Ευρωπαϊκή Ενωση: Μία όχι πρωτότυπη αλλά αιρετική θέση εν μέσω πολεμικών προετοιμασιών

Ευρωπαϊκή Ενωση: Μία όχι πρωτότυπη αλλά αιρετική θέση εν μέσω πολεμικών προετοιμασιών

Ενα μεγάλο λάθος της Ε.Ε. είναι ότι προσέδεσε τον πολιτικό φιλελευθερισμό στον οικονομικό φιλελευθερισμό, με συνέπεια, μεταξύ άλλων, την κρίση του 2008/09 και τις μεγάλες οικονομικές ανισότητες

32' 39" χρόνος ανάγνωσης

Ενα μεγάλο λάθος της Ε.Ε. είναι ότι πρσέδεσε τον πολιτικό φιλελευθερισμό στον οικονομικό φιλελευθερισμό, με συνέπεια, μεταξύ άλλων, την κρίση του 2008/09 και τις μεγάλες οικονομικές ανισότητες. Οι μεγάλες, βαθιές ανισότητες στην κοινωνία μπορεί να ενισχύσουν τη δυσαρέσκεια τόσο πολύ ώστε να απειληθεί η ίδια η δημοκρατία. Η αντιμετώπιση αυτών δεν βρίσκεται μόνο στη μεγαλύτερη ισότητα, αλλά και στις ίσες ευκαιρίες στο ξεκίνημα καθώς και στην πορεία για την απόκτηση του αποτελέσματος. Βρίσκεται όμως και στην αποκατάσταση της αξιοπρέπειας των μη προνομιούχων.

Το δεύτερο λάθος των ηγεσιών της Ε.Ε. και των κρατών-μελών αυτής (με τις λίγες εξαιρέσεις) που μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή είναι αυτό της αντιμετώπισης του ρωσο-ουκρανικού πολέμου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ρωσία αγνόησε το διεθνές δίκαιο και εισέβαλε σε μία χώρα ανεξάρτητη και κυρίαρχη. Ομως οι προσπάθειες που έγιναν για μια ειρηνική διευθέτηση της σύγκρουσης δεν καρποφόρησαν (βλ. παρακάτω), κυρίως διότι οι Αμερικανοί υπό τον Μπάιντεν, οι Άγγλοι και αρκετοί Ευρωπαίοι ήθελαν να συνεχιστεί ο πόλεμος, προκειμένου να αποδυναμώσουν τη Ρωσία. Ακόμη και σε μια εκεχειρία, την οποία οι ΗΠΑ υπό τον Τραμ επιδιώκουν, δεν συναινούν διότι θα απελευθερώσει πόρους και χρόνο για τη Ρωσία ώστε να προετοιμαστεί για μια επίθεση εναντίον χωρών του ΝΑΤΟ. Αυτός ο πόλεμος αφενός αποτελεί βούτυρο στο ψωμί των πολεμικών-αμυντικών βιομηχανιών και αφετέρου μάλλον δείχνει πως οι ευρωπαϊκές ηγεσίες βαρέθηκαν την 70χρονη ειρηνική περίοδο και άρχισαν να επιδίδονται σε δηλώσεις ρωσοφοβικές, καλλιεργώντας την πολεμική ψυχολογία στους λαούς και προετοιμάζοντας οικονομία και κοινωνία για τον πόλεμο.

Μπορεί να θέλουν να πιστεύουν πως οι Ρώσοι δεν θα αποτολμήσουν τον πόλεμο και οι Ευρωπαίοι με τον συνεχή και με ποιοτικότερα όπλα εξοπλισμό της Ουκρανίας καθώς και τις ατέλειωτες κυρώσεις θα αποδυναμώσουν και τελικά θα γονατίσουν τη Ρωσία οπότε αυτή θα αναγκαστεί να συνθηκολογήσει. Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και περίσκεψη. Να μη χρησιμοποιείται και να ωθείται ο ουκρανικός λαός ως πρόβατον επί σφαγήν. Να μην οδηγηθούν τα πράγματα στα άκρα. Αν η Ρωσία νιώσει υπαρξιακή απειλή θα χρησιμοποιήσει το πυρηνικό της οπλοστάσιο. Γι΄αυτό πρέπει να αναζητηθεί από την Ευρώπη μια ειρηνική λύση.   Αν όχι, τουλάχιστον να μη βάλει εμπόδια στις όποιες προσπάθειες των ΗΠΑ για ειρήνη.  

Ο επανεξοπλισμός της Ευρώπης (ReΑrm Europe): Ο όρος αυτός αντικαθίσταται με τον όρο «Προετοιμασία 2030», και τούτο διότι ο όρος επανεξοπλισμός είναι υπερβολικά φορτισμένη λέξη και μπορεί να αποξενώσει τους πολίτες. Ενώ η «Προετοιμασία 2030» δεν παραπέμπει άμεσα στους εξοπλισμούς. Γιατί το 2030; Διότι εκτιμάται ότι τότε η Ρωσία θα μπορούσε να έχει τις απαραίτητες δυνατότητες να εξαπολύσει επίθεση σε κράτη-μέλη της Ε.Ε. ή του ΝΑΤΟ.

Το Bloomberg (αμερικανικό δίκτυο ενημέρωσης) υπολόγισε το κόστος επανεξοπλισμού της Ευρώπης σε τρία τρισεκατομμύρια $. Από πού θα βρεθούν αυτά ή έστω τα 800 δισ. ευρώ που προαποφασίστηκαν, αν όχι από την αύξηση του δημοσίου χρέους ή/και από τη δραστική περικοπή του ευρωπαϊκού κράτους πρόνοιας (το οποίο, ας σημειωθεί, ανέρχεται στο 50% των παγκόσμιων κοινωνικών δαπανών), προκαλώντας ανατροπή του κοινωνικού συμβολαίου με πολιτικές συνέπειες στα κράτη-μέλη. Και όλα αυτά για να προστατευτεί η Ευρώπη από τη Ρωσία. Γιατί επιμένει η ηγεσία της Ε.Ε. στη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία; Γιατί δεν συστρατεύεται με τις ΗΠΑ για τον τερματισμό του πολέμου; Μήπως τρωθεί το κύρος της, αν αλλάξει τη στάση της, καθότι επένδυσε πολύ πολιτικό κεφάλαιο στην εξεύρεση ενός εχθρού, πράγμα που συμφέρει την πολεμική βιομηχανία και δίνει την ευκαιρία, ιδίως, στη Γερμανία να υπερεπανεξοπλιστεί;

Η γερμανική εταιρεία κατασκευής αμυντικού εξοπλισμού και τεχνολογίας, Rheinmetall είδε τη μετοχή της να φτάνει στα 1.414 ευρώ από τα 500 ευρώ μέσα σε έξι μήνες. Αναμένει δε παραγγελίες έως το 2030, 300 δισ. ευρώ.

Αυτός ο επανεξοπλισμός, αποκαλούμενος στρατιωτικός Κεϊνσιανισμός, μπορεί να τονώσει, με τις στρατιωτικές δαπάνες την υποτονική  ζήτηση στη Ε.Ε., ειδικότερα στη Γερμανία, καθώς αυτή κατήργησε το συνταγματικό χρέος στα δημόσια χρέη. Ευχής έργο, ο στρατιωτικός Κεϊνσιανισμός να μη στοχεύσει στον πόλεμο αλλά στη λελογισμένη άμυνα, ώστε να δοθεί η δυνατότητα μεταρρύθμισης των δημοσιονομικών κανόνων προς μια ευρύτερη συμπεριληπτική αναπτυξιακή κατεύθυνση, ρίχνοντας βάρος των επενδυόμενων στρατιωτικών δαπανών στη δημιουργία γνώσης. Μάλιστα μια τέτοια στροφή της Ε.Ε. προς έναν «Νεο-Κεϊνσιανισμό» θα μπορούσε να βοηθήσει ώστε η οικονομική επιστήμη να πάψει να είναι δογματική-νεοφιλελεύθερη, με βάση τη Σχολή του Σικάγου που θεωρεί τις αγορές ως φυσική επιλογή και τις ανισότητες ως αποτελεσματικό μέσο για την ανάπτυξη προς όφελος του κεφαλαίου, και να συνδεθεί με την πραγματική ζωή , όπου η κοινωνιολογία, η ιστορία, η πολιτική, οι θεσμοί και η ηθική συνυφαίνονται με την πραγματική ζωή.              

Βάσει νεότερων πληροφοριών (βλ. Σκάι, 27.10.2025: Η Γερμανία εξοπλίζεται – το σχέδιο για επενδύσεις 377 δισ. ευρώ για στρατιωτικούς σκοπούς), η Γερμανία, από τη στιγμή που κατάφερε να αποσπάσει τις δαπάνες για την άμυνα από το συνταγματικό φρένο χρέους και να έχει τη δυνατότητα ανάληψης βιώσιμων πολυετών δαπανών-επενδύσεων  πέρα από το εξαντλημένο ειδικό ταμείο των 100 δισ. ευρώ που είχε συσταθεί υπό την θητεία του πρώην καγκελαρίου Ολαφ Σολτς, προχώρησε, γρήγορα, στην κατάστρωση, για την επόμενη δεκαετία, σχεδίου δαπανών-επενδύσεων 377 δισ. ευρώ για χερσαίες, αεροπορικές, θαλάσσιες, διαστημικές και κυβερνο-εξοπλιστικές αγορές. Αναφέρω και το απόρρητο επιχειρησιακό σχέδιο για πόλεμο με τη Ρωσία, Operationplan Germany (OPLAN DEU). Κατά αυτό 800.000 στρατιώτες από Γερμανία, ΗΠΑ και ΝΑΤΟ θα είναι έτοιμες για την ανατολική γραμμή αντιπαράθεσης.

Ο Γερμανός υπουργός Αμυνας Μπόρις Πιστόριους δήλωσε ότι θα δαπανηθούν 10 δισ. ευρώ για σύγχρονα drones.  Επιπλέον, βάσει πληροφοριών μυστικών υπηρεσιών, η Ρωσία θα είναι έτοιμη για επίθεση σε ανατολικοευρωπαϊκη χώρα του ΝΑΤΟ το 2029, κατ΄ άλλους το 2028 αντί του 2030, ή πιο τρομακτικά «η Ευρώπη διανύει ίσως το τελευταίο καλοκαίρι ειρήνης». Ακολούθησαν δηλώσεις από: τον αρχηγό ΓΕΣ της Πολωνίας στρατηγό Βίσλαβ Κούκουλα, η χώρα του βρίσκεται ουσιαστικά σε «προπολεμική κατάσταση», τον Λιθουανό επίτροπο Αμυνας της Ε.Ε., Αντριους Κουμπίλιους, η Ρωσία θα μπορούσε να δοκιμάσει την άμυνα του ΝΑΤΟ «εντός των επόμενων δύο έως τεσσάρων ετών», τον Εσθονό αντιστράτηγο Αντρους Μερίλο, «βρισκόμαστε ήδη σε σύγκρουση με τη Ρωσία, βρισκόμαστε ήδη σε πόλεμο», τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, «είμαστε ο επόμενος στόχος της Ρωσίας και βρισκόμαστε ήδη σε κίνδυνο». «Να προετοιμαστούμε για τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο», τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού Φαμπιάν Μαντόν, «αν η χώρα μας διστάζει επειδή δεν είναι έτοιμη να χάσει τα παιδιά της… ή να υποφέρει οικονομικά επειδή η προτεραιότητα πρέπει να είναι η στρατιωτική παραγωγή, τότε πράγματι διατρέχουμε κίνδυνο», τον Αγγλο αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων της Αγγλίας, «οι γιοι και κόρες μας να ετοιμαστούν για πόλεμο».

Γιατί οι ηγεσίες των ευρωπαϊκών χωρών μαζί και η ηγεσία της Ε.Ε. αποφεύγουν να μιλήσουν για ειρήνη, όταν η Ρωσία, όχι μόνο δηλώνει αλλά και είναι έτοιμη να υπογράψει ότι δεν έχει καμία πρόθεση να επιτεθεί σε χώρα της Ε.Ε. ή του ΝΑΤΟ; Ισχυρίζεται η Ευρώπη πως δεν έχει εμπιστοσύνη στη Ρωσία του Πούτιν.

Προκαταλαμβάνοντας τα παρατιθέμενα ιστορικά δεδομένα, που δείχνουν ποιος και γιατί έχει περισσότερους λόγους να μην εμπιστεύεται τον άλλον, πιστεύω πως τα ιστορικά δεδομένα μαρτυρούν ότι η Ρωσία έχει πολλούς λόγους να μην εμπιστεύεται τη Δύση από ό,τι προβάλλει η Δύση κατά της Ρωσίας. Και επειδή η ευρωπαϊκή ασφάλεια είναι αδιαίρετη, που σημαίνει ότι καμία χώρα δεν μπορεί να ενισχύσει την ασφάλειά της σε βάρος της άλλης χωρίς να προκαλέσει επικίνδυνη αστάθεια. Γι΄αυτό η Ευρώπη θα πρέπει να δεχθεί την πρόταση της Ρωσίας για την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας και ειρήνης, δεσμευόμενη κατηγορηματικά και ειλικρινώς ότι δεν θα υπάρξει διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, δηλ. προς Ουκρανία και Γεωργία. Χωρίς ειλικρίνεια δεν μπορεί να υπάρξει εμπιστοσύνη και χωρίς εμπιστοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει ασφάλεια.                

Αυτή την πολεμική πανικοβάλλουσσα ρητορική και πρακτική θα μπορέσουν οι δημοκρατικές δυνάμεις και πολίτες της Ευρώπης να αποδυναμώσουν και αποκρούσουν με μία πειστική ειρηνική αντιπαράθεση; Αν όχι, απομένει η ευχή να αποδώσουν οι ειρηνευτικές προσπάθειες.

Για ειδικότερους λόγους αναφέρω και την πρόσφατη επίσκεψη του Μερτς στην Αγκυρα, αμέσως μετά την επίσκεψη του Βρετανού πρωθυπουργού, για τον εφοδιασμό της Τουρκίας με τα Eurofighter και τη σύνδεσή τους όχι μόνο με τις ανάγκες του ΝΑΤΟ αλλά και με το πρόγραμμα SAFE (Security Action for Europe). Πρόκειται για το νέο χρηματοδοτικό εργαλείο της Ε.Ε. ύψους 150 δισ. ευρώ, ως ο πρώτος πυλώνας του Σχεδίου ReArm Europe για προμήθεια αμυντικού εξοπλισμού 880 δισ. ευρώ σε αμυντικές δαπάνες. Η ένσταση δύο ευρω-εταίρων, της Ελλάδας (λόγω και του casus belli της Τουρκίας) και της Κύπρου, παραβλέπεται χάριν του συναλλακτικού συμφέροντος, το οποίο αγνοεί προκλητικά την Αρχή της Ε.Ε. που λέγεται Αλληλεγγύη. Ο Μερτς στην κοινή συνέντευξη με τον Ερντογάν, προφανώς, για να αμβλύνει την αναμενόμενη κριτική του γερμανικού τύπου, καθότι η Τουρκία καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα, γενικότερα το κράτος δικαίου, ψέλλισε πως η Τουρκία δεν πληροί ακόμη τα κριτήρια της Κοπεγχάγης για να πάρει την απάντηση από τον Ερντογάν: εμείς έχουμε τα κριτήρια της Αγκυρας. Μιαν ανταπάντηση μάλλον τη θεώρησε περιττή!

Εύλογα, πλανάται το ερώτημα: πού το πάει η Ευρώπη, κυρίως, η Γερμανία, η Πολωνία, οι βαλτικές χώρες, η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και βέβαια η Μεγάλη Βρετανία;

Ακολουθούν λίγα λόγια από την οπτική θεώρηση του ιστορικού Χάγκεν Φλάισερ για τη μεταπολεμική Γερμανία:

Η ΓΛΔ κατέρρευσε εξαιτίας της διαρκώς αυξανόμενης αντίθεσης των ίδιων της των πολιτών, ενώ από την αντίπαλη όχθη οι περισσότερες ξένες δυνάμεις και αρχηγοί τους θα προτιμούσαν σαφώς να κρατήσουν στη ζωή και να διατηρήσουν τη Γερμανία χωρισμένη.

Σαράντα πέντε χρόνια μετά το 1945 μεσουρανούσε, ειδικά στη Μεγάλη Βρετανία, η καχυποψία για τα γερμανικά σχέδια δημιουργίας ενός «Τέταρτου Ράιχ» διά μέσου της Ε.Ε. και η Μάργκαρετ Θάτσερ δεν έκρυβε την άποψή της ότι στη φύση των Γερμανών είχαν ριζώσει «η επιθετικότητα και η αποφασιστικότητα» και ότι «δεν μπορείς να ξεπεράσεις την Ιστορία του αιώνα αυτού σαν να μην είχε συμβεί τίποτε» (βλ. Χάγκεν Φλάισερ, Οι πόλεμοι της μνήμης. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στη Δημόσια Ιστορία. Εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2008, σελ. 78/79).

Οι Γερμανοί, με σημαντική καθυστέρηση –μετά την ήττα τους– μετατοπίζουν διαρκώς περισσότερο την προσοχή στα όσα έγιναν εις βάρος των Γερμανών πολιτών. «Μία έκρηξη βιβλίων και τηλεοπτικών εκπομπών εξελίσσεται σε μία αυτοτροφοδοτούμενη διαδικασία διαμόρφωσης της κυρίαρχης μνήμης. Η άνευ προηγουμένου επιτυχία των μπεστ-σέλερ που προβάλλουν τη γερμανική στάση στη θέση του θύματος προκαλεί ανησυχίες, ειδικά όταν συγκριθεί με τη μικρότερη προβολή και, συνεπώς, τις πολύ μικρότερες πωλήσεις εξαιρετικών βιβλίων που αναφέρονται σε εκφάνσεις της γερμανικής ενοχής» (βλ. Χάγκεν Φλάισερ, ό.π. σελ. 129/130).

Ακόμη, η Θάτσερ, μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, είχε πει: «Νικήσαμε τους Γερμανούς δύο φορές και τώρα επιστρέφουν» (βλ. ΤΑ ΝΕΑ, Ποιος φοβήθηκε την Ενωμένη Γερμανία; 4-5/10.2025).

Εκτιμώ πως στο Brexit θα συνέβαλαν και τα λανθάνοντα συναισθήματα, οι νικητές των Γερμανών να βρίσκονται υπό τους ηττημένους Γερμανούς οι οποίοι έχουν τον βαρύνοντα λόγο στην Ε.Ε.

«Δεν έχει εκλείψει η ανάμνηση του μοιραίου μύθου του μαρτυρικού έθνους-θύματος που καλλιεργήθηκε στη Γερμανία μετά την «επάρατη» Συνθήκη των Βερσαλλιών, και ο φόβος ενδεχόμενης αναβίωσης τρομάζει πολλούς» (βλ. Χάγκεν Φλάισερ, ό.π. σελ. 300/01).

Είναι δυνατή η «συγχώρεση δίχως λήθη», και μάλιστα όταν οι θύτες καλλιεργούν τον μοιραίο μύθο του μαρτυρικού θύματος;

Βέβαια, ο Φλάισερ στη σελ. 451 του ίδιου συγγράμματος υποστηρίζει: «Η ελευθερία του λόγου πρέπει να ισχύει ακόμη και για τους εχθρούς της ελευθερίας», επειδή «όσο επικίνδυνες και αν είναι κάποιες ιδέες, όσο και αν προκαλούν το μίσος και τη βία, δεν μπορούν να καταπολεμηθούν παρά με ιδέες». Εχοντας υπόψη το φιλελεύθερο Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, το οποίο εκμεταλλεύτηκαν και υπονόμευσαν οι ναζί και τελικά ανέτρεψαν την ίδια τη Δημοκρατία, προκύπτει το ερώτημα: ποιες είναι οι δικλίδες ώστε να μην καταλήξει κανείς στην κατάργηση της Δημοκρατίας μαζί και της ελευθερίας, όταν μάλιστα  «οι εχθροί της ελευθερίας» είναι, εν τοις πράγμασι, αδιάλλακτοι;

Ομως, πριν η Πολιτεία προχωρήσει στη λήψη κατασταλτικών μέτρων κατά των «εχθρών της ελευθερίας» οφείλει να εξαλείψει τις αιτίες, όπως η διαφθορά, οι άδικες και αντιδημοκρατικές πολιτικές και η ανεργία μαζί με την αδυναμία επιβίωσης, που, κατά κανόνα, στέλνουν τους πολίτες στην αγκαλιά των «εχθρών της ελευθερίας».

Παρακάτω, θα παρουσιάσουμε ορισμένα ιστορικά δεδομένα, τα οποία πιστεύουμε ότι θα βοηθήσουν στην καλύτερη κατανόηση των αιτιών και λόγων της δυσπιστίας και των αντιθέσεων μεταξύ της Δύσης και της Ρωσίας.

Η πιο πρόσφατη αιτία αντίθεσης της Δύσης κατά της Ρωσίας είναι η εισβολή της δεύτερης στην Ουκρανία και ο πόλεμος που ξεκίνησε μεταξύ των δύο χωρών με μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό ένθεν κακείθεν καθώς και σε καταστροφές υποδομών, ιδιαίτερα στην επικράτεια της Ουκρανίας (επ΄ αυτού θα επανέλθουμε).

Από τα ιστορικά δεδομένα προκύπτει ότι δυτικές χώρες αναλάμβαναν πρώτες δράση και μετά η Ρωσία αντιδρούσε. Αρχίζουμε με με τους δυτικούς πολέμους που ξεκίνησαν εναντίον της Ρωσίας ήδη από το 1800.

– Η γαλλική εισβολή στη Ρωσία το 1812 (Ναπολεόντειοι Πόλεμοι)

– Η βρετανική και γαλλική εισβολή στη Ρωσία το 1853-1856 (Κριμαϊκός Πόλεμος)

– Η κήρυξη πολέμου της Γερμανίας κατά της Ρωσίας την 1η Αυγούστου 1914 (Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος)

– Η επέμβαση των Συμμάχων στον Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο 1918-1922 (Ρωσικός Εμφύλιος Πόλεμος)

– Η γερμανική εισβολή στη Ρωσία το 1941 (Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος) 

Καθένας από αυτούς τους πολέμους αποτελούσε απειλή για την επιβίωση της Ρωσίας. Γι΄αυτό επιδίωκε την ασφάλεια μέσω μιας ζώνης ασφαλείας μεταξύ της ίδιας και των δυτικών δυνάμεων. Η ζώνη θα περιλάμβανε την Φινλανδία, τα Βαλτικά κράτη, την Πολωνία και την Ουκρανία.

Ομως αυτό δεν κατέστη δυνατόν. Αντ΄ αυτού η Δύση προέβη σε κινήσεις που, από την οπτική της Ρωσίας αποτελούσαν υπαρξιακή απειλή για την επιβίωσή της. Οι κινήσεις της Δύσης, μετά την αποτυχία αποστρατιωτικοποίησης της Γερμανίας, ήταν: Η δημιουργία του ΝΑΤΟ, η ενσωμάτωση της Δυτ. Γερμανίας στο ΝΑΤΟ, η επέκταση του ΝΑΤΟ προς τις χώρες της Ανατ. Ευρώπης μετά το 1991, δηλ . μετά τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και παρά την υπόσχεση της Δύσης προς τον Γκορμπατσόφ ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκταθεί προς ανατολάς, η επέκταση των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων και πυραυλικών συστημάτων σε χώρες της Ανατ. Ευρώπης κοντά στα σύνορα της Ρωσίας.

Η Ρωσία – Σοβ. Ενωση – Ρωσία, από την πλευρά της, έχει εισβάλει προς δυτικές χώρες:

– Η Ρωσία επιτέθηκε στην Ανατ. Πρωσία το 1914

– Το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ το 1939, το οποίο διαμοίρασε την Πολωνία μεταξύ της Γερμανίας του Χίτλερ και της Σοβ. Ενωσης και προσαρτά τις χώρες της Βαλτικής το 1940

– Η εισβολή στη Φινλανδία τον Νοέμβριο του 1939 (Ο Χειμερινός Πόλεμος)

– Η Σοβιετική Κατοχή της Ανατ. Ευρώπης από το 1945, που αυτή απελευθερώθηκε πρωτίστως από τον Κόκκινο Στρατό, έως το 1989, που κατέρρευσε ο Υπαρκτός Σοσιαλισμός

– Η Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022

Αυτές οι Ρωσικές – Σοβιετικές-Ρωσικές ενέργειες εκλαμβάνονται από την Ευρώπη ως απόδειξη του επεκτατισμού της Ρωσίας προς τα δυτικά. Ομως, οι ενέργειες της Σοβ. Ένωσης-Ρωσίας αφενός μεν έπονται των δράσεων της Δύσης και αφετέρου πραγματοποιήθηκαν για τη διασφάλιση της ύπαρξης της Ρωσίας.

– Η πρώτη ενέργεια της Ρωσίας ήταν άμεση απάντησή της στην κήρυξη πολέμου εναντίον της από τη Γερμανία την 1η Αυγούστου 1914.

– Η δεύτερη ενέργεια, η συμφωνία της Σοβ. Ενωσης με το Τρίτο Ράιχ του Χίτλερ για τη διαίρεση της Πολωνίας το 1939 και η προσάρτηση των χωρών της Βαλτικής το 1940 θεωρείται στη Δύση ως απόδειξη της ρωσικής προδοσίας. Οπως όμως τεκμηριώνουν ιστορικοί (E. H. Carr, Stephen Kotkin και Michael Jabara Carrley), οφείλεται στο γεγονός ότι η προσέγγιση της Βρετανίας και της Γαλλίας από τον Σταλιν, το 1939, για να σχηματίσουν μια αμυντική συμμαχία εναντίον του Χίτλερ, ο οποίος είχε δηλώσει την πρόθεσή του να διεξαγάγει πόλεμο εναντίον της Ρωσίας στην Ανατολή (για Lebensraum και την ήττα του Μπολσεβικισμού), απορρίφθηκε πλήρως. Η Πολωνία αρνήθηκε να επιτρέψει την παρουσία σοβιετικών στρατευμάτων στο έδαφός της σε περίπτωση πολέμου με τη Γερμανία του Χίτλερ.

– Σε σχέση με τη Σοβιετική εισβολή στη Φινλανδία, το κίνητρό της ήταν αμυντικό, διότι φοβόταν ότι τα γερμανικά στρατεύματα θα εισβάλουν και από την πλευρά της Φινλανδίας και ότι το Λένινγκραντ θα καταλαμβανόταν γρήγορα από τον Χίτλερ. Γι΄ αυτό προτάθηκε στη Φινλανδία να ανταλλάξει εδάφη με τη Σοβ. Ενωση, όπως ο Ισθμός της Καρελίας. Ομως η Φινλανδία απέρριψε αυτήν την πρόταση, με συνέπεια η Σοβ. Ενωση να εισβάλει στις 30 Νοεμβρίου 1939. Στη συνέχεια η Φινλανδία εντάχθηκε στις στρατιωτικές δυνάμεις του Χίτλερ, πολεμώντας, μεταξύ 1941 και 1944, κατά της Σοβ. Ενωσης

– Η τέταρτη περίπτωση, δηλ. η σοβιετική κατοχή της ανατολικής Ευρώπης, μετά την απελευθέρωσή της από τους ναζί, θεωρείται από την Ευρώπη μια ακόμη απόδειξη της απειλής της Ρωσίας και χαρακτηρίζεται βάναυση.

Η Σοβ. Ενωση, έχοντας χάσει περί τα 27 εκατ. ανθρώπους της, είχε, στο τέλος του πολέμου ένα κυρίαρχο αίτημα: να διασφαλιστούν τα συμφέροντα ασφαλείας από μια συνθήκη που να την προστατεύει από μελλοντικές απειλές από τη Γερμανία και γενικότερα από η Δύση. Ομως η Δύση, με επικεφαλής τώρα τις ΗΠΑ, αρνήθηκε αυτό το βασικό αίτημα ασφαλείας, με συνέπεια την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου.

Ας δούμε ακόμη μερικά γεγονότα, τα οποία δεν μπορούσαν να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη:

– Στο τέλος του πολέμου, η Σοβ. Ένωση επιδίωξε μια συνθήκη ειρήνης που εγκαθίδρυε μια ενωμένη, ουδέτερη και αποστρατιωτικοποιημένη Γερμανία. Στη Διάσκεψη του Πότσνταμ τον Ιούλιο του 1945 οι τρεις ηγέτες της Σοβ. Ένωσης, του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ συμφώνησαν στον «πλήρη αφοπλισμό και αποστρατιωτικοποίηση της Γερμανίας και στην εξάλειψη ή τον έλεγχο όλης της γερμανικής βιομηχανίας που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για στρατιωτική παραγωγή». Η Γερμανία θα ενοποιούνταν, θα ειρηνευόταν και θα αποστρατιωτικοποιούνταν. Και όλα αυτά θα διασφαλίζονταν από μια συνθήκη για τον τερματισμό του πολέμου. Αυτή η βασική αρχή υπονομεύτηκε από τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο.

– Το 1952 ο Στάλιν επανέφερε την πρόταση της επανένωσης της Γερμανίας με βάση την ουδετερότητα και την αποστρατιωτικοποίηση. Παράλληλα πρότεινε/ζήτησε από τη Δύση να ενταχθεί η Σοβ. Ένωση στο ΝΑΤΟ, με αντάλλαγμα μια συνθήκη μόνιμης ειρήνης. Και οι δύο προτάσεις του Στάλιν απορρίφθηκαν η πρώτη από τις ΗΠΑ, η δεύτερη από το ΝΑΤΟ.

Αντ΄ αυτών οι δυτικές δυνάμεις προχώρησαν στον σχηματισμό της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Δυτικής Γερμανίας (ΟΔΓ) από τις τρεις ζώνες κατοχής από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία, με τη δυνατότητα αυτή να επαναβιομηχανοποιηθεί και επαναστρατιωτικοποιηθεί υπό την αιγίδα των ΗΠΑ.

Η Δυτ. Γερμανία άδραξε την ευκαιρία και μέχρι το 1955, δηλ. μέσα σε δέκα χρόνια από το τέλος του πολέμου το 1945, έγινε μια υπολογίσιμη οικονομική δύναμη και παράλληλα εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ.

Οι ιστορικοί συζητούν για το ποιος τήρησε και ποιος όχι  τις συμφωνίες του Πότσνταμ. Η Δύση, «ως συνήθως», προηγήθηκε και σε τούτη την περίπτωση, κατηγορεί δε τη Σοβ. Ένωση ότι αυτή δεν τήρηση τις συμφωνίες, διότι δεν επέτρεψε μια πραγματικά αντιπροσωπευτική κυβέρνηση στην Πολωνία.

– Ήδη από τον Μάιο του 1945 ο Ουίνστον Τσώρτσιλ ανέθεσε στον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου των ενόπλων δυνάμεών του να διαμορφώσει ένα πολεμικό σχέδιο για την έναρξη μιας αιφνιδιαστικής επίθεσης κατά της Σοβ. Ένωσης στα μέσα του 1945, με την κωδική ονομασία Επιχείρηση Αδιανόητη. Ενώ ένας τέτοιος πόλεμος κρίθηκε ανέφικτος από τους στρατιωτικούς σχεδιαστές του Ηνωμένου Βασιλείου, όμως η ιδέα ότι οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί θα έπρεπε να προετοιμαστούν για έναν επερχόμενο πόλεμο με τη Σοβ. Ένωση γρήγορα επικράτησε. Οι σχεδιαστές πολέμου έκριναν ότι η η πιθανή χρονική στιγμή για έναν τέτοιο πόλεμο ήταν οι αρχές της δεκαετίας του 1950.

– Ο πρώτος ρόεδρος και γεν. γραμματέας του ΝΑΤΟ, Βρετανός λόρδος Iσμέι, όταν ρωτήθηκε ποιος είναι ο σκοπός του ΝΑΤΟ, είχε πει: «Ο σκοπός του ΝΑΤΟ είναι να κρατά τους Αμερικανούς μέσα, τους Ρώσους έξω και τους Γερμανούς κάτω».

– Όμως, όπως είδαμε παραπάνω, οι Ρώσοι έμειναν έξω, αλλά οι Γερμανοί μπήκαν στο ΝΑΤΟ. Άρα, ποιος πρώτος και επανειλημμένα δεν τήρησε τις συμφωνίες, είναι φανερό.  Το ερώτημά μου είναι, γιατί τότε και τώρα η Δύση απορρίπτει τη Ρωσία; Αν τότε, δηλ. μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου ήταν ο φόβος του κομμουνισμού, τώρα που η Ρωσία έχει καταργήσει το κομμουνιστικό καθεστώς, γιατί συνεχίζει η Δύση να κρατά τη Ρωσία μακριά, όταν η Ρωσία είναι ευρωπαϊκή χώρα, έχει έναν μεγάλο πολιτισμό και στο κάτω κάτω η γεωγραφία και μόνο  θα έπρεπε να κρατάει τους δύο μεγάλους γείτονες σε αγαστή συνεργασία, και για τον λόγο ότι οι οικονομίες τους είναι συμπληρωματικές, προς όφελος και ευημερία των λαών τους;

– Πρώτος ο πρόεδρος Τζον Φ. Κένεντι έδειξε την πορεία για τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου, βασισμένη στον αμοιβαίο σεβασμό των συμφερόντων ασφαλείας όλων των πλευρών. Ο Κένεντι μπλόκαρε την προσπάθεια του Γερμανού καγκελαρίου Κόνραντ Αντενάουερ να αποκτήσει πυρηνικά όπλα από τη Γαλλία και έτσι καθησύχασε τις σοβιετικές ανησυχίες για μια πυρηνικά εξοπλισμένη Γερμανία. Σε αυτή τη βάση, ο Κένεντι διαπραγματεύτηκε με επιτυχία τη Συνθήκη Μερικής Απαγόρευσης των Πυρηνικών Δοκιμών με τον Σοβιετικό ομόλογό του Νικίτα Χρουστσόφ.

– Τελικά, Ο Γκορμπατσόφ τερμάτισε τον Ψυχρό Πόλεμο διαλύοντας μονομερώς το Σύμφωνο Βαρσοβίας και προωθώντας τον εκδημοκρατισμό της Ανατ. Ευρώπης. Παράλληλα, ζήτησε από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία να μην επεκταθεί το ΝΑΤΟ προς τις χώρες που θα αποδεσμεύονταν από το Σύμφωνο Βαρσοβίας. Οι ΗΠΑ και η Γερμανία υποσχέθηκαν τον Φεβρουάριο του 1990 ότι το ΝΑΤΟ «δεν θα μετακινηθεί ούτε ένα εκατοστό προς ανατολικά».

Αυτές οι κινήσεις του Γκορμπατσόφ ενθάρρυναν τον Γερμανό καγκελάριο Χέλμουτ Κολ να ζητήσει τη συναίνεσή για την επανένωση των δύο Γερμανιών. Αυτό οδήγησε, το 1990, στη Συνθήκη 2+4 μεταξύ των δύο Γερμανιών (της Ομοσπονδιακής Δυτικής Γερμανίας και της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας) και των τεσσάρων συμμαχικών δυνάμεων: ΗΠΑ, Ηνωμένου Βασιλείου, Γαλλίας και Σοβιετικής Ένωσης.

Η Συνθήκη αυτή σφράγισε την ένωση των δύο Γερμανιών. Όμως, η υπόσχεση ότι το ΝΑΤΟ «δεν θα μετακινηθεί ούτε ένα εκατοστό προς ανατολικά» δεν συμπεριλήφθηκε στο κείμενο της Συμφωνίας 2+4, διότι αυτή αφορούσε την επανένωση των δύο Γερμανιών και όχι την επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς. Αποδείχθηκε ότι η υπόσχεση αυτή ήταν παραπλανητική έως ότου υπογραφεί η Συμφωνία επανένωσης των δύο Γερμανιών. Μάλιστα οι δυτικές δυνάμεις αρνούνται ότι έδωσαν αυτήν την υπόσχεση. Όμως αυτή επαληθεύεται από διάφορες δυτικές πηγές.

– Ας έρθουμε τώρα στην πέμπτη περίπτωση, την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022. Αυτή η εισβολή μαζί με εκείνη του 2014 όπου η Ρωσία απέσπασε την Κριμαία από την Ουκρανία, θεωρούνται από τη Δύση ως απόδειξη ότι η Ρωσία είναι εγγενώς επεκτατική.

Υπενθυμίζουμε πως το 1994 τόσο ο Πούτιν όσο και η Δύση υποσχέθηκαν να προστατεύσουν την κυριαρχία της Ουκρανίας με αντάλλαγμα την παράδοση των σοβιετικών πυρηνικών όπλων που βρίσκονταν τότε στο ουκρανικό έδαφος. Η Δύση ξέχασε την υπόσχεσή της. Ο Πούτιν, έτσι κι αλλιώς, διότι δεν είχε εμπιστοσύνη στους Δυτικούς και προετοιμάζονταν για τα χειρότερα, καθότι δεν ήθελε επουδενί η Ουκρανία να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ.

Αλήθεια, τι θα μπορούσαν να κάνουν οι «μικροί» και αδύναμοι μπροστά στα παιγνίδια των μεγάλων, οι οποίοι πορεύονται με βάση τα συμφέροντά τους, χωρίς να σέβονται το διεθνές δίκαιο, ακόμη λιγότερο την ηθική; Η δύσκολη απάντηση παραμένει ζητούμενη. Μπορεί να γίνει αποδεκτό οι «μικροί» που η ιστορία και η γεωγραφία τούς τοποθέτησε στα σύνορα ενός μεγάλου και ισχυρού να μη μπορούν να ασκούν τη δική τους εξωτερική πολιτική;  Υποθέτω δύσκολα θα μπορούσε να βρεθεί κάποιος που θα ισχυριζόταν πως δεν είναι όλοι οι Μεγάλοι όπως η Ρωσία.

Αρκεί να θυμίσω τη στάση του Κένεντι το 1962, που απείλησε τη Σοβ. Ένωση με πυρηνικό πόλεμο αν αυτή δεν αποσύρει άμεσα τα πυρηνικά της όπλα από την σύμμαχό της Κούβα. Ακόμη, ας αναρωτηθεί, όποιος αμφιβάλλει, αν, υποθετικά, τώρα η Ρωσία δεν απέρριπτε αίτημα του Μεξικού ή της Βενεζουέλας, γειτονικών χωρών των ΗΠΑ, για εγκατάσταση πυρηνικών της όπλων σε μία από τις δύο αυτές χώρες, ποια θα ήταν η στάση των ΗΠΑ; Πιστεύω πως θα ήταν ίδια με εκείνη του Κένεντι στην περίπτωση της Κούβας. Το πρόσφατα ανακοινωθέν δόγμα (Donroe) του Τραμπ το οποίο αποβλέπει στον έλεγχο εδαφών (το σύνολο των χωρών της Νότιας Αμερικής και της Γροιλανδίας) και πόρων.

Αν οι Μεγάλοι θέλουν να είναι παγκόσμιοι ηγέτες που υποστηρίζουν την ειρηνική συνύπαρξη, οφείλουν να συμφωνήσουν τόσο στον σεβασμό της κυριαρχίας και την ασφάλεια των μικρών γειτόνων τους όσο και στη μη εγκατάσταση πυρηνικών όπλων στο έδαφός τους. (Μπράβο σε αυτόν που «υποτάσσει χωρίς μάχη και κερδίζει χωρίς βία».) Αν η Ουκρανία επιμείνει να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, τότε η ειρήνη με τη Ρωσία φαντάζει μακριά και επιπλέον μπορεί να καταστεί μήλο της έριδος μεταξύ Ρωσίας και Δύσης με απρόβλεπτες συνέπειες. Η μη ένταξή της στο ΝΑΤΟ, ένα σύμφωνο ειρήνης και ασφαλείας με εγγυήτριες τις ΗΠΑ συν μερικές χώρες της Ευρώπης και της Ρωσίας και η ένταξή της στην Ε.Ε. προϊδεάζει (βλ. Φινλανδία) προκοπή οικονομικο-κοινωνική και ευημερία με δημοκρατία ζηλευτή και από τους γείτονες «αδελφούς» Ρώσους, από τους οποίους μέχρι πρότινος προμηθευόταν άφθονο και φθηνό φυσικό αέριο, ενώ τώρα αναγκάζεται να εισάγει πανάκριβο από τις ΗΠΑ. Η λογική και τα συμφέροντα των μικρών υποτάσσονται στα συμφέροντα και τους εγωισμούς των Μεγάλων!

Σώφρονες Αμερικανοί διπλωμάτες, βλέποντας την επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, προειδοποίησαν για τις συνέπειες. Ο γκουρού της διπλωματίας Χένρι Κίσινγκερ ήδη το 2014 είχε πει: «Το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να φτάσει στην Ουκρανία, οι Ρώσοι δεν θα το αποδεχτούν και θα ξεσπάσει πόλεμος». Δεν τον άκουσαν και o Κίσινγκερ επιβεβαιώθηκε. (Βλ. News, Γιώργος Καρελιάς, 22. Νοεμβρίου 2025.)

Η εμμονή λοιπόν της Δύσης να εντάξει την Ουκρανία στο ΝΑΤΟ, οπότε η Ρωσία περικυκλώνεται από χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, τη Φινλανδία στη βορειοδυτική πλευρά της μέχρι και την Ουκρανία στη νοτιοανατολική πλευρά της, αφενός σχηματίζοντας μια θηλιά για να στραγγαλίσουν τη ναυτική δύναμη της Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα στερώντας της τη δυνατότητα να προβάλει τον στόλο της, που εδρεύει στην Κριμαία, στην Ανατ. Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή, και αφετέρου μια πυρηνική δύναμη της Δύσης να αποδεχθεί «μυστικό ή φανερό» αίτημα της Ουκρανίας να εγκαταστήσει πυρηνικά όπλα στο έδαφός της, ήταν η βασική αιτία εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022.

Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Λόιντ Όστιν, δήλωσε ότι στόχος της Ουάσιγκτον ήταν «να δει τη Ρωσία να αποδυναμώνεται σε βαθμό που να μην μπορεί να κάνει τα πράγματα που έχει κάνει εισβάλλοντας στην Ουκρανία. Η Ουκρανία μπορεί να κερδίσει αν έχει τον κατάλληλο εξοπλισμό, την κατάλληλη υποστήριξη». Αυτή η δήλωση αφήνει την υποψία ότι οι ΗΠΑ σχεδίαζαν να παρασύρουν τους Ρώσους σε πόλεμο για να αποδυναμώσουν ή/και νικήσουν τη Ρωσία.

Το 2013-2014 οι μεγάλες διαδηλώσεις των Ουκρανών στην «Ευρωπλατεία» (Ευρω-Μαϊντάν) οδήγησαν στην πραξικοπηματική ανατροπή του προέδρου της Ουκρανίας Βίκτορ Γιανουκόβιτς ο οποίος υποστήριζε την ουδετερότητα της χώρας του. Το νέο ουκρανικό καθεστώς υποστήριζε την ένταξη στο ΝΑΤΟ.

Οι ρωσόφωνοι και ρωσόφιλοι των περιοχών της Ανατ. Ουκρανίας (Ντονμπάς), σίγουρα με την υποστήριξη της Ρωσίας, αποσχίστηκαν από τη νέα κυβέρνηση της Δυτ. Ουκρανίας που είχε εγκατασταθεί από το πραξικόπημα. Άρχισαν οι προσπάθειες μεταξύ των εμπλεκομένων: αποσχισθείσες περιοχές της Ανατ. Ουκρανίας (Ντονέτσκ και Λουγκάνσκ) – Ρωσίας και Ουκρανίας με τη συμμετοχή του Γάλλου προέδρου Ολάντ και της Γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ στο Μινσκ της Λευκορώσίας. Οι Συμφωνίες Μινσκ Ι και Μινσκ ΙΙ («βελτιωμένη»), τις οποίες είχαν διαπραγματευτεί ο Γάλλος πρόεδρος, η Γερμανίδα καγκελάριος, ο Ουκρανός πρόεδρος Πέτρο Ποροσένκο, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν και οι εκπρόσωποι των δύο αποσχισθεισών περιοχών (η πρώτη τον Σεπτέμβριο του 2014, άλλα μέσα έντυπης πληροφόρησης αναφέρουν τον Ιούλιο-Αύγουστο του 2014, η δεύτερη Σεπτέμβριο 2015) αφορούσαν τόσο τη σύγκρουση μεταξύ Ουκρανίας και αποσχιστών όσο και μεταξύ της Ρωσίας και Ουκρανίας καθότι η Ρωσία είχε αποσπάσει την Κριμαία από την Ουκρανία και στήριζε τους αποσχισθέντες. Οι Συμφωνίες δεν εφαρμόστηκαν και οι δύο χώρες αλληλοκατηγορούνταν γι’ αυτό.

Σύμφωνα με τον Jeffrey Sachs, Ρωσία και η Γερμανία ανέλαβαν πρωτοβουλία και, με προσαρμογές, κατέληξαν στη Συμφωνία Μινσκ ΙΙ. Σύμφωνα με αυτή, οι δύο αποσχισθείσες περιοχές (Ντονέτσκ και Λουγκάνσκ) θα παρέμειναν στην επικράτεια της Ουκρανίας, όμως με τοπική αυτονομία, κατά το πρότυπο της εθνικής γερμανικής περιοχής του Νότιου Τυρόλου στην Ιταλία. Η Συμφωνία  αυτή, η οποία υποστηρίχθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, θα μπορούσε να είχε τερματίσει τη σύγκρουση, αλλά η κυβέρνηση στο Κίεβο, με την υποστήριξη των ΗΠΑ, αποφάσισε να μην εφαρμόσει την αυτονομία των δύο αποσχισθεισών περιοχών. 

(Τα παραπάνω ιστορικά γεγονότα και στοιχεία, στο μεγαλύτερο μέρος τους, προέρχονται από το άρθρο του Jeffrey Sachs: A new Foreign Policy for Europe, https://www.cirsd.org/en/horizons/horizons-summer-2025—issue-no-31/a-new-foreign-policy-for-europe). Ο Sachs χαρακτηρίζεται από αρκετούς δυτικούς, κυρίως πολιτικούς, ότι είναι φιλορώσος. Από άλλους ότι είναι φιλοκινέζος. Ο ίδιος βρίσκω το άρθρο του αντικειμενικό. Άλλωστε παραθέτει γεγονότα και στοιχεία. Θα ήταν χρήσιμο αν οι κατήγοροί του αναστοχάζονταν μήπως οι ίδιοι είναι σκληροί αντιρώσοι και φιλοουκρανοί.

Η πρώην καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ στις 6 Οκτωβρίου 2025, παραχώρησε μία συνέντευξη στο ουγγρικό διαδικτυακό μέσο Partizan. (βλ. Euronews.com https://gr.euronews και εφ. Η Καθημερινή 8.10.2025). Σύμφωνα με αυτή, τον Ιούνιο του 2021, έναν χρόνο πριν ξεκινήσει η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ και ο Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν συνέταξαν μία πρόταση για προσέγγιση μεταξύ Ε.Ε. και Ρωσίας για συνέχιση των (δύσκολων) διαλόγων με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν. Ο Πούτιν κατηγορούσε τους δυτικούς ηγέτες ότι δεν πίεσαν την Ουκρανία να τηρήσει τους όρους των συμφωνιών κατάπαυσης του πυρός μετά τη σύγκρουση του 2014 εναντίον των ανταρτών που υποστήριζε η Ρωσία. Το σχέδιο αυτό «πιθανώς θα είχε βοηθήσει ώστε να αποτραπεί ο πόλεμος», σε μια περίοδο που υπήρχαν ήδη ενδείξεις πως η Ρωσία «δεν έπαιρνε στα σοβαρά» τη Συμφωνία του Μινσκ. «Φοβούνταν πως δεν θα καταφέρναμε να συγκροτήσουμε μια ενιαία πολιτική απέναντι στη Ρωσία» πρόσθεσε η πρώην καγκελάριος, σχολιάζοντας πως η έλλειψη ενότητας ούτως ή άλλως εκείνη την εποχή στη Γηραιά Ήπειρο οδήγησε στην οριστική αρχειοθέτηση του πλάνου.  Η Μέρκελ αποκάλυψε πως την προσπάθεια προσέγγισης μεταξύ Ρωσίας και Ε.Ε., το «τορπίλισαν» οι τρεις χώρες της Βαλτικής και η Πολωνία.

Ο Πολωνός πρώην πρωθυπουργός Ματέους Μοραβιέτσκι χαρακτήρισε την Μέρκελ «ανοικτή υποστηρίκτρια του Πούτιν» και «μία από τις πιο επιβλαβείς πολιτικούς αυτού του αιώνα».

Μετά τη ρωσική εισβολή στις 24 Φεβρουαρίου 2022, η Ουκρανία συμφώνησε σε ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με βάση την επιστροφή στην ουδετερότητα. Αυτές οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη με τη μεσολάβηση της Τουρκίας. Στα τέλη Μαρτίου 2022, η Ρωσία και η Ουκρανία εξέδωσαν κοινό ανακοινωθέν που ανέφερε την πρόοδο σε μια ειρηνευτική συμφωνία. Στις 15 Απριλίου κατατέθηκε ένα σχέδιο συμφωνίας που πλησίαζε σε μια συνολική διευθέτηση. Σε αυτό το κρίσιμο στάδιο οι ΗΠΑ παρενέβησαν  λέγοντας στους Ουκρανούς ότι δεν θα υποστήριζαν την ειρηνευτική συμφωνία, αλλά αντίθετα θα υποστήριζαν την Ουκρανία να συνεχίσει τον πόλεμο.

Οι ΗΠΑ πασχίζουν να διατηρήσουν την Ε.Ε. και τη Ρωσία σε απόσταση, ώστε να μη χάσουν την επιρροή τους στην Ευρώπη. Εδώ εντάσσεται και η ανατίναξη των αγωγών Nord Stream 1 και 2. Η Ευρώπη και οι ΗΠΑ αρνούνται να αναγνωρίσουν τις ανησυχίες ασφαλείας της Ρωσίας και κάθε ενέργειά της την αποδίδουν στην «εγγενή επεκτατικότητά» της.

Η Ευρώπη, με την προκατειλημμένη στάση της έναντι της Ρωσίας, με τις ενεργοβόρες βιομηχανίες και τις βασικές υψηλές τεχνολογίες, στερείται πλέον τη συμπληρωματική αγορά της Ρωσίας με τον πλούσιο πρωτογενή τομέα και το υπέδαφος με τα ορυκτά, καθώς και φθηνή ενέργεια. Αυτό έχει επιφέρει τεράστιο κόστος στην Ευρώπη  θέτοντας τον εαυτό της πλήρως εξαρτημένο από τις ΗΠΑ τόσο ως προς την ασφάλεια όσο και ως προς την ενέργεια. Η κατάργηση δε των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου έως το 2027 θα έχει ως συνέπεια τη μείωση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και θα αυξήσει τις τιμές για τους καταναλωτές.

Αυτή η προκατάληψη κατά της Ρωσίας οδήγησε δύο βασικούς ηγέτες της Ε.Ε. να προβούν σε βαρείς χαρακτηρισμούς κατά του Πούτιν: «Ο γίγαντας που θέλει να καταβροχθίσει όλη την Ευρώπη» (ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν) και «ίσως ο χειρότερος εγκληματίας πολέμου της εποχής μας» (ο Γερμανός καγκελάριος Μερτς. Λέτε να στεναχωρηθεί ο Χίτλερ που ένας συμπατριώτης του συνειδητά (; ) του αφαιρεί το πρωτείο της εγκληματικότητας;).

(Σημείωση: Θέλω να σημειώσω πως μια ομαλή συνεκτικότητα το όλου κειμένου είναι δύσκολο να επιτευχθεί διότι οι εκφραζόμενες απόψεις-θέσεις ιδίως του Τραμπ αλλά και άλλων δρώντων υποκειμένων είναι εξαιρετικά ευμετάβολες.)

O Τραμπ προσπάθησε να τερματίσει τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο με την συνάντησή του με τον Πούτιν στην Αλάσκα και τη χωρίς αποτέλεσμα πρότασή του για συνάντησή του με το Πούτιν στην Βουδαπέστη, την οποία ο ίδιος ακύρωσε, ύστερα από την τηλεφωνική επικοινωνία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Ρούμπιο με τον Ρώσο ομόλογό του Λαβρόφ ο οποίος τον ενημέρωσε πως η Ρωσία εμμένει στις διατυπωμένες θέσεις της, οπότε η συνάντηση των δύο ηγετών δεν θα είχε κανένα νόημα.

Δεν θα πρέπει να διαφεύγει της Ευρώπης, πως οι ΗΠΑ δεν αγάπησαν αίφνης τη Ρωσία του Πούτιν. Η σχέση των δύο δυνάμεων χαρακτηρίζεται από δομικό στρατηγικό ανταγωνισμό. Οι ΗΠΑ ανταγωνίζονται τη Ρωσία σε αρκετά πεδία: Στην Κεντρική Ασία, ο Τραμπ συνάντησε και παρέθεσε γεύμα εργασίας στους ηγέτες των χωρών: Καζακστάν. Κιργιζία, Τατζικιστάν, Τουρκμενιστάν και Ουζμπεκιστάν, προσβλέποντας στον ορυκτό πλούτο αυτών και βέβαια στο «μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας. Άλλα πεδία ανταγωνισμού είναι ο Νότιος Καύκασος, όπου η Ρωσία, μετά την απώλεια της επιρροής της σε Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν, θέλει να διατηρήσει τη Γεωργία υπό την επιρροή της. Η Αρκτική, καθώς με το λιώσιμο των πάγων αυξάνονται οι δυνατότητες εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων, και εδώ έχει σημαντικό προβάδισμα η Ρωσία. Στον παγκόσμιο Νότο, ιδίως στην Αφρική, αλλά και στη Μέση Ανατολή και βέβαια στο Διάστημα και στα πυρηνικά όπλα. Ο Τραμπ δεν θέλει να έρθει σε σύρραξη με τη Ρωσία, στοχεύει πρωτίστως, στη διασφάλιση «σφαιρών επιρροής» και στην πορεία «βλέποντας και κάνοντας».  

Το πολεμικό σίριαλ, δυστυχώς, συνεχίζεται. Τα επόμενα επεισόδια μπορεί να είναι ελπιδοφόρα, στην περίπτωση που ο «παλίνδρομος» Τραμπ, ο οποίος πορεύεται με το «Might makes Right» (= Ισχύς δημιουργεί Δίκαιο) και όχι «Right makes Might» (= Δίκαιο δημιουργεί Ισχύ), σε συνεργασία με τη Μόσχα, και παρακάμπτοντας τους Ευρωπαίους, καταφέρει να «επιβάλει» το σχέδιό του ειρήνευσης. Μπορεί όμως να έχουν επικίνδυνη εξέλιξη αν δυτικοευρωπαϊκές χώρες, μαζί με το Κίεβο, θέλοντας «να γονατίσουν« τη Ρωσία, τορπιλίσουν το σχέδιο ειρήνευσης του Τραμπ και συνεχίσουν να εφοδιάζουν την Ουκρανία με σύγχρονα όπλα. Τότε είναι πιθανό το θιγμένο εγώ του Τραμπ να τον οδηγήσει στην απόσυρσή του από τη ρωσο-ουκρανική σύγκρουση και ίσως στον τερματισμό κάθε στήριξης (ιδιαίτερα με σύγχρονα όπλα και με τα συστήματα πληροφοριών για τη διεξαγωγή του πολέμου) προς την Ουκρανία. Έτσι και αλλιώς, η στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ προς την Ουκρανία, στη δεύτερη θητεία του Τραμπ, έχει σχεδόν μηδενιστεί. Ενώ η βοήθεια της Ευρώπης εκτοξεύτηκε στα 4 δισ. ευρώ μηνιαίως στο πρώτο εξάμηνο του 2025. Αυτά, μέσω του μηχανισμού Prioritized Ukraine Requirements (PURL), μεταφέρονται από τα ευρωπαϊκά κράτη απευθείας σε αμερικανικές αμυντικές εταιρείες για όπλα που η Ουκρανία δεν μπορεί να αποκτήσει αλλού (βλ. Η Καθημερινή, 26.11.2025, με πηγή το Politico). Εκτιμώ πως στην περίπτωση αυτή, η βοήθεια της Ευρώπης προς την Ουκρανία θα είναι μάλλον ατελέσφορη. Και ίσως στο όχι μακρινό μέλλον να γίνεται λόγος για ένα ευρωπαϊκό-ουκρανικό πίθο των Δαναΐδων. Η Ουκρανία θα καταρρεύσει και η διχόνοια θα είναι το σαράκι στην «ευρωπαϊκή οικογένεια».

Μετά τα παραπάνω, θα ήθελα, εν μέσω πολεμικών προετοιμασιών, να διατυπώσω, επιγραμματικά, μια αιρετική άποψη-θέση, η οποία, βέβαια, δεν διεκδικεί πρωτοτυπία.

Παραβλέπω την πρόταση του Στάλιν το 1952, να ενταχθεί η Σοβ. Ένωση στο ΝΑΤΟ, με αντάλλαγμα μια μόνιμη Συνθήκη Ειρήνης, η οποία απορρίφθηκε από το ΝΑΤΟ (Γιατί;) και έρχομαι στα πιο κοντινά. Λαμβάνοντας υπόψη (α) τη θέση του διορατικού στρατηγού Ντε Γκολ, Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας, ο οποίος δυο φορές, μία το 1963 και μία το 1973, έθεσε Veto στο αίτημα της Μεγάλης Βρετανίας να ενταχθεί στην τότε ΕΟΚ και παράλληλα δήλωσε πως η Ευρώπη εκτείνεται από τη θάλασσα της Μάγχης (άρα η Μεγάλη Βρετανία δεν συμπεριλαμβάνεται στην Ευρώπη) μέχρι τα Ουράλια όρη, και (β) τη θέση του Γκορμπατσόφ, ο οποίος, για να συμφωνήσει στην επανένωση των δύο Γερμανιών, ζήτησε να μην επεκταθεί το ΝΑΤΟ στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που θα αποδεσμεύονταν από το Σύμφωνο Βαρσοβίας και αμέσως μετά από τη Σοβιετική Ένωση. Η Δύση συμφώνησε και ο Γκορμπατσόφ  μιλούσε για το κοινό σπίτι της Ευρώπης, αλλά η Δύση δεν τήρησε την υπόσχεσή της. (Γιατί;)  Ο Πούτιν, μιλώντας στην ετήσια συνάντηση του Φόρουμ Βαλντάι, είπε ότι η ΕΣΣΔ και στη συνέχεια η Ρωσία δήλωσαν δυο φορές την ετοιμότητά τους να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ, αλλά και τις δύο φορές το αίτημα αυτό απορρίφθηκε, επειδή οι Δυτικοί «δεν ήταν έτοιμοι να εγκαταλείψουν τα στερεότυπα και την ηγεμονία τους».(Βλ. Η Ναυτεμπορική, Μιχάλης Ψύλος: Η Ρωσία «ιδανικός εχθρός» του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε.. 5.10.2025). (Γιατί;)

Τούτων δοθέντων, διερωτώμαι: Δεν θα ήταν καλύτερα, η Ευρώπη να επιδιώξει μια κοινή αρχιτεκτονική ασφάλειας και ειρήνης  με τη Ρωσία; Αυτή θα εξασφάλιζε την Ευρώπη και θα της έδινε  τη δυνατότητα (επειδή κάποια στιγμή θα επέλθει η ειρήνη), να μην περιθωριοποιηθεί, αλλά δίπλα στην Κίνα και τις ΗΠΑ, να επενδύσει στην εκμετάλλευση του τεράστιου ορυκτού πλούτου της Ρωσίας, ο οποίος έχει υπολογιστεί σε 75 τρισεκ. $, και να ενισχύσει την ανάπτυξη, διότι οι αμυντικές δαπάνες χωρίς ανάπτυξη θα οδηγήσουν σε μη βιώσιμο χρέος, πράγμα που τονίζεται και στην πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ.

Έτσι, η Ε.Ε., αν θέλει να γίνει μία ανεξάρτητη, παγκόσμιας εμβέλειας οντότητα, με δική της εξωτερική πολιτική και άμυνα, θα είχε τη χρονική άνεση, χωρίς την πίεση να περικόψει τα κονδύλια της πολιτικής συνοχής, της αγροτικής οικονομίας,, της επανεκπαίδευσης των εργαζομένων, της προστασίας των φτωχών και του κράτους δικαίου.  Θα αποφεύγονταν οι κοινωνικές αντιδράσεις  στους λαούς των χωρών-μελών της Ε.Ε. και η Ένωση θα μπορούσε να προχωρήσει τον λελογισμένο επανεξοπλισμό της, ο οποίος δεν θα πρέπει να προκαλεί ερωτήματα στη Ρωσία, αφού αυτή θα είναι σύμμαχος της Ευρώπης. Λόγοι ανησυχίας και φόβου από το ειδικό βάρος της Ρωσίας δεν θα πρέπει να υπάρχουν αφού μαζί με τις χώρες της Ευρώπης είναι οι ΗΠΑ οι οποίες υπεραντισταθμίζουν  το ειδικό βάρος της Ρωσίας. Αν όμως, οι ηγεσίες της Δύσης συνεχίσουν αφενός την πολεμική ρητορική κατά της Ρωσίας, προκειμένου να πείσουν τους λαούς τους για την «επικείμενη επίθεση» της Ρωσίας και αφετέρου  τον γρήγορο και πανάκριβο επανεξοπλισμό (Rearm Europe and Readiness 2030), τότε αυξάνεται η πιθανότητα του διχασμού των λαών της Ε.Ε. και η στροφή τους προς αυταρχικά/(ακρο-)δεξιά κόμματα, και επιπλέον διαμορφώνεται  η «Θουκυδίδεια Παγίδα» μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης.  Εδώ θα ήθελα να θέσω δύο υποθετικά ερωτήματα:  α) Αν επέλθει η ειρήνη μεταξύ της Δύσης και της Ρωσίας για την Ουκρανία, και σε ένα επόμενο στάδιο, το φθηνό ρωσικό αέριο αρχίσει να ρέει προς δυτικοευρωπαϊκές χώρες, τι θα πράξει η Ελλάδα η οποία έχει δεσμευθεί να αγοράζει το ακριβό αμερικανικό LNG;  Ο «παλίνδρομος» Τραμπ, στις συχνά εναλλασσόμενες στάσεις του έναντι του Πούτιν,  φαίνεται πως αντιμετωπίζει τη Ρωσία ως δυνητικό επιχειρηματικό εταίρο, επιδιώκοντας παράλληλα μια στρατηγική σταθεροποίηση με τη Ρωσία, προκειμένου να την απομακρύνει από την Κίνα. Αν δε ο Τραμπ, σε κάποια στιγμή νομίσει ότι η Ρωσία δεν  δείχνει σημεία απομάκρυνσης από την Κίνα τότε ο Τραμ μπορεί άνετα να αλλάξει τη συναινετική του στάση έναντι της Ρωσίας.

Ως προς τη Γροιλανδία, ο Τραμπ θέλει, για λόγους ασφαλείας αλλά και εκμετάλλευσης των φυσικών της πόρων, να την ενσωματώσει στις ΗΠΑ (ΜΑGA γαρ)  ή δια της (εξ-)αγοράς ή στρατιωτικά ή δια του ΝΑΤΟ και κάποιον συμβιβασμό με τους Ευρωπαίους.  Αυτό βέβαια, σημαίνει: επιβολή του αυταρχικού συναλλακτισμού στις διεθνείς σχέσεις! Σε περίπτωση που η ενσωμάτωση ν επιχειρηθεί με συμβιβασμό,τότε  το ρήγμα μεταξύ ΗΠΑ και Ε.Ε. θα διευρυνθεί και η Ε.Ε. θα μείνει μόνη της απέναντι στη γείτονα Ρωσία. Επειδή δύσκολα μπορεί κανείς να διαβλέψει τις σκέψεις του Τραμ, θα ήταν ωφέλιμο η Ευρώπη να συμπαραταχθεί με τις ΗΠΑ στη «λύση» του Ουκρανικού και παράλληλα να αποφασίσει να συνάψει μια συνθήκη πανευρωπαϊκής ασφάλειας και ειρήνης με τη Ρωσία, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, διότι έτσι θα δημιουργούνταν ένας νέος ισχυρός παγκόσμιος πόλος. Εκτός και αν ο Τραμπ θεωρήσει ότι έτσι θα καταφέρει να απομακρύνει τη Ρωσία από την Κίνα, τον δυσκολότερο ανταγωνιστή του. Βέβαια, ο Τραμπ άρχισε ήδη να δίνει το κακό παράδειγμα (στους επίδοξους) επαναφέροντας τη δημιουργία ζωνών επιρροής.  
     
Χωρίς να υπονοώ, ούτε κατ΄ελάχιστον, σύγκριση της ηγεσίας της Ευρώπης με το χιτλερικό καθεστώς, αναφέρω το δίλημμα «βούτυρο ή κανόνια»- ή «ψωμί ή τανκς» που αναφέρεται στα οικονομικά εγχειρίδια των πρωτοετών φοιτητών (ως το κόστος ευκαιρίας ή το εναλλακτικό κόστος) και βέβαια σημαίνει ειρήνη ή πόλεμο. Τούτο με παραπέμπει στον υπουργό προπαγάνδας του Χίτλερ Γιόζεφ Γκέμπελς που έλεγε: «Μπορούμε να κάνουμε χωρίς βούτυρο, αλλά, παρά την αγάπη μας για την ειρήνη(!), δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς κανόνια». 

*Ο κ. Γιάννης Τσεκούρας είναι ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT