα «αγαπημένα» παιδιά ήταν συχνότερα κόρες και νεότερα αδέλφια. Μια εκτενής ανάλυση που δημοσιεύθηκε φέτος κατέληξε σε παρόμοιο συμπέρασμα, διαπιστώνοντας ότι κατά την παιδική ηλικία οι κόρες είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να λαμβάνουν προνομιακή μεταχείριση από τους γονείς τους.
Δεν είναι όμως μόνον επιφανειακοί παράγοντες, όπως η σειρά γέννησης και το φύλο, που παίζουν ρόλο. Οι γονείς είχαν την τάση να προτιμούν τα παιδιά που ήταν ευχάριστα και επιμελή, πιθανότατα επειδή ήταν ελαφρώς πιο εύκολο να τα αναθρέψουν, εξηγεί ο Αλεξ Τζένσεν, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Brigham Young και συγγραφέας της μεγάλης ανάλυσης που δημοσιεύθηκε φέτος. Και η Τζ. Τζιλ Σιούτορ διαπίστωσε ότι στην ενήλικη ζωή ο πιο σημαντικός παράγοντας, «χωρίς καμία αμφιβολία», ήταν το κατά πόσον γονείς και παιδιά μοιράζονταν κοινές αξίες, όπως σε θρησκευτικά και πολιτικά ζητήματα.
Οι παράγοντες
Στην πολυετή μελέτη της διαπίστωσε επίσης ότι παράγοντες που τα ενήλικα παιδιά θεωρούσαν ότι θα μπορούσαν να τα ανεβάσουν στα μάτια των γονιών τους (όπως η επαγγελματική επιτυχία) ή να τα ρίξουν (όπως ο εθισμός ή μια σύλληψη) είχαν στην πραγματικότητα μικρή επίδραση στην προτίμηση των μανάδων τους. «Είχαμε μητέρες που επισκέπτονταν τα παιδιά τους στη φυλακή κάθε εβδομάδα», υπογραμμίζει η Σιούτορ. «Ελεγαν: “Είμαι πολύ κοντά στον Τζόνι. Δεν φταίει αυτός. Είναι καλό παιδί”».
Από πολύ μικρή ηλικία, τα παιδιά παρατηρούν προσεκτικά πώς αντιμετωπίζονται σε σύγκριση με τα αδέλφια τους. Οσα νιώθουν ότι είναι τα «ριγμένα» είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν άγχος και κατάθλιψη, να έχουν τεταμένες οικογενειακές σχέσεις και, κατά την εφηβεία, να εμπλακούν σε επικίνδυνες συμπεριφορές, όπως κατανάλωση αλκοόλ και κάπνισμα. Η ακριβής ερμηνεία αυτών των ευρημάτων, πάντως, δεν είναι εύκολη. Επειδή οι μελέτες για τη γονική προτίμηση είναι παρατηρητικές, οι ερευνητές δεν μπορούν να ξεχωρίσουν με βεβαιότητα εάν η εύνοια προκαλεί αυτές τις αρνητικές συνέπειες ή αν, για παράδειγμα, παιδιά που είναι ήδη πιο επιρρεπή σε δυσκολίες ψυχικής υγείας έχουν λιγότερες πιθανότητες να κερδίσουν την εύνοια των γονιών τους.
Απαραίτητη η ανοιχτή συζήτηση
Η Κράμερ σημειώνει ότι το σύνολο της έρευνας συγκροτεί ένα πειστικό επιχείρημα υπέρ του να αρχίσουν οι γονείς να συζητούν πιο ανοιχτά αυτό το θέμα ταμπού.
Οταν χρειάζεται να αντιμετωπίζουν τα παιδιά τους διαφορετικά, λέει, οφείλουν να εξηγούν τους λόγους. Αυτό μπορεί να σημαίνει, για παράδειγμα, να διευκρινίσουν ότι ένας αδελφός χρειάζεται περισσότερη βοήθεια με τα μαθήματα επειδή δυσκολεύεται στο σχολείο. Ή ότι μια αδελφή χρειάζεται καινούργιες πιτζάμες επειδή οι παλιές της έχουν φθαρεί.
Οταν ένα παιδί κατανοεί τον λόγο πίσω από τη διαφορετική μεταχείριση, πολλές από τις αρνητικές επιπτώσεις φαίνεται να περιορίζονται ή και να εξαφανίζονται.
Η οδύνη που προκαλεί η άνιση μεταχείριση δεν φαίνεται να αμβλύνεται με τον χρόνο. Η γονική προτίμηση είχε την ίδια βαρύτητα για τα ενήλικα παιδιά που έμπαιναν στα 60 τους, όσο είχε και όταν βρίσκονταν στα 40 τους, λέει η Σιούτορ.
Μία γυναίκα εκμυστηρεύθηκε στη Σιούτορ ότι, ακόμη και 15 χρόνια αργότερα, τη στοίχειωνε η εξομολόγηση της μητέρας της στο νεκροκρέβατό της: «Πάντα αγαπούσα περισσότερο την αδελφή σου». Το γεγονός ότι η γονική προτίμηση έχει τόσο βαθιά και διαρκή επίδραση δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει, προσθέτει. «Πρόκειται για πολύ βαθείς δεσμούς που μας συνοδεύουν σε όλη μας τη ζωή», λέει. «Είναι οι άνθρωποι από τους οποίους νιώθεις ότι θα έπρεπε να σε αγαπούν πάνω απ’ όλα».
