«Δεν μας εξέπληξε καθόλου η επίθεση στην παραλία Μποντάι. Ειδικά στις πολιτείες της Νέας Νότιας Ουαλλίας (σ.σ.: όπου βρίσκεται το Σίδνεϊ) και της Βικτώριας η αστυνόμευση είναι πολύ περιορισμένη, τη στιγμή που ο αντισημιτισμός έχει γίνει πλέον mainstream. Τον συναντάς σε δείπνα φίλων, όπου το μίσος κατά των Εβραίων είναι περίπου νομιμοποιημένο. Αν κάποιος μιλήσει άσχημα για γκέι ή μαύρους, θα δεχθεί την κατακραυγή της ομήγυρης. Αν συμβεί το ίδιο εναντίον των Εβραίων, ουδείς αντιδρά. Είναι αποδεκτό», σημειώνει στην «Κ» ο αρχιραββίνος του Περθ, Ντάνιελ Λίμπερμαν.
Πρόκειται για απότοκο του πολέμου στη Γάζα; «Η αντιισραηλινή ρητορική είναι πρόσχημα, δεν είναι η αιτία», αναφέρει κατηγορηματικά, εξηγώντας ότι η Αυστραλία είναι μια ιδιαιτέρως απομονωμένη χώρα, που δεν ασχολείται ιδιαίτερα με τη διεθνή πολιτική σκηνή. Κατά τον ραββίνο Λίμπερμαν, οι πηγές του αντισημιτισμού στην Αυστραλία είναι τρεις και δρουν ταυτόχρονα: «Οι ακραίοι μουσουλμάνοι, η Ακροαριστερά και η Ακροδεξιά». Στην παρατήρηση της «Κ» ότι οι ακροδεξιοί στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ έχουν γίνει πιο ευαίσθητοι σε ζητήματα αντισημιτισμού λόγω της ισλαμοφοβίας, ο Λίμπερμαν εξηγεί ότι στην Αυστραλία οι ακροδεξιοί είναι «παλιάς κοπής νεοναζί» και απέχουν πολύ από τον τραμπισμό.
Κατά τη γνώμη του η μεγαλύτερη ευθύνη για την επίθεση ανήκει στην κυβέρνηση και την αδράνειά της στις επανειλημμένες εκκλήσεις της εβραϊκής κοινότητας για πρόσθετα μέτρα ασφαλείας και αλλαγή πλεύσης στο ζήτημα. «Την ημέρα της γιορτής στην παραλία Μποντάι υπήρχαν μόνο δύο αστυνομικοί, οι οποίοι νοσηλεύονται αυτήν τη στιγμή σε κρίσιμη κατάσταση. Κι όμως οι οιωνοί ήταν πάντα εκεί: πυρπολήσεις εβραϊκών επιχειρήσεων και συναγωγών, σβάστικες και συνθήματα, ενώ ακόμη και την 9η Οκτωβρίου 2023, μετά τις επιθέσεις της Χαμάς, εκατοντάδες μαζεύτηκαν έξω από την όπερα του Σίδνεϊ φωνάζοντας “Εξαερώστε τους Εβραίους”. Τότε η κυβέρνηση ανέθεσε σε έναν ειδικό απεσταλμένο τη σύνταξη μιας έκθεσης για τον αντισημιτισμό και μόλις δημοσιοποιήθηκε, την αγνόησε επιδεικτικά».
Στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ ο συσχετισμός με τον πόλεμο της Γάζας είναι πολύ πιο άμεσος. Κατά τη δολοφονία, φέτος, δύο νέων υπαλλήλων της ισραηλινής πρεσβείας στο εβραϊκό μουσείο της Ουάσιγκτον, ο δράστης φώναξε «Λευτεριά στην Παλαιστίνη». Σύμφωνα εξάλλου με έκθεση της υπηρεσίας θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ε.Ε. τα τελευταία δύο χρόνια οι αντισημιτικές δραστηριότητες στην Ευρώπη εκτινάχθηκαν κατά 400%.
«Η λογοδοσία της ισραηλινής κυβέρνησης και η αντιμετώπιση του αντισημιτισμού δεν είναι αντικρουόμενοι στόχοι. Και οι δύο είναι αναγκαίοι».
Σε πρόσφατο άρθρο του στην online εφημερίδα Times of Israel ο Ζιλ Τουμπούλ κάνει λόγο για «ισραηλοποίηση» του αντισημιτισμού. «Το Ισραήλ γίνεται κάτι πολύ περισσότερο από ένα ακόμη κράτος που επιδέχεται κριτική· γίνεται μια αφηρημένη ηθική έννοια, ένα σύμβολο και περιστασιακά ακόμη και μια εκδήλωση του κακού. Αυτή η μετατόπιση στο στίγμα είναι κεντρική. Κάποτε κατηγορούμενο για συνωμοσία, σκληρότητα ή επιβολή, το εβραϊκό κράτος τώρα συγκεντρώνει αυτές τις αναπαραστάσεις», επισημαίνει.
Επιθέσεις και βανδαλισμοί
«Από τη σφαγή της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου, έχουμε γίνει μάρτυρες μιας δραματικής και διαρκούς αύξησης των αντισημιτικών περιστατικών παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, όπου οι αριθμοί έχουν αυξηθεί με πρωτοφανή ρυθμό. Αυτή η έξαρση δεν περιορίζεται μόνο στη ρητορική, αλλά περιλαμβάνει απειλές, σωματικές επιθέσεις, βανδαλισμούς και εκφοβισμό εναντίον Εβραίων και εβραϊκών θεσμών. Η χρονική συγκυρία και η κλίμακα καθιστούν σαφές ότι αυτό το κύμα συνδέεται άμεσα με τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου και τον επακόλουθο πόλεμο στη Γάζα», λέει στην «Κ» ο επιτετραμμένος της γερμανικής κυβέρνησης κατά του αντισημιτισμού στο Αμβούργο, Στέφαν Χένσελ. Ενδεικτική του τοξικού κλίματος είναι η απόφασή του να παραιτηθεί από το πόστο του στο τέλος του χρόνου.
Ο Χένσελ θεωρεί ότι «ένα χρήσιμο εργαλείο για τη διάκριση ανάμεσα στη θεμιτή κριτική και στον αντισημιτισμό είναι το λεγόμενο «τεστ των 3D» (σ.σ.: double standards, delegitimisation, and dehumanisation), δηλαδή τα δύο μέτρα και σταθμά, η απονομιμοποίηση και η “απανθρωποποίηση”. Αν το Ισραήλ κρίνεται με κριτήρια που δεν εφαρμόζονται σε κανένα άλλο κράτος, αν τίθεται υπό αμφισβήτηση το δικαίωμά του να υπάρχει ή αν οι Ισραηλινοί ή οι Εβραίοι παρουσιάζονται με “απανθρωποποιητικούς” όρους, τότε η κριτική έχει περάσει τα όρια και έχει μετατραπεί σε αντισημιτισμό. Αυτό το πλαίσιο επιτρέπει σθεναρή, ακόμη και σκληρή, κριτική στις πράξεις του Νετανιάχου χωρίς να τις δικαιολογεί ή να τις θέτει υπεράνω ελέγχου, ενώ ταυτόχρονα προστατεύει από αντισημιτικά αφηγήματα που εργαλειοποιούν τη σύγκρουση για να στοχοποιήσουν τους Εβραίους ως τέτοιους. Η λογοδοσία της ισραηλινής κυβέρνησης και η αντιμετώπιση του αντισημιτισμού δεν είναι αντικρουόμενοι στόχοι. Και οι δύο είναι αναγκαίοι και οι δύο προϋποθέτουν τη διατήρηση σαφών αναλυτικών και ηθικών διακρίσεων».
Ισως τελικά τη μεγαλύτερη ζημιά την κάνουν οι βεβαιότητες στο σημερινό ρευστό περιβάλλον, όπως είχε επισημάνει πριν από λίγες εβδομάδες ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ σε συνέντευξή του στον Ηλία Μαγκλίνη στην «Κ» με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του για τον αντισημιτισμό (εκδ. Αλεξάνδρεια, 2025): «Τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα μετά τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023, οι λέξεις φορτίστηκαν με ιδιαίτερο βάρος. Πολλοί υπαγόρευαν ποιες λέξεις έπρεπε να χρησιμοποιήσει κανείς και αντίστροφα ποιες απαγορευόταν ακόμη και να προφέρει. Μία από αυτές ήταν ο “αντισημιτισμός”. Υπήρχε και υπάρχει τώρα προφανώς τεράστια σύγχυση γύρω από το τι σημαίνει. Είναι ο αντισημιτισμός μια εθνοτική προκατάληψη; Είναι κάποιο είδος κριτικής προς το Ισραήλ; Είναι όλα αυτά μαζί; Μπορεί κάποιος να διαχωρίσει; Σήμερα ελάχιστοι μπορούν να απαντήσουν με βεβαιότητα σε αυτές τις ερωτήσεις και όσοι το κάνουν με αυτοπεποίθηση ή απερισκεψία είναι συνήθως εκείνοι που προκαλούν τη ζημιά».

