Ποιος κυβερνά σήμερα τη Βενεζουέλα, δύο εβδομάδες μετά την αμερικανική επιχείρηση κατά του καθεστώτος Μαδούρο, που το αποκεφάλισε αλλά το άφησε στη θέση του; Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε –και το επανέλαβε μετά τις προσπάθειες του υπουργού των Εξωτερικών του να ερμηνεύσει τι εννοούσε– ότι οι ΗΠΑ «θα κυβερνήσουν» τη λατινοαμερικανική χώρα, έως ότου κρίνουν ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις για μία «ασφαλή» και «συνετή» (ούτε κουβέντα για δημοκρατική) μετάβαση. Μπορεί την Πέμπτη να συναντήθηκε με την ηγέτη της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, Μαρία Κορίνα Ματσάδο, και να παρέλαβε το Νόμπελ της αλλά την προηγούμενη μέρα είχε συνομιλήσει με την υπηρεσιακή πρόεδρο της Βενεζουέλας και μέχρι πρότινος αντιπρόεδρο του Μαδούρο, Ντέλσι Ροντρίγκες, την οποία χαρακτήρισε «υπέροχο άνθρωπο» με τον οποίο συνεργάζεται θαυμάσια. Παράλληλα ο διευθυντής της CIA, Τζον Ράτκλιφ, είχε τετ α τετ με τη Ροντρίγκες στο Καράκας, μια συνάντηση ενδεικτική της εμπιστοσύνης που τρέφει η Ουάσιγκτον για τη διάδοχο του Μαδούρο.
Ο Στίβεν Μίλερ, αναπληρωτής προσωπάρχης του Λευκού Οίκου και γνωστός ως το id του προέδρου, το διατύπωσε ως εξής μιλώντας στο CNN. «Εξ ορισμού» οι ΗΠΑ έχουν τον έλεγχο, είπε, υιοθετώντας πλήρως τη λογική του δικαίου του ισχυρού γενικά και σημειώνοντας ειδικά: «Εχουμε τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ανεπτυγμένες δίπλα στη χώρα, εμείς θέτουμε τους όρους. Εχουμε επιβάλει ένα ολοκληρωτικό εμπάργκο στο εμπόριο πετρελαίου και γενικότερα στη δυνατότητά τους για εμπορικές συναλλαγές».
Ενας από τους βασικούς πυλώνες επί των οποίων στηρίχθηκε η πολιτική ανάδυση του Τραμπ ήταν, φυσικά, η εναντίωση στις στρατιωτικές επεμβάσεις σε χώρες όπου δεν διακυβεύεται η εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Ο Τραμπ συνέτριψε τον Τζεμπ Μπους στην κούρσα για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών το 2016 κατακεραυνώνοντας την οικογένεια Μπους για τον πόλεμο στο Ιράκ και τη φιλοσοφία του νεοσυντηρητισμού γενικότερα. Οι Μπους, όπως και η Χίλαρι Κλίντον και ο Τζον Μακέιν, σύμφωνα με τον Τραμπ, ήταν πολεμοκάπηλοι που προφασίζονταν υψηλά ιδεώδη για να στείλουν τους γιους της εργατικής τάξης σε μακρινούς πολέμους για το πετρέλαιο ή για να ανοίξουν οι αγορές για τους φίλους τους στη Wall Street και στον επιχειρηματικό τομέα ευρύτερα.
Στη δεύτερη θητεία του, ωστόσο, ο Τραμπ δείχνει να υποκύπτει ολοένα και πιο συχνά στη σαγήνη της χρήσης της απαράμιλλης στρατιωτικής ισχύος των ΗΠΑ. Μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, έχει βομβαρδίσει το Ιράν (με το ενδεχόμενο νέου χτυπήματος να έχει επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο), το Ιράκ, τη Συρία, την Υεμένη, τη Νιγηρία, τη Σομαλία – και τώρα τη Βενεζουέλα. Εχει απειλήσει με αντίστοιχη μεταχείριση την Κούβα, την Κολομβία, το Μεξικό, ακόμα και τη Γροιλανδία, που ανήκει σε σύμμαχο χώρα του ΝΑΤΟ.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι επεμβάσεις γίνονται από αέρος, χωρίς την ανάληψη ευθύνης για την κατάσταση επί του πεδίου και με μικρό ρίσκο για τους Αμερικανούς που συμμετέχουν. Η Βενεζουέλα ήταν η εξαίρεση: καθώς προκύπτουν νέες λεπτομέρειες για την επιδρομή που οδήγησε στην αιχμαλωσία του Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του, αναδεικνύεται ο βαθμός στον οποίο η απουσία αμερικανικών απωλειών ήταν προϊόν (και) τύχης. Επιπλέον, όσο και αν ο Τραμπ επιθυμεί να ελέγξει εξ αποστάσεως τη χώρα, χωρίς τη χρήση χερσαίων δυνάμεων (ο Τζέικ Σάλιβαν, σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Μπάιντεν, στο podcast του, «The Long Game», μίλησε για «κατοχή με τηλεχειριστήριο»), είναι μάλλον απίθανο να μην εμπλακεί βαθύτερα –και πιο επικίνδυνα– στα τεκταινόμενα στη Βενεζουέλα, αν θέλει πραγματικά να επιβάλει τη θέλησή του.
Διαχείριση αντί αλλαγής
Οπως σημειώνει σε ανάλυσή του για την αμερικανική στρατηγική ο Κρίστοφερ Ερνάντεζ-Ρόι, αναπληρωτής διευθυντής του Americas Program του Center for Strategic and International Studies: «Δεν πρόκειται για αλλαγή καθεστώτος με την παραδοσιακή έννοια. Είναι διαχείριση καθεστώτος, μια προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της συμπεριφοράς χωρίς να καταρρεύσει το σύστημα που την παράγει». Η επιλογή, για παράδειγμα, να μείνουν στη θέση τους τόσο ο υπουργός Εσωτερικών Ντιοσντάντο Καμπέγιο όσο και ο υπουργός Αμυνας Παδρίνο Λόπεζ, παρότι αμφότεροι περιλαμβάνονται σε ξεχωριστά αμερικανικά κατηγορητήρια, «αντανακλά μια συνειδητή απόφαση να διατηρηθεί η εσωτερική ισορροπία του καθεστώτος και να αποφευχθεί η πρόκληση κενού ηγεσίας».
Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Σμίλντε, καθηγητή Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Tulane και από τους κορυφαίους ειδικούς στις ΗΠΑ σχετικά με τη Βενεζουέλα, δεν υπάρχει πρόσφατο προηγούμενο για την προσέγγιση του Τραμπ, η οποία μπορεί να συγκριθεί μόνο με τη «διπλωματία των κανονιοφόρων» του 19ου αιώνα. «Στη σύγχρονη εποχή είναι πολύ πιο δύσκολο να διοικηθεί εξ αποστάσεως μία χώρα», λέει στην «Κ» ο Σμίλντε. «Αλλά το ερώτημα είναι ποιος είναι ο στόχος. Μπορεί να είναι αρκετά μινιμαλιστικός: η δημιουργία μίας Σαουδικής Αραβίας στην Καραϊβική, ενός αυταρχικού καθεστώτος που θα παράγει πετρέλαιο και θα το στέλνει στις ΗΠΑ, υπό την απειλή εισβολής. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να λειτουργήσει. Αν οι ΗΠΑ επιχειρήσουν τη μετάβαση σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, θα δυσκολέψουν τα πράγματα».
«Δεν είναι σαφές εάν το μοντέλο της εξαναγκαστικής συνεργασίας εξ αποστάσεως μπορεί να λειτουργήσει», συμφωνεί ο Μάικλ Σίφτερ, senior fellow και πρώην πρόεδρος του Inter-Americas Dialogue, ενός κέντρου ανάλυσης πολιτικής του δυτικού ημισφαιρίου με έδρα την Ουάσιγκτον. «Εάν δεν λειτουργήσει και ακολουθήσει χάος, οι ΗΠΑ δεν θα έχουν άλλη επιλογή από το να στείλουν δυνάμεις για να σταθεροποιήσουν την κατάσταση».
Θα αποδεχθεί όμως η βενεζουελάνικη κοινωνία την παράταση επ’ αόριστον της δικτατορίας, με τη στήριξη πλέον των ΗΠΑ; «Δεν θεωρώ ότι έχουν πραγματικά επιλογή αυτή τη στιγμή», λέει ο Σμίλντε. «Η κυβέρνηση έχει τα όπλα, ελέγχει την οικονομία, ελέγχει τους θεσμούς. Πολλά θα εξαρτηθούν από τη στάση της κυβέρνησης Τραμπ και από το πώς θα κινηθούν η Μαρία Κορίνα Ματσάδο και οι υπόλοιποι εξόριστοι ηγέτες της αντιπολίτευσης». Δεν είναι λύση πάντως – σημειώνει – η προσπάθεια κολακείας του Τραμπ με την προσδοκία ότι θα πειστεί να υποστηρίξει τη δημοκρατία: «Πρέπει να χρησιμοποιήσουν το πολιτικό τους κεφάλαιο, το ηθικό κύρος που προσδίδει το Νόμπελ Ειρήνης που απονεμήθηκε στη Ματσάδο ώστε να ασκήσουν πιέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες να προσανατολιστούν προς ένα δημοκρατικό άνοιγμα».
Οπως αναφέρει στην ανάλυσή του ο Ερντάντεζ-Ρόι του CSIS, «το φάντασμα του Ιράκ πλανάται έντονα» πάνω από τη στρατηγική διαχείρισης καθεστώτος. «Η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο αποκεφαλισμός ολόκληρης της ηγεσίας της Βενεζουέλας θα απαιτούσε χερσαία εισβολή και παρατεταμένη στρατιωτική παρουσία, διακινδυνεύοντας τον κατακερματισμό εντός των ενόπλων δυνάμεων και προκαλώντας βίαιο ανταγωνισμό μεταξύ εγκληματικών και πολιτικών φατριών». Ακόμα και η χειρουργική επέμβαση του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου κατά του Μανουέλ Νοριέγκα το 1989 κρίθηκε προβληματική ως πρότυπο, σύμφωνα με τον αναλυτή του CSIS, καθώς χρειάστηκε τη συμμετοχή σχεδόν 26.000 Αμερικανών στρατιωτών.
Ο Τραμπ, προς το παρόν, επέλεξε να ποντάρει στην αντιπρόεδρο του Μαδούρο, Ντέλσι Ροντρίγκες, αντί της Ματσάδο, παρά τους στενούς δεσμούς της τελευταίας με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και τις υποσχέσεις της να παράσχει γη και ύδωρ στις αμερικανικές πολυεθνικές που θα επένδυαν στη νέα Βενεζουέλα. Μπορεί η Ροντρίγκες να ικανοποιήσει ταυτόχρονα τις επιταγές της Ουάσιγκτον και τον σκληρό πυρήνα του παλαιού καθεστώτος, που εξακολουθεί να ελέγχει τις δυνάμεις ασφαλείας και τον στρατό;
«Ο Μαδούρο ήταν ένας βάναυσος δικτάτορας, αλλά διαχειρίστηκε διαφορετικά κέντρα εξουσίας του τσαβισμού και διατήρησε την ενότητα του καθεστώτος για σχεδόν 13 χρόνια», λέει στην «Κ» ο Μάικλ Σίφτερ του Inter-Americas Dialogue. «Η Ντέλσι Ροντρίγκες μπορεί να είναι έξυπνη και αποτελεσματική, αλλά η ταυτόχρονη ικανοποίηση των απαιτήσεων του Τραμπ και των σκληροπυρηνικών του καθεστώτος, όπως οι υπουργοί Εσωτερικών και Αμυνας, θα είναι μια πολύ δύσκολη πρόκληση».
Εύθραυστα θεμέλια
Σύμφωνα με τον Ερνάντεζ-Ρόι του CSIS, η επιτυχία της πολιτικής της διαχείρισης καθεστώτος θα εξαρτάται από «μία σειρά από εύθραυστες εικασίες»: ότι το καθεστώς θα δώσει προτεραιότητα στην επιβίωση έναντι της ιδεολογίας, ακόμα με την προοπτική μεσοπρόθεσμα να χάσει την εξουσία· ότι ο στρατός θα αποδεχθεί τις επιταγές πολιτικής της Ουάσιγκτον· ότι η κοινωνία της χώρας θα αποδεχθεί την επ’ αορίστου παράταση της αυταρχικής διακυβέρνησης· ότι οι ξένες δυνάμεις που είχαν προνομιακές σχέσεις με το καθεστώς θα αποδεχθούν την έξωσή τους από τη Βενεζουέλα· και ότι οι ΗΠΑ θα είναι διατεθειμένες να επεμβαίνουν στρατιωτικά κάθε φορά που η κυβέρνηση στο Καράκας θα παρεκκλίνει από τα απαιτούμενα.
Ειδικά σχετικά με τις ξένες δυνάμεις (Κούβα, Ιράν, Ρωσία, Κίνα) που είχαν στενές σχέσεις με το καθεστώς Μαδούρο, ο Ντέιβιντ Σμίλντε του Tulane εκτιμά ότι θα είναι πολύ δύσκολη η απαγκίστρωση του Καράκας. «Οι σχέσεις σταδιακά θα υποβαθμιστούν, αλλά δεν είναι εφικτό απλά να διακοπούν», εξηγεί στην «Κ». «Οι τέσσερις αυτές χώρες ήταν απολύτως ενταγμένες στη διαδικασία διακυβέρνησης της Βενεζουέλας και στη διαχείριση της οικονομίας της».
Ο Μάικλ Σίφτερ, από την πλευρά του, σημειώνει ότι η επέμβαση των ΗΠΑ «θα περιπλέξει τις μακροχρόνιες σχέσεις του καθεστώτος με βασικούς συμμάχους του», με τον αντίκτυπο να είναι πιο σημαντικός στην Κούβα, που δεν θα έχει πλέον πρόσβαση σε ζωτικές προμήθειες πετρελαίου από τη Βενεζουέλα. Από την άλλη, «είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι η Κίνα θα αποσυρθεί από τη χώρα χωρίς να αντισταθεί».
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέλεξαν να διαχειριστούν τη Βενεζουέλα αντί να την απελευθερώσουν, να εξαναγκάσουν τα αποτελέσματα αντί να καλλιεργήσουν τη νομιμότητα», καταλήγει η ανάλυση του CSIS. Η στρατηγική αυτή μπορεί βραχυπρόθεσμα να φέρει κάποια οφέλη. Ωστόσο, «η σταθερότητα χωρίς τη νομιμότητα μπορεί να επιβληθεί, αλλά δεν μπορεί να αντέχει επ’ αόριστον, κι αυτό συνεπάγεται ρίσκα τα οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει πλέον να διαχειριστούν ως δικά τους».

