Ενα ιδιωτικό γκολφ κλαμπ έξω από το Μαϊάμι, συνιδιοκτησίας του ειδικού απεσταλμένου του Λευκού Οίκου Στιβ Γουίτκοφ, έχει μετατραπεί το τελευταίο διάστημα σε άτυπο αλλά κρίσιμο χώρο διεθνών διαπραγματεύσεων για δύο από τα σημαντικότερα ανοιχτά μέτωπα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: την Ουκρανία και τη Γάζα.
Σύμφωνα με το Axios, το Shell Bay Club, που βρίσκεται στη Φλόριντα, φιλοξένησε το τελευταίο Σαββατοκύριακο παράλληλες συνομιλίες με τη συμμετοχή υψηλόβαθμων αντιπροσωπειών από τουλάχιστον εννέα χώρες.
Οι επαφές πραγματοποιήθηκαν μακριά από τα παραδοσιακά διπλωματικά κέντρα, όπως η Γενεύη ή το Παρίσι, και εκτός του άμεσου ελέγχου της Ουάσιγκτον και των μέσων ενημέρωσης.
Από την ανάληψη του ρόλου του τον Ιανουάριο, ο Γουίτκοφ μοιράζει τον χρόνο του μεταξύ του Λευκού Οίκου και του Shell Bay, ενώ πραγματοποιεί ταξίδια σε ευρωπαϊκές και μεσανατολικές πρωτεύουσες με ιδιωτικό αεροσκάφος και με δικά του έξοδα.
Στις συνομιλίες που έχει χειριστεί περιλαμβάνονται, πέραν της Ουκρανίας και της Γάζας, ζητήματα που αφορούν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Το κλαμπ είχε ήδη χρησιμοποιηθεί ως χώρος προετοιμασίας της αμερικανικής διπλωματίας. Το πρώτο προσχέδιο του ειρηνευτικού σχεδίου του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για την Ουκρανία συντάχθηκε εκεί από τον Γουίτκοφ και τον Τζάρεντ Κούσνερ, παρουσία του Ρώσου απεσταλμένου Κίριλ Ντμίτριεφ.
Δύο εβδομάδες αργότερα, ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας της Ουκρανίας Ρουστέμ Ουμέροφ ταξίδεψε στο Μαϊάμι, όπου ενημερώθηκε για το σχέδιο από τον Γουίτκοφ και τον Κούσνερ.
Στα τέλη Νοεμβρίου, το ίδιο σημείο χρησιμοποιήθηκε για πιο επίσημο γύρο συνομιλιών με τη συμμετοχή του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και ουκρανικής αντιπροσωπείας.
Το περασμένο Σαββατοκύριακο, οι επαφές πολλαπλασιάστηκαν. Την Παρασκευή, σύμβουλοι εθνικής ασφάλειας από την Ουκρανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο συναντήθηκαν με τον Γουίτκοφ και τον Κούσνερ, με αντικείμενο το αμερικανικό ειρηνευτικό σχέδιο και τις εγγυήσεις ασφαλείας προς το Κίεβο.
Το Σάββατο, ο Ντμίτριεφ έφτασε στο Μαϊάμι για επαφές με στόχο την παρουσίαση του επικαιροποιημένου σχεδίου στη ρωσική πλευρά και τη λήψη απαντήσεων από τη Μόσχα. Ο Γουίτκοφ δήλωσε την Κυριακή ότι οι συνομιλίες με Ουκρανούς, Ευρωπαίους και Ρώσους τις τελευταίες ημέρες ήταν «παραγωγικές».
Παράλληλα, την Παρασκευή πραγματοποιήθηκαν στο ίδιο σημείο συνομιλίες για τη Γάζα, με τη συμμετοχή του πρωθυπουργού του Κατάρ, του επικεφαλής των αιγυπτιακών υπηρεσιών πληροφοριών και του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας.
Οι τέσσερις πλευρές εξέδωσαν κοινή δήλωση, υπογραμμίζοντας την ανάγκη μετάβασης στη δεύτερη φάση της συμφωνίας για τη Γάζα και την έναρξη λειτουργίας νέου παλαιστινιακού διοικητικού σχήματος στον θύλακα.
Το Shell Bay, που άνοιξε το 2023 και φέρεται να απαιτεί συνδρομή άνω του 1 εκατ. δολαρίων για την ένταξη μελών, προσφέρει συνθήκες διακριτικότητας για ευαίσθητες διαπραγματεύσεις.
Διπλωμάτες που έχουν επισκεφθεί τον χώρο ανέφεραν ότι στις ίδιες εγκαταστάσεις συναντούνται και κορυφαία στελέχη μεγάλων εταιρειών. Oπως σχολίασε δυτικός διπλωμάτης, «είναι ξεκάθαρα το μέρος όπου γίνονται τα πάντα: Παρασκευή Γάζα, Σάββατο Ουκρανία».
Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε το Σάββατο ότι ενημερώθηκε τηλεφωνικά από τον Ουμέροφ για πρόταση των ΗΠΑ να πραγματοποιηθεί τριμερής συνάντηση ΗΠΑ – Ουκρανίας – Ρωσίας σε επίπεδο συμβούλων εθνικής ασφάλειας, χωρίς να δεσμευθεί.
Χωρίς πρόοδο οι συνομιλίες στο Μαϊάμι
Οι συναντήσεις στο Μαϊάμι πραγματοποιήθηκαν λίγες εβδομάδες μετά την παρουσίαση, από τη διοίκηση Τραμπ, ενός πρώτου σχεδίου για τον τερματισμό του πολέμου, το οποίο το Κίεβο και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είχαν χαρακτηρίσει μη εφαρμόσιμο. Eκτοτε, διαπραγματευτές από Ρωσία, Ουκρανία, Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες ανταλλάσσουν προτάσεις, χωρίς άμεσες επαφές μεταξύ Μόσχας και Κιέβου.
Το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει μεγάλο. Ο Ζελένσκι δήλωσε ότι το ζήτημα των εδαφών «παραμένει το πιο δύσκολο», ενώ ανοιχτά μέτωπα αποτελούν επίσης ο έλεγχος του πυρηνικού σταθμού της Ζαπορίζια, η χρηματοδότηση της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης και οι εγγυήσεις ασφάλειας.
Παράλληλα, κάλεσε τις Ηνωμένες Πολιτείες να ασκήσουν μεγαλύτερη πίεση στη Μόσχα, προειδοποιώντας ότι, εάν η διπλωματία αποτύχει, θα πρέπει να υπάρξει αυξημένη στρατιωτική και οικονομική στήριξη προς την Ουκρανία, καθώς και εκτεταμένες κυρώσεις κατά της ρωσικής οικονομίας.
Από τη ρωσική πλευρά, ο σύμβουλος του Βλαντιμίρ Πούτιν, Γιούρι Ουσακόφ, δήλωσε ότι οι περισσότερες ειρηνευτικές προτάσεις που συζητήθηκαν στο Μαϊάμι προήλθαν από την Ουκρανία και την Ευρώπη και τις χαρακτήρισε «μάλλον μη εποικοδομητικές», σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο TASS.
Ο Ντμίτριεφ ανέφερε ότι «οι πολεμοχαρείς δεν παρενέβησαν» στις συνομιλίες, σημειώνοντας ότι «όλα είναι καλά».
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο εμφανίστηκε επιφυλακτικός, δηλώνοντας ότι «υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος» μέχρι μια ενδεχόμενη συμφωνία και ότι οι συνομιλίες μπορεί να διαρκέσουν μήνες.
Η εκτίμηση αυτή μετρίασε τις δηλώσεις Τραμπ, ο οποίος είχε υποστηρίξει νωρίτερα ότι οι πλευρές βρίσκονται «πιο κοντά από ποτέ» σε μια συμφωνία.
Στο μεταξύ, ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εξετάζουν τα επόμενα βήματα. Το γραφείο του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο συνάντησης με τον Πούτιν, ενώ την περασμένη εβδομάδα οι Ευρωπαίοι ηγέτες συμφώνησαν σε δάνειο ύψους 90 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία μέσω κοινού χρέους, μετά το μπλοκάρισμα σχεδίου για αξιοποίηση παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι πρωτοβουλίες για αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Ρωσίας αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο Κογκρέσο.
Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιαμ κάλεσε τη διοίκηση Τραμπ να κλιμακώσει την πίεση, ακόμη και με αποστολή πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς στην Ουκρανία, εάν η Μόσχα αρνηθεί να εμπλακεί σοβαρά στις διαπραγματεύσεις.
Αντίθετα, η διευθύντρια των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών Τούλσι Γκάμπαρντ κατηγόρησε τμήματα του «βαθέος κράτους» ότι καλλιεργούν φόβο για να υπονομεύσουν τις προσπάθειες του προέδρου Τραμπ προς την ειρήνη, δηλώσεις που προκάλεσαν θετικά σχόλια από τη ρωσική πλευρά.

Η ρωσική οικονομία μπορεί να «σπάσει»
Παρά τη ρητορική περί αντοχής και υπεροχής, η ρωσική οικονομία εισέρχεται σε μια επικίνδυνη φάση φθοράς, με τα προβλήματα να συσσωρεύονται και το 2026 να προδιαγράφεται ως το πρώτο πραγματικά δύσκολο έτος του πολέμου για τη Μόσχα.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα εκτενούς ανάλυσης της Κάθριν Μπέλτον και της Ρόμπιν Ντίξον, που δημοσιεύθηκε στη Washington Post και καταγράφει πώς το οικονομικό μοντέλο πολεμικής ανάπτυξης της Ρωσίας πλησιάζει στα όριά του.
Η ρωσική πολεμική προσπάθεια στηρίχθηκε τα τελευταία τέσσερα χρόνια σε έναν συνδυασμό εξάντλησης αποθεμάτων, μαζικού δανεισμού και υψηλών εσόδων από την ενέργεια.
Αυτή η βάση, όμως, διαβρώνεται ταχύτατα. Τα κρατικά ταμεία έχουν σχεδόν αδειάσει, ενώ τα νέα, σκληρότερα αμερικανικά μέτρα κατά του πετρελαϊκού τομέα εντείνουν την πίεση σε μια ήδη εύθραυστη οικονομική ισορροπία.
Κεντρικός παράγοντας της κρίσης είναι ο ενεργειακός τομέας. Οι κυρώσεις που επέβαλε το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών τον Οκτώβριο σε δύο από τους μεγαλύτερους πετρελαϊκούς ομίλους της Ρωσίας, τη Rosneft και τη Lukoil, υποχρεώνουν τη Μόσχα να πουλά το πετρέλαιο Urals με εκπτώσεις άνω των 20 δολαρίων το βαρέλι.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Reuters, τα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο –κρίσιμα για τον κρατικό προϋπολογισμό– αναμένεται να μειωθούν κατά 49% τον Δεκέμβριο σε ετήσια βάση, την ώρα που οι στρατιωτικές δαπάνες έχουν εκτοξευθεί σε ιστορικό υψηλό, φθάνοντας τα 149 δισ. δολάρια μόνο για τα τρία πρώτα τρίμηνα του έτους.
Η εικόνα επιδεινώνεται και από την κατάσταση στον τραπεζικό τομέα. Η ραγδαία αύξηση του εταιρικού δανεισμού κατά τα πρώτα χρόνια του πολέμου, σε συνδυασμό με τα πολύ υψηλά επιτόκια –που έφθασαν πάνω από το 20% πριν αρχίσουν να αποκλιμακώνονται– έχει δημιουργήσει μια δεξαμενή «κρυφού» κακού χρέους.
Ιδιαίτερα ανησυχητικά θεωρούνται τα δάνεια προς τη βιομηχανία όπλων, τα οποία αντιστοιχούν σχεδόν στο ένα τέταρτο του συνολικού εταιρικού δανεισμού σε ρούβλια και υπόκεινται σε χαλαρότερο έλεγχο.
Ορισμένοι οικονομολόγοι και τραπεζίτες μιλούν ανοιχτά για τον κίνδυνο τραπεζικής κρίσης ή ακόμη και κρίσης πληρωμών μέσα στο 2026.
Παράλληλα, η πραγματική οικονομία δείχνει σημάδια κόπωσης. Οι υψηλοί τόκοι έχουν πλήξει την κερδοφορία των επιχειρήσεων, οι επενδύσεις έχουν παγώσει και σε ορισμένους κλάδους η παραγωγή έχει καταρρεύσει.
Η εικόνα αυτή αρχίζει να αντανακλάται και στην καθημερινότητα των πολιτών. Καταναλωτικά στοιχεία δείχνουν σημαντική μείωση δαπανών για ένδυση, οικιακά είδη και υπηρεσίες, ενώ αυξάνονται τα περιστατικά απλήρωτης εργασίας, στάσεων πληρωμών και τοπικών κινητοποιήσεων εργαζομένων.
Ιδιαίτερα πληγείσες εμφανίζονται περιοχές όπως το Κουζμπάς, όπου δεκάδες ανθρακωρυχεία έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους ή βρίσκονται σε οριακή κατάσταση, αλλά και ο μεταλλουργικός τομέας, παρά την αυξημένη ζήτηση από τη στρατιωτική βιομηχανία.
Την ίδια ώρα, ακόμη και ενεργειακοί κολοσσοί που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της ρωσικής οικονομίας αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ρευστότητας και χρέους, με το κράτος να αναγκάζεται να τους παραχωρεί φορολογικές ελαφρύνσεις.
Παρά τη σωρευτική πίεση, λίγοι στη ρωσική ελίτ εκτιμούν ότι τα οικονομικά προβλήματα θα οδηγήσουν σε άμεση κοινωνική ή πολιτική αποσταθεροποίηση.
Η κυρίαρχη εκτίμηση είναι ότι το καθεστώς μπορεί να απορροφήσει το κόστος χωρίς άμεσες ανατροπές.
Ωστόσο, όπως σημειώνουν, το 2026 αναμένεται να είναι το πρώτο έτος στο οποίο οι συνέπειες της παρατεταμένης πολεμικής οικονομίας θα γίνουν αδύνατον να αγνοηθούν.
Με άλλα λόγια, η Ρωσία εξακολουθεί να χρηματοδοτεί τον πόλεμο, αλλά το τίμημα συσσωρεύεται και η αντοχή του συστήματος δοκιμάζεται πλέον σε βάθος χρόνου.
Με πληροφορίες από Axios, WP, Politico

