Η κοινωνική εξέγερση στο Ιράν δεν ξεκίνησε τυχαία από το Μεγάλο Παζάρι της Τεχεράνης, βαρόμετρο του οικονομικού κλίματος στην ιρανική πρωτεύουσα. Η διεθνής απομόνωση, απότοκη της φονταμενταλιστικής εξωτερικής πολιτικής, έχει πλέον δυσθεώρητο τίμημα για την ιρανική οικονομία, μέσα από μια νομισματική διαχείριση η οποία διογκώνει τον αντίκτυπο των διεθνών κυρώσεων.
Με τα αποθέματα ξένου συναλλάγματος «παγωμένα» και μη προσβάσιμα, η κεντρική τράπεζα του Ιράν δεν είναι σε θέση να υπερασπιστεί το νόμισμα ριάλ. Κι αυτό διότι οι κυρώσεις έχουν αναγκάσει το καθεστώς να βασίζεται σε ένα σκιώδες τραπεζικό σύστημα. Ειδικότερα, το ξένο συνάλλαγμα διατηρείται εκτός Ιράν, σταθμευμένο σε εικονικές εταιρείες και μεσάζοντες που βρίσκονται έξω από την εμβέλεια των επίσημων κρατικών θεσμών. Ως αποτέλεσμα, δεν είναι διαθέσιμο για παρεμβάσεις σταθεροποίησης των μακροοικονομικών πολιτικών, πόσο μάλλον για πολιτικές πρόνοιας. Στην πράξη, το χρήμα διοχετεύεται στα δίκτυα που στηρίζουν την αντιπαράθεση του θεοκρατικού καθεστώτος με το Ισραήλ και τη Δύση.
Με δεδομένο ότι η κεντρική τράπεζα δεν ελέγχει πλέον το ιρανικό νόμισμα, η κατάσταση που διαμορφώνεται στην πραγματική οικονομία συνεπάγεται καθημερινές ελλείψεις σε βασικά αγαθά και μετουσιώνεται σε διακοπές υδροδότησης, παροχή ηλεκτρικού ρεύματος όπως και καυσίμων με δελτίο και τιμές τροφίμων που ξεπερνούν τους μισθούς, μειώνοντας την κατανάλωση και εξαντλώντας τις αποταμιεύσεις.
Επαιρναν τη διαφορά
«Τα καύσιμα πωλούνται στην εγχώρια αγορά με υψηλά επιδοτούμενες τιμές. Μεσάζοντες που συνδέονται με το καθεστώς τα αγοράζουν φθηνά, τα εξάγουν παράνομα και “τσεπώνουν” τη διαφορά. Κι έτσι το κοινό απορροφά τις ελλείψεις. Οι έμπιστοι του καθεστώτος επωφελούνται εις βάρος των υπολοίπων. Αυτό που στα χαρτιά παρουσιάζεται ως κοινωνική προστασία λειτουργεί ουσιαστικά ως μηχανή διαφθοράς», τονίζει σε κείμενο εργασίας για το Hudson Institute ο Μάικλ Ντόραν, διευθυντής του αμερικανικού ιδρύματος στον τομέα της Μέσης Ανατολής.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, για να καλύψει τα ελλείμματα που δημιουργούνται στον προϋπολογισμό, το Ιράν έχει διοχετεύσει περισσότερα χρήματα στην οικονομία, ενισχύοντας έτσι περισσότερο τον εξαιρετικά επίμονο πληθωρισμό, ο οποίος υπερβαίνει το 40%. Στη συνέχεια, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις μεταφέρουν τις αποταμιεύσεις τους σε δολάρια και αγαθά, γεγονός που με τη σειρά του ασκεί περαιτέρω πιέσεις στο ριάλ, το οποίο τον τελευταίο χρόνο έχει χάσει σχεδόν το μισό της αξίας του.
Η πρόσβαση σε δολάρια εξαρτάται λοιπόν λιγότερο από τις δυνάμεις της αγοράς και περισσότερο από πολιτικά κριτήρια –για την ακρίβεια, αποτελεί προνόμιο που διαχειρίζεται το καθεστώς–, γεγονός που έχει εμφανώς υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στο ριάλ. Μετά τις αμερικανικές κυρώσεις του 2018, το Ιράν όρισε μια επιδοτούμενη ισοτιμία για βασικές εισαγωγές στις 42.000 ριάλ ανά δολάριο. Επειτα από κάποια χρόνια μείωσε πολλές φορές την επιλεξιμότητα όσων θα ήταν σε θέση να εκτελούν συναλλαγές με την τεχνητή ισοτιμία, καθώς μειώνονταν τα αποθεματικά σε δολάρια. Η πολιτική αυτή επισήμως καταργήθηκε το 2022, αλλά σύντομα αντικαταστάθηκε από μια άλλη επιδοτούμενη ισοτιμία, που ορίστηκε στις 285.000 ριάλ ανά δολάριο.
Το επίμαχο νομοσχέδιο
Ως βασική εξέλιξη που πυροδότησε τις κοινωνικές αντιδράσεις στο Ιράν φέρεται η κατάθεση νομοσχεδίου το οποίο πρότεινε την κατάργηση της συγκεκριμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας. «Πρόκειται για ένα μηχανισμό που θεωρείται ευρέως ένα κανάλι διανομής ενοικίων. Τα δίκτυα που συνδέονται με το καθεστώς επωφελούνται από τη διαφορά μεταξύ των τεχνητών ισοτιμιών και της ανοιχτής αγοράς. Παρότι αποτελεί ένα διεφθαρμένο μοντέλο που βασίζεται σε εμπιστευτικές πληροφορίες δικτύων τα οποία συνδέονται με το καθεστώς, πολλά νοικοκυριά φοβήθηκαν ότι αν καταργούνταν χωρίς να αντικατασταθεί από μια εναλλακτική –αξιόπιστη και διαφανή– διαδικασία, τότε θα αύξανε άμεσα τις τιμές των βασικών αγαθών. Αυτός ο συνδυασμός της οργής για τη διαφθορά και του άγχους για τον πληθωρισμό μετέτρεψε τη συζήτηση γύρω από τη συναλλαγματική ισοτιμία σε έναυσμα για τις διαμαρτυρίες», εξηγούν οι ανεξάρτητοι μελετητές Αλιρεζά Ναντέρ και Νικ Κοουσάρ με άρθρο στο Foreign Policy.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, παράλληλα με τις εκκλήσεις στους διαδηλωτές για διάλογο, το ιρανικό καθεστώς ανακοίνωσε μια σειρά πολιτικών πρωτοβουλιών που στοχεύουν στη διαχείριση της κοινωνικής δυσαρέσκειας και αφορούν ένα νέο πλαίσιο επιδοτήσεων και ένα εξαγγελλόμενο ευρύτερο σχέδιο για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Ο διορισμός νέου διοικητή στην κεντρική τράπεζα εμφανίστηκε επίσης ως ένα βήμα προς τη σταθεροποίηση του νομίσματος και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Οπως θα περίμενε κανείς, η ηγεσία της χώρας αποδίδει τις ταραχές όχι απλώς στις αντικειμενικές δυσκολίες, αλλά και σε εξωτερικές πιέσεις που, σύμφωνα με το ίδιο αφήγημα, λαμβάνουν τον χαρακτήρα της παρέμβασης στα εσωτερικά της χώρας.

