Η συζήτηση περί «αλλαγής καθεστώτων» επιστρέφει στη διεθνή πολιτική συνήθως κάθε φορά που ένα αυταρχικό ή αποσταθεροποιημένο κράτος μετατρέπεται σε πρόβλημα για το διεθνές σύστημα. Από τη Βενεζουέλα έως το Ιράν, η ιδέα ότι η εξωτερική πίεση μπορεί –ή ακόμη και οφείλει– να οδηγήσει σε πολιτική αλλαγή παρουσιάζεται συχνά ως ηθικά αναγκαία και στρατηγικά ωφέλιμη. Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών καταδεικνύει ότι η ανατροπή ενός καθεστώτος δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στη δημιουργία σταθερότερων, νομιμοποιημένων ή δημοκρατικότερων πολιτικών δομών. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν η αλλαγή καθεστώτων είναι επιθυμητή, αλλά αν υπάρχει πράγματι ένας «αποτελεσματικός» τρόπος να επιδιωχθεί – και τι ακριβώς σημαίνει «αποτελεσματικός» στη διεθνή πολιτική.
Στη Λατινική Αμερική του Ψυχρού Πολέμου, η αλλαγή καθεστώτων ως αποτέλεσμα άμεσης ή έμμεσης εξωτερικής παρέμβασης αντιμετωπίστηκε από τις ΗΠΑ ως εργαλείο ανάσχεσης της σοβιετικής επιρροής. Ωστόσο, στην πράξη πολλές από αυτές τις παρεμβάσεις οδήγησαν σε μακροχρόνιες δικτατορίες, πολιτική βία και συστημική αποσταθεροποίηση των κρατών που τις υπέστησαν. Η αποτυχημένη αμερικανική επιχείρηση στον Κόλπο των Χοίρων το 1961 κατέδειξε ότι ακόμη και μια υπερδύναμη μπορεί να βρεθεί προ δυσάρεστης έκπληξης όταν αναλαμβάνει ένοπλη δράση για την απομάκρυνση από την εξουσία ενός καθεστώτος που δεν της είναι αρεστό.
Το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που είχαν επιδιώξει οι Αμερικανοί: ο Φιντέλ Κάστρο εμπέδωσε περαιτέρω την εξουσία του στην Κούβα, ενίσχυσε τα ερείσματά του στο εσωτερικό και επιδίωξε ακόμη πιο επιτακτικά τη σοβιετική υποστήριξη για την αντιμετώπιση της αμερικανικής απειλής (τον αμέσως επόμενο χρόνο η ανθρωπότητα βρέθηκε στο χείλος του πυρηνικού ολοκαυτώματος εξαιτίας της επαπειλούμενης εγκατάστασης σοβιετικών πυραύλων στο κουβανικό έδαφος).
Η επόμενη ημέρα – Η ιστορική εμπειρία καταδεικνύει ότι η ανατροπή ενός καθεστώτος δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στη δημιουργία δημοκρατικότερων πολιτικών δομών.
Στη Μέση Ανατολή, μετά το 2001, η λογική της «εξαγωγής της δημοκρατίας» μέσω στρατιωτικής ισχύος έφθασε στο αποκορύφωμά της. Η ανατροπή του καθεστώτος στο Ιράκ το 2003 υπήρξε στρατιωτικά ταχεία, πολιτικά όμως καταστροφική: οι κρατικές δομές διαλύθηκαν, η χώρα βρέθηκε παγιδευμένη σε αιματηρές εμφύλιες συγκρούσεις, η αστάθεια κατέστη ενδημική.
Αντιστοίχως στη Λιβύη η επέμβαση του 2011, αν και ξεκίνησε με στόχο την προστασία αμάχων, εξελίχθηκε σε de facto αλλαγή καθεστώτος, χωρίς σχέδιο για την επόμενη ημέρα, αφήνοντας πίσω ένα αποτυχημένο κράτος. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα η Λιβύη παραμένει επί της ουσίας εσωτερικά διαιρεμένη και πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ τρίτων κρατών, χωρίς μια κυβέρνηση που να ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο σε ολόκληρη τη λιβυκή επικράτεια, ενώ αντιμαχόμενες ένοπλες φατρίες συγκρούονται από καιρού εις καιρόν για τη νομή της εξουσίας.
Εξίσου αποκαρδιωτική είναι η εμπειρία του Αφγανιστάν. Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, οι ΗΠΑ ανέλαβαν τη στρατιωτική πρωτοβουλία για την ανατροπή του καθεστώτος των Ταλιμπάν. Φαινομενικά το κατάφεραν, όμως η αποτυχία παραμόνευε στη γωνία. Παρά τις προσπάθειες δύο δεκαετιών, οι Ταλιμπάν παρέμειναν ισχυροί σε δυσπρόσιτες περιοχές του Αφγανιστάν, έκαναν πόλεμο φθοράς εναντίον των Αμερικανών και των συμμάχων τους (συμπεριλαμβανομένης της φιλοδυτικής αφγανικής κυβέρνησης) και περίμεναν την ευκαιρία για να αντεπιτεθούν. Το οικονομικό, πολιτικό και ανθρώπινο κόστος μεγάλωνε ημέρα με την ημέρα για τις ΗΠΑ. Η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από το Αφγανιστάν τον Αύγουστο του 2021 οδήγησε στην επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία, αποδεικνύοντας ότι η ανατροπή ενός αντιπάλου είναι πιο εύκολη υπόθεση από τη μακροχρόνια διατήρηση μιας φιλικής εξουσίας.
Δημοκρατία με βία; – Η επίκληση της δημοκρατίας ή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χάνει την πειστικότητά της όταν τα αποτελέσματα είναι χάος, βία και αποδιοργάνωση.
Υπάρχουν, βέβαια, και αντίθετα παραδείγματα. Στη (Δυτική) Γερμανία και στην Ιαπωνία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εγκαθιδρύθηκαν δημοκρατικά καθεστώτα, τα οποία λειτουργούν αποτελεσματικά οκτώ δεκαετίες αργότερα. Ομως, υπάρχει ένα κρίσιμο στοιχείο το οποίο φωτίζει τους λόγους της επιτυχίας αυτών των προσπαθειών, σε αντίθεση με την αποτυχία άλλων: η εξασφάλιση της υποστήριξης, όχι μόνο ενός τμήματος των τοπικών ελίτ, αλλά της συντριπτικής πλειονότητας της εθνικής κοινής γνώμης για την ανάγκη μετασχηματισμού των κρατικών και των κοινωνικών δομών. Επρόκειτο, επίσης, για δύο χώρες με μεγάλη εθνική ομοιογένεια, οι οποίες είχαν υποστεί ολοκληρωτική στρατιωτική συντριβή και βρίσκονταν στο έλεος των νικητών.
Νομικά, το διεθνές σύστημα εξακολουθεί να στηρίζεται στην αρχή της εθνικής κυριαρχίας – με ελάχιστες εξαιρέσεις που προβλέπονται ρητά από το διεθνές δίκαιο. Ηθικά, η επίκληση της δημοκρατίας ή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χάνει την πειστικότητά της όταν τα αποτελέσματα είναι χάος, βία και αποδιοργάνωση. Πρακτικά, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι βιώσιμες πολιτικές μεταβάσεις σπανίως επιβάλλονται από μονομερείς εξωτερικές πιέσεις, αλλά προκύπτουν πιο αποτελεσματικά όταν συνδυάζονται με εσωτερικές διεργασίες, αναδιάταξη των κοινωνικών ισορροπιών και θεσμική ωρίμανση – μόνο που όλα αυτά απαιτούν χρόνο και επένδυση κεφαλαίου (χρηματικού και πολιτικού). Τέλος, στο επίπεδο των διεθνών ισορροπιών, η ανατροπή ενός αυταρχικού καθεστώτος μπορεί να οδηγήσει σε αλυσιδωτές αντιδράσεις με αρνητικές (όσο και απρόβλεπτες) συνέπειες για την περιφερειακή σταθερότητα. Εύκολα μπαίνεις σε έναν λαβύρινθο, αλλά πολύ πιο δύσκολα βρίσκεις την έξοδο από αυτόν.
*Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Το βιβλίο του «Ενας κόσμος χωρίς κανόνες; Το διεθνές σύστημα στη συγκυρία της απορρύθμισης» θα κυκλοφορήσει την άνοιξη.

