Οξύτατες αντιδράσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη προκάλεσε η απόφαση των ΗΠΑ να επιβάλουν απαγορεύσεις εισόδου σε πέντε κορυφαία ευρωπαϊκά στελέχη που πρωταγωνίστησαν στην προώθηση νομοθεσιών για τη ρύθμιση των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών, με τον Εμανουέλ Μακρόν να κατηγορεί την Ουάσιγκτον για «εξαναγκασμό και εκφοβισμό».
Οι απαγορεύσεις βίζας επιβλήθηκαν στον Τιερί Μπρετόν, πρώην Ευρωπαίο επίτροπο και έναν από τους βασικούς αρχιτέκτονες του Digital Services Act (DSA), καθώς και σε τέσσερις ακτιβιστές κατά της παραπληροφόρησης: τον Ιμράν Αχμέντ, διευθύνοντα σύμβουλο του αμερικανικού Center for Countering Digital Hate με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, τις Aννα-Λένα φον Χόντενμπεργκ και Γιοζεφίν Μπάλον της γερμανικής ΜΚΟ HateAid και την Κλερ Μέλφορντ, συνιδρύτρια του Global Disinformation Index.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δικαιολόγησε την κίνηση, γράφοντας στο X ότι «για πολύ καιρό ιδεολόγοι στην Ευρώπη ηγήθηκαν οργανωμένων προσπαθειών να εξαναγκάσουν αμερικανικές πλατφόρμες να τιμωρούν αμερικανικές απόψεις που δεν τους αρέσουν», προσθέτοντας ότι η διοίκηση Τραμπ «δεν θα ανεχθεί πλέον αυτές τις κατάφωρες πράξεις λογοκρισίας».
Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ισπανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και κορυφαίοι αξιωματούχοι της Ε.Ε. καταδίκασαν την απόφαση, με τις Βρυξέλλες να διαμηνύουν ότι θα μπορούσαν να «απαντήσουν γρήγορα και αποφασιστικά» απέναντι σε «αδικαιολόγητα μέτρα».
Ο Μακρόν χαρακτήρισε τις απαγορεύσεις «μέτρα εκφοβισμού και εξαναγκασμού που υπονομεύουν την ευρωπαϊκή ψηφιακή κυριαρχία», τονίζοντας ότι οι ευρωπαϊκοί ψηφιακοί κανόνες υιοθετήθηκαν μέσω «δημοκρατικής και κυρίαρχης διαδικασίας» και εφαρμόζονται εντός Ευρώπης «χωρίς να στοχοποιούν τρίτες χώρες».
Πρόσθεσε ότι οι κανόνες της ευρωπαϊκής ψηφιακής σφαίρας «δεν καθορίζονται εκτός Ευρώπης».
Ο Γάλλος ΥΠΕΞ Ζαν-Νοέλ Μπαρό σημείωσε ότι «οι λαοί της Ευρώπης είναι ελεύθεροι και κυρίαρχοι και δεν μπορούν να δεχθούν κανόνες επιβεβλημένους από άλλους».
Ο ίδιος ο Μπρετόν, πρώην υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας και επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς από το 2019 έως το 2024, μίλησε για «επιστροφή στο κυνήγι μαγισσών του Μακάρθι», υπενθυμίζοντας ότι το DSA εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα 27 κράτη-μέλη.
Η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δήλωσε ότι «η ελευθερία του λόγου είναι θεμέλιο της ευρωπαϊκής δημοκρατίας» και ότι η Ε.Ε. θα την υπερασπιστεί, ενώ εκπρόσωπός της προειδοποίησε ότι οι Βρυξέλλες θα απαντήσουν αν χρειαστεί για να προστατεύσουν τη ρυθμιστική τους αυτονομία.
Το DSA, που ψηφίστηκε το 2022, υποχρεώνει τις μεγάλες πλατφόρμες να λαμβάνουν μέτρα κατά παράνομου περιεχομένου, ρητορικής μίσους και χειραγώγησης εκλογών μέσω παραπληροφόρησης. Αυτόν τον μήνα η πλατφόρμα Χ του Eλον Μασκ τιμωρήθηκε με πρόστιμο 120 εκατ. ευρώ για παραβάσεις που αφορούν κυρίως τη διαφάνεια.
Η Ουάσιγκτον κατηγορεί την Ε.Ε. ότι επιβάλλει «αδικαιολόγητους περιορισμούς» στην ελευθερία έκφρασης και ότι οι διατάξεις του DSA στοχεύουν στην αποδυνάμωση αμερικανικών εταιρειών και πολιτών.
Ο αντικαταστάτης του Μπρετόν στην Κομισιόν, Στεφάν Σεζουρνέ, εξέφρασε πλήρη στήριξη στον προκάτοχό του, δηλώνοντας ότι «καμία κύρωση δεν θα φιμώσει την κυριαρχία των ευρωπαϊκών λαών».
Η γερμανική κυβέρνηση χαρακτήρισε τις απαγορεύσεις «απαράδεκτες», ενώ ο υπουργός Δικαιοσύνης και ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας τόνισαν ότι το DSA υιοθετήθηκε «δημοκρατικά από την Ε.Ε. για την Ε.Ε.»
Η ισπανική διπλωματία μίλησε για θεμελιώδη αξία ενός ασφαλούς ψηφιακού χώρου χωρίς παράνομο περιεχόμενο και παραπληροφόρηση, ενώ ο ευρωβουλευτής Ντένις Ράντκε κατηγόρησε τους Ευρωπαίους «τραμπικούς» ότι επικαλούνται επιλεκτικά την ελευθερία λόγου για επιχειρηματικά συμφέροντα.
Ο Γάλλος ευρωβουλευτής Ραφαέλ Γκλύκσμαν εξαπέλυσε δριμεία επίθεση στον Ρούμπιο, κατηγορώντας τις ΗΠΑ ότι «χαϊδεύουν τυράννους και επιτίθενται σε δημοκρατίες» και δηλώνοντας ότι «η Ευρώπη δεν είναι αποικία των ΗΠΑ».
Η ένταση αυτή έρχεται λίγους μήνες μετά την επιβολή κυρώσεων από τις ΗΠΑ στον Γάλλο δικαστή Νικολά Γιαν Γκιγιού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την έρευνα κατά ισραηλινών και Αμερικανών αξιωματούχων, αναδεικνύοντας το βάθος της πολιτικής και πολιτισμικής σύγκρουσης ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Ευρώπη.
Πηγή: The Guardian

