Από τα κοιτάσματα πετρελαίου της Βενεζουέλας έως τα κρυπτονομίσματα και τις επενδύσεις στον Περσικό Κόλπο, η δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ σηματοδοτεί την ωμή άσκηση πίεσης με οδηγό την προσδοκία για την πρόσβαση σε φυσικούς πόρους και οικονομική μόχλευση, στη βάση μιας λογιστικής προσέγγισης κόστους – οφέλους.
«Μιλάμε για μια ευκαιρία 1,7 τρισ. δολαρίων», έλεγε η Μαρία Κορίνα Ματσάδο, ηγετική μορφή της αντιπολίτευσης στη Βενεζουέλα και προσφάτως βραβευθείσα με το Νομπέλ Ειρήνης. Απευθυνόταν σε επιχειρηματικό και πολιτικό ακροατήριο στο Μαϊάμι. Ομολογουμένως η Βενεζουέλα διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο και με μια άλλη ηγεσία θα μπορούσε να απελευθερώσει την ενεργειακή αλυσίδα της με απτά οφέλη για τις αμερικανικές εταιρείες.
Καλώς ή κακώς, η Βενεζουέλα θεωρείται στρατηγικής σημασίας τόσο για την ενεργειακή κυριαρχία των ΗΠΑ όσο και για τον αμερικανικό έλεγχο στο δυτικό ημισφαίριο, στο πλαίσιο του περιβόητου πια δόγματος «Ντονρόε». Η Βενεζουέλα αποτελεί εξάλλου πεδίο ανταγωνισμού με την Κίνα, η οποία απορροφά σε μεγάλο βαθμό το πετρέλαιο της χώρας.
Η αλήθεια είναι ότι ο πρόεδρος Τραμπ ουδέποτε έκρυψε τη συναλλακτική φύση της γεωπολιτικής του προσέγγισης. Ουκ ολίγες φορές έχει υπονοήσει ότι οι ΗΠΑ δικαιούνται την πρόσβαση στους φυσικούς πόρους άλλων χωρών –βλ. Μέση Ανατολή– ως αντάλλαγμα για τις στρατιωτικές επεμβάσεις τους.
Στο μεταξύ, η οικογένεια Τραμπ έχει σαφώς αναπτύξει ένα πλέγμα επιχειρηματικών δραστηριοτήτων χωρίς προηγούμενο για τα δεδομένα του Λευκού Οίκου. Κρυπτονομίσματα, επενδυτικά ταμεία, real estate και συμφωνίες με επενδυτικούς παράγοντες του εξωτερικού θολώνουν τις γραμμές που διαχωρίζουν την έννοια του ιδιωτικού οφέλους από την έννοια του δημόσιου αξιώματος.
Η εταιρεία κρυπτονομισμάτων World Liberty Financial, με πρωταγωνιστές τους γιους του Αμερικανού προέδρου, έχει λειτουργήσει ως όχημα προσέλκυσης τεράστιων κεφαλαίων, κυρίως από το εξωτερικό. Από την Κίνα μέχρι τον Περσικό Κόλπο, επενδυτικοί κύκλοι εμφανίζονται εύλογα πρόθυμοι να τοποθετηθούν σε ψηφιακά assets που συνδέονται άμεσα με το όνομα Τραμπ, όταν μάλιστα η αμερικανική κυβέρνηση έχει προχωρήσει αταλάντευτα στη διαμόρφωση ενός θεσμικού πλαισίου ευνοϊκού για την αγορά των κρυπτονομισμάτων, εξαλείφοντας ρυθμιστικά εμπόδια.
Σύμφωνα με το Reuters, οι Τραμπ δικαιούνται να λαμβάνουν εβδομήντα σεντς για κάθε δολάριο που συγκεντρώνεται από τις πωλήσεις token της World Liberty. Η αρχική ζήτηση φέρεται να ήταν χαμηλή, έως ότου εμφανίστηκε ένας σημαντικός αγοραστής, ο Κινέζος δισεκατομμυριούχος Τζάστιν Σαν, ο οποίος επένδυσε 30 εκατ. δολάρια. Την ίδια περίοδο, η επιτροπή κεφαλαιαγοράς μήνυε τον Σαν και τις εταιρείες του για απάτη και άλλες παραβάσεις, τις οποίες έχει αρνηθεί.
Η επιχειρηματική δραστηριότητα της οικογένειας Τραμπ είναι, αν μη τι άλλο, πολυσχιδής. Ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος της Trump Media & Technology Group, η οποία ανακοίνωσε αυτές τις μέρες συμφωνία με την ΤΑΕ Technologies για τη συγχώνευση μετοχών αξίας άνω των 6 δισ. δολαρίων, σε μια εξέλιξη που φαίνεται ικανή να δώσει ώθηση στην επιχείρηση των Τραμπ, η μετοχή της οποίας είχε υποχωρήσει σχεδόν 70% φέτος· στο άκουσμα της είδησης σημειώθηκε άνοδος 25% στις προσυνεδριακές συναλλαγές. Μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Trump Media, και διαχειριστής των μετοχών της που βρίσκονται σε ένα trust, είναι ο μεγαλύτερος γιος του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τζούνιορ. Η συμφωνία με την TAE Technologies, η οποία έχει λάβει οικονομική υποστήριξη από εταιρείες όπως η Google, η Chevron και η Goldman Sachs, δεν αποκλείεται να εγείρει και ζητήματα ανταγωνισμού, καθώς εμμέσως μια επιχείρηση που ανήκει στον Τραμπ θα διεκδικήσει από άλλη αφετηρία μερίδιο της πίτας, από άλλες εταιρείες που έχουν επενδύσει στην τεχνητή νοημοσύνη και στην ενεργειακή διάσταση του κλάδου.

