Πολλά λέγονται περί εξωτερικών επεμβάσεων και περί αλλαγής καθεστώτος ως αποτέλεσμα τέτοιων επεμβάσεων. Αξίζει να δούμε τι απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα έχουν προτείνει στοχαστές στο παρελθόν. Από τους πιο ενδιαφέροντες ήταν ο Βρετανός φιλόσοφος και πολιτικός Τζον Στιούαρτ Μιλλ (1806-1873). Η κυριότερη συμβολή του ήταν η θεωρία της αντ-επέμβασης προς επιβολή της μη επέμβασης (counter-intervention to enforce non-intervention).
Ο Μιλλ τόνισε ότι όταν ρωτάμε αν μια χώρα δικαιολογείται να «βοηθήσει τον λαό μιας άλλης χώρας σε κάποιον αγώνα τους ενάντια στην κυβέρνησή τους για την απόκτηση [ή διατήρηση] ελεύθερων θεσμών», η απάντησή μας οφείλει να διαφέρει, «ανάλογα με το αν ο ζυγός… είναι επιβεβλημένος από μια αμιγώς ενδογενή κυβέρνηση ή από ξένους». Ξεκαθάρισε ότι θεωρούσε «ξένους» «κάθε κυβέρνηση που διατηρείται στην εξουσία με ξένη βοήθεια».
Ετσι, όταν η διαμάχη ήταν με αντιπάλους μόνο εντόπιους κρατούντες, «και με την εντόπια ισχύ που αυτοί οι κρατούντες μπορούν να στρατολογήσουν για να αμυνθούν», μια επέμβαση από το εξωτερικό δεν ήταν δικαιολογημένη. Ο λόγος; Οτι ήταν σχεδόν σίγουρο ότι η επέμβαση, ακόμη κι αν ήταν επιτυχής, δεν θα απέβαινε «για το καλό του εν λόγω λαού του ίδιου». Οπως εξήγησε: «Το μόνο πραγματικά έγκυρο κριτήριο του αν ένας λαός έχει καταστεί κατάλληλος για να αποκτήσει ελεύθερους θεσμούς, είναι ότι οι ίδιοι, ή ένας αριθμός απ’ αυτούς ικανός ώστε να υπερισχύσουν στον αγώνα, είναι διατεθειμένοι να αγωνιστούν και να διακινδυνεύσουν για την απελευθέρωσή τους». Γιατί «[κ]ανένας λαός ποτέ δεν ήταν και παρέμεινε ελεύθερος, παρά επειδή ήταν αποφασισμένος να είναι και να παραμείνει ελεύθερος».
Τα πράγματα, όμως, ήταν εντελώς διαφορετικά όταν ο περί ου ο λόγος αγώνας ήταν ενάντια σε ξένο ζυγό ή ενάντια σε μια εγχώρια τυραννία που διατηρείτο στην εξουσία χάρη σε ξένα όπλα. Ασχετα με το πόσο προσκολλημένος στην ελευθερία ήταν ένας λαός, ίσως να του ήταν αδύνατο να αγωνιστεί με επιτυχία για ελεύθερους θεσμούς εναντίον της στρατιωτικής ισχύος ενός άλλου έθνους πολύ πιο ισχυρού. Ετσι, «το να βοηθήσει κανείς ένα λαό που τον κρατούν σε υποδούλωση μ’ αυτό τον τρόπο, δεν αποτελεί διατάραξη της ισορροπίας δυνάμεων από την οποία εξαρτάται η μόνιμη διατήρηση της ελευθερίας σε μια χώρα, αλλά αντίθετα [αποτελεί] αποκατάσταση αυτής της ισορροπίας όταν αυτή έχει ήδη διαταραχθεί άδικα και βίαια».
Συνεπώς, προκειμένου το δόγμα της μη επέμβασης στο εσωτερικό ξένων χωρών να είναι μια θεμιτή και νόμιμη αρχή ηθικής, όλες οι κυβερνήσεις πρέπει να δεχτούν αυτή την αρχή, και πρέπει να δεσμεύει τους «δεσπότες» τόσο όσο και τα ελεύθερα κράτη. Αν οι δεσπότες δεν συναινούσαν να δεσμεύονται εξίσου απ’ αυτή την αρχή, το μόνο αποτέλεσμα που θα είχε ο σεβασμός της εκ μέρους των ελευθέρων κρατών θα ήταν «ότι η κακή πλευρά μπορεί να βοηθά την κακή πλευρά, αλλά η καλή πλευρά δεν πρέπει να βοηθά την καλή πλευρά».
Στην πρόσφατη περίπτωση της Βενεζουέλας, θα είχε νόημα να εξετάσουμε κατά πόσον τα κριτήρια πληρούνται, εάν η επέμβαση είχε συνοδευθεί από αλλαγή καθεστώτος με την αντιπολίτευση, που κέρδισε τις τελευταίες εκλογές, να αναλαμβάνει ως προσωρινή κυβέρνηση. Εως τώρα όμως δεν έχει γίνει τίποτα σε αυτή την κατεύθυνση. Αν η επέμβαση είχε δικαιολογηθεί ως προσπάθεια να αποκατασταθεί η εσωτερική ισορροπία που προέκυψε από τις εκλογές που ο Μαδούρο νόθευσε και αγνόησε, με τη βοήθεια ξένων κυβερνήσεων όπως αυτές της Ρωσίας, της Κίνας, του Ιράν ή της Κούβας, τότε η επέμβαση θα ήταν δικαιολογημένη.
Στην περίπτωση του Ιράν υπάρχουν σοβαροί λόγοι υπέρ επέμβασης για ανθρωπιστικούς λόγους, για να προληφθεί εκτεταμένη αιματοχυσία αμάχων.
Η περίπτωση που αυτές τις μέρες έχει μάλλον μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι το Ιράν. Εκεί υπάρχει άλλος λόγος, που συνηγορεί με όσους θα συνιστούσαν εξωτερική επέμβαση υπέρ των ξεσηκωμένων διαδηλωτών: Υπάρχουν σοβαροί λόγοι υπέρ επέμβασης για ανθρωπιστικούς λόγους, για να προληφθεί εκτεταμένη αιματοχυσία αμάχων (κάτι που ο Μιλλ επίσης ενέκρινε, χρησιμοποιώντας μάλιστα την επέμβαση των δυνάμεων κατά την Ελληνική Επανάσταση στο Ναυαρίνο σαν παράδειγμα). Αν ο Τραμπ είχε έστω και στοιχειώδη νομιμοποίηση και αξιοπιστία στο δικαστήριο της διεθνούς κοινής γνώμης, οι προειδοποιήσεις του προς την κυβέρνηση του Ιράν θα μπορούσαν να εκληφθούν ως προειδοποιήσεις ανθρωπιστική επέμβασης.
Τα πράγματα είναι, πάντως, καθαρότερα σχετικά με πρόσφατες περιπτώσεις όπως το Αφγανιστάν ή το Ιράκ. Τα κίνητρα ήταν μάλλον σύνθετα και όχι απαραιτήτως αυτά που δηλώθηκαν επισήμως, αλλά, στον βαθμό που η αλλαγή καθεστώτος και το χτίσιμο νέου δημοκρατικού κράτους (nation-building) χρησιμοποιήθηκαν ως λόγοι, και στις δύο περιπτώσεις οι επεμβάσεις δεν δικαιολογούνται. Τεράστιες απώλειες ζωής και χρημάτων στο Αφγανιστάν για πάνω από δύο δεκαετίες κατέληξαν χειρότερα από μια τρύπα στο νερό. Και μόλις έγινε σαφές ότι οι Αμερικανοί δεν ήταν διατεθειμένοι να έχουν μόνιμη ισχυρή στρατιωτική παρουσία, το δήθεν κράτος κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος. Παρόμοια πράγματα έγιναν και στο Ιράκ, εξ ου και η επιτυχία του Ισλαμικού Κράτους στο χάος που δημιούργησε η αμερικανική επέμβαση. Τα πράγματα δεν είναι ποτέ απλά, αλλά το κριτήριο του Μιλλ προσφέρει τον καλύτερο οδηγό που διαθέτουμε.
*Ο κ. Γεώργιος Βαρουξάκης είναι καθηγητής Ιστορίας της Πολιτικής Σκέψης στο Queen Mary University of London. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι το «The West: The History of an Idea» (Princeton University Press).

