Οι δρόμοι της Βενεζουέλας φλέγονταν το 2014, με δεκάδες διαδηλωτές να σκοτώνονται από παραστρατιωτικές ομάδες και δυνάμεις ασφαλείας.
Τότε, ως υπουργός Εξωτερικών, η Ντέλσι Ροδρίγκεζ κάλεσε πρεσβευτές από όλο τον κόσμο σε κλειστή σύσκεψη, επιχειρώντας να ανατρέψει το αφήγημα και να αποτρέψει κυρώσεις για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Μάρτυρες περιγράφουν πως εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση σε εκπροσώπους των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποκαλώντας τους νεκρούς «τρομοκράτες» και όχι διαδηλωτές. Η τακτική αυτή δεν απέτρεψε τις κυρώσεις της διοίκησης Ομπάμα, αλλά συνέβαλε στην προσωπική της άνοδο.
Δώδεκα χρόνια αργότερα, με τη συγκατάθεση του προέδρου Τραμπ, η Ροδρίγκεζ έχει αναλάβει μεταβατική ηγεσία της Βενεζουέλας, μετά τη βίαιη μεταφορά του Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του, Σίλια Φλόρες, στις ΗΠΑ για να δικαστούν.
Στα 56 της καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στις απαιτήσεις μιας Ουάσιγκτον που δηλώνει ότι θα «τρέξει» τη χώρα για χρόνια και στις πιέσεις ενός εσωτερικού κύκλου εξουσίας που τρέφει βαθιά καχυποψία απέναντι στις ΗΠΑ.
Γνωστοί της λένε ότι, πίσω από την επιθετική ρητορική που χαρακτήριζε το καθεστώς Μαδούρο, διαθέτει έντονο πραγματισμό.
Τα τελευταία χρόνια, έχοντας συγκεντρώσει τεράστια εξουσία, ηγήθηκε της προσπάθειας να βγει η χώρα από την οικονομική κατάρρευση.
Με σπουδές στη Γαλλία και τη Βρετανία, και ως κόρη Μαρξιστή αντάρτη που είχε απαγάγει Αμερικανό επιχειρηματία τη δεκαετία του 1970, κατείχε ιδιαίτερη θέση στο επαναστατικό πάνθεον της χώρας.
Ως υπουργός Εξωτερικών συμμετείχε ήδη από το 2017 σε κινήσεις επαναπροσέγγισης με τις ΗΠΑ, στην αρχή της πρώτης θητείας Τραμπ, όταν η Citgo, θυγατρική της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας, είχε δωρίσει 500.000 δολάρια για την ορκωμοσία του.
Αργότερα έφερε ομάδα οικονομικών συμβούλων από το εσωτερικό και το εξωτερικό, πέτυχε άτυπη εκεχειρία με τις οικονομικές ελίτ και ξεκίνησε μια «σιωπηλή ιδιωτικοποίηση» παραχωρώντας σε ξένους επενδυτές έλεγχο σε πετρελαϊκά πεδία, τσιμεντοβιομηχανίες και ορυχεία.
Μέχρι τη σύλληψη Μαδούρο, επαναλάμβανε δημόσια την αντιιμπεριαλιστική ρητορική. Τον Σεπτέμβριο είχε δηλώσει στους New York Times ότι «το Πεντάγωνο έχει στρατηγικό στόχο την απόκτηση των αποθεμάτων πετρελαίου της Βενεζουέλας».
Όμως λίγες ημέρες μετά την απομάκρυνση του Μαδούρο, ανακοίνωσε πως η χώρα εξετάζει την αποκατάσταση διπλωματικών σχέσεων και αποστολή αντιπροσωπείας στην Ουάσιγκτον, ενώ Αμερικανοί διπλωμάτες επισκέφθηκαν το Καράκας για πρώτη φορά έπειτα από σχεδόν επτά χρόνια.
Οι προηγούμενες προσπάθειές της να προσελκύσει επενδύσεις απέδωσαν: ο υπερπληθωρισμός σταμάτησε και η οικονομία κατέγραψε από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στη Λατινική Αμερική, έστω από πολύ χαμηλή βάση. Ο πρώην πρόεδρος του Ισημερινού Ραφαέλ Κορέα, που εργάζεται ως σύμβουλός της, λέει ότι «είναι εργασιομανής, δεν σταματά ποτέ».
Όταν ο Μαδούρο συνελήφθη, της είχε ήδη εκχωρήσει σχεδόν όλα τα οικονομικά χαρτοφυλάκια. Τώρα όμως καλείται να βαδίσει σε λεπτή γραμμή ανάμεσα στις αμερικανικές απαιτήσεις και τις εσωτερικές αντιδράσεις.
Ο Τραμπ είπε πρόσφατα ότι βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ενώ η ίδια μίλησε για «επίθεση πυρηνικής δύναμης» σε διάγγελμά της, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η Ουάσιγκτον πιέζει για προνομιακή πρόσβαση αμερικανικών εταιρειών στα πετρελαϊκά αποθέματα της χώρας.
Η τεχνοκρατική της γλώσσα, γεμάτη αριθμούς και όρους όπως «μανιχαϊσμός», απέχει από το λαϊκό ύφος του Μαδούρο.
Κόρη του αντάρτη Χόρχε Αντόνιο Ροδρίγκεζ, που πέθανε στη φυλακή το 1976, μεγάλωσε στο περιθώριο του πολιτικού συστήματος. Σπούδασε νομικά στο Κεντρικό Πανεπιστήμιο της Βενεζουέλας και εργατικό δίκαιο στη Σορβόννη, εντάχθηκε στο διπλωματικό σώμα επί Τσάβες και υπηρέτησε στο Λονδίνο.
Σήμερα, μαζί με τον αδελφό της Χόρχε, πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης, ελέγχει κομβικούς μοχλούς εξουσίας. Συνεργάτες της μιλούν για εμμονή με τον έλεγχο και μικροδιαχείριση, αλλά και για τεχνική επάρκεια και πειθαρχία σε ένα χαοτικό κράτος.
Παρά τη σκληρή δημόσια εικόνα, άνθρωποι που τη γνωρίζουν λένε ότι αγαπά τα πολυτελή ρούχα και τη γαστρονομία, δεν έχει οικογένεια και περνά μεγάλο μέρος του χρόνου της με τη μητέρα και τον αδελφό της.
Ακολουθεί επίσης τον Ινδό γκουρού Σρι Σάτια Σάι Μπάμπα, του οποίου το άσραμ έχει επισκεφθεί επανειλημμένα.
Πηγή: New York Times

