Τσαρλς Νόρμαν Σέι (1924-2025): Η πολεμική οδύσσεια του ατρόμητου Ινδιάνου Τσαρλς

Τσαρλς Νόρμαν Σέι (1924-2025): Η πολεμική οδύσσεια του ατρόμητου Ινδιάνου Τσαρλς

Ο Τσαρλς Νόρμαν Σέι, ως νοσοκόμος, έσωσε δεκάδες τραυματίες στρατιώτες κατά την απόβαση της Νορμανδίας, αλλά και στον πόλεμο της Κορέας, ενώ στη συνέχεια έγινε σύμβολο αναφοράς στις επετείους μνήμης της D-Day

4' 53" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ακτή Ομάχα, Νορμανδία, 6 Ιουνίου 1944. Η ράμπα του αποβατικού σκάφους πέφτει στο νερό με πάταγο. Μπροστά βρίσκεται η κόλαση, με τον καπνό και το νερό να θολώνουν τα πάντα και τα γερμανικά πολυβόλα να θερίζουν ζωές. Η λογική αφήνει χώρο μόνο στο ένστικτο επιβίωσης.

Ο Τσαρλς, ένας 19χρονος Ινδιάνος της φυλής Πενόμπσκοτ, βουτάει στο παγωμένο νερό. Ξεχωρίζει από τους άλλους καθώς στα χέρια του δεν κρατάει όπλο. Στη θέση του τουφεκιού ή του οπλοπολυβόλου, φέρει τον βαρύ ιατρικό σάκο. Το κρύο διαπερνά το κορμί του σαν μαχαίρι, αλλά η όψη της θάλασσας τον σοκάρει περισσότερο. Το αίμα των ανδρών του πρώτου κύματος της απόβασης βάφει τον αφρό κόκκινο, με τα σώματα των νεκρών έρμαια στην κίνηση των κυμάτων.

Προχωράει σκυφτός, με το νερό έως το στήθος. Κάθε βήμα απαιτεί τεράστια προσπάθεια. Σφαίρες «σκάνε» δίπλα του σηκώνοντας πίδακες νερού που τον τυφλώνουν. Φτάνει στο ανάχωμα με τις πέτρες και βρίσκει προσωρινή ασφάλεια, όμως η ματιά του γυρίζει αμέσως πίσω στους συντρόφους του.

Πολλοί τραυματισμένοι στρατιώτες βρίσκονται ακινητοποιημένοι στα ρηχά, με τον πνιγμό να απειλεί ταχύτερα από τον θάνατο λόγω τραυμάτων. Ο νεαρός Ινδιάνος της φυλής Πενόμπσκοτ νιώθει το πνεύμα των πολεμιστών προγόνων του να ξυπνάει μέσα του. Αφήνει την κάλυψη και επιστρέφει στην κόλαση για να σώσει όσο περισσότερους μπορεί.

Ογδόντα ένα χρόνια ύστερα από εκείνο το πρωινό, στις 3 Δεκεμβρίου 2025, ο Τσαρλς Νόρμαν Σέι αφήνει την τελευταία του πνοή στο σπίτι του στο Bretteville-l’Orgueilleuse της Νορμανδίας, σε ηλικία 101 ετών. Ο θάνατός του ήρθε γαλήνια, ολοκληρώνοντας τον κύκλο της ζωής του στον τόπο που τον σημάδεψε ανεξίτηλα. Η επιλογή του να ζήσει τα τελευταία του χρόνια στη γαλλική γη αποτελούσε την εκπλήρωση μιας βαθιάς εσωτερικής ανάγκης να βρίσκεται κοντά στους συμπολεμιστές του που αναπαύονται στο αμερικανικό κοιμητήριο.

Ο Τσαρλς Σέι γεννήθηκε το 1924 στο Indian Island του Μέιν, μεγαλώνοντας μέσα στις παραδόσεις της φυλής Πενόμπσκοτ. Η οικογένειά του είχε ιστορικό συμμετοχής στους πολέμους της Αμερικής, παρά το γεγονός ότι οι ιθαγενείς αντιμετώπιζαν συστηματικά διακρίσεις και στερούνταν βασικά δικαιώματα. Η πολιτισμική κληρονομιά του τού δίδαξε την αντοχή στις κακουχίες και την αξία της αλληλεγγύης, εφόδια που αποδείχθηκαν σωτήρια όταν κλήθηκε να υπηρετήσει. Ο ρόλος του στο πεδίο της μάχης απαιτούσε να τρέχει προς τον κίνδυνο χωρίς να ανταποδίδει τα πυρά, κρατώντας στα χέρια του τα μέσα για τη σωτηρία δεκάδων στρατιωτών…

Η επιβίωση από το μακελειό της D-Day αποτέλεσε την εισαγωγή στην πολεμική του οδύσσεια. Ως μέλος της 1ης Μεραρχίας Πεζικού, της φημισμένης «Big Red One», ακολούθησε την προέλαση των Συμμάχων στην ηπειρωτική Ευρώπη. Συμμετείχε στην πολιορκία και στην κατάληψη του Ααχεν, της πρώτης γερμανικής πόλης που κατέλαβαν οι Αμερικανοί, όπου οι συγκρούσεις στους δρόμους εξελίχθηκαν σε λουτρό αίματος. Ακολούθησε η εμπειρία στο Δάσος του Χίρτγκεν, μία από τις πιο σκληρές επιχειρήσεις του πολέμου. Εκεί, το πυκνό δάσος, η υγρασία, οι νάρκες και το ασταμάτητο πυροβολικό προκάλεσαν ένα σκηνικό μαζικής εξόντωσης για τους στρατιώτες. Τον Δεκέμβριο του 1944 βρέθηκε στις Αρδέννες, αντιμετωπίζοντας την τελευταία μεγάλη γερμανική αντεπίθεση μέσα σε χιόνι και δριμύ ψύχος.

Τον Μάρτιο του 1945, σε μια προσπάθεια διάβασης του Ρήνου κοντά στη γέφυρα του Ρεμάγκεν, αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο αιχμαλώτων Stalag VI-G. Παρέμεινε έγκλειστος υπό άθλιες συνθήκες μέχρι την απελευθέρωσή του ένα μήνα μετά – λίγες εβδομάδες πριν από τη λήξη του πολέμου στην Ευρώπη. Επιστρέφοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες, τιμήθηκε με το Αργυρό Αστέρι για τον ηρωισμό που επέδειξε στην ακτή Ομάχα, σώζοντας ζωές δεκάδων στρατιωτών. Η στρατιωτική θητεία του, ωστόσο, είχε και συνέχεια.

Με την έναρξη του πολέμου της Κορέας το 1950, κατατάχθηκε ξανά. Υπηρέτησε εκ νέου ως μάχιμος υγειονομικός, ενταγμένος αυτή τη φορά στην 7η Μεραρχία Πεζικού. Το ορεινό ανάγλυφο και οι ακραίες καιρικές συνθήκες της Κορέας δοκίμασαν τα όρια των στρατιωτών, κι εκείνος βρέθηκε ξανά στην πρώτη γραμμή. Η δράση του εκεί του χάρισε το Χάλκινο Αστέρι με το διακριτικό «V» για ανδρεία, καθώς και τρία Purple Hearts (παράσημα ανδρείας) για τους τραυματισμούς που υπέστη. Η υπηρεσία του ως υγειονομικού στην πρώτη γραμμή σε δύο μεγάλες πολεμικές συγκρούσεις τον κατατάσσει στην ιστορία των μαχών ως μια εξόχως ηρωική φυσιογνωμία.

Μετά την οριστική αποστρατεία του εργάστηκε για δύο δεκαετίες στη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας στη Βιέννη, ζώντας στην Ευρώπη μακριά από τη δημοσιότητα. Επέστρεψε αργότερα στις ΗΠΑ και στο Indian Island, ζώντας ως σεβαστός πρεσβύτερος της φυλής του. Η μνήμη της Νορμανδίας όμως παρέμενε ζωντανή μέσα του.

Η επιστροφή του στην ακτή Ομάχα το 2007 για τις εκδηλώσεις μνήμης λειτούργησε καθοριστικά. Η επαφή με τον τόπο της θυσίας και η υποδοχή των Γάλλων τον ώθησαν να ασχοληθεί ενεργά με τη διάσωση της ιστορικής μνήμης. Επικεντρώθηκε στην ανάδειξη της συμβολής των ιθαγενών Αμερικανών στον πόλεμο, η οποία συχνά παραλείπεται από τις επίσημες αφηγήσεις.

Οι προσπάθειές του καρποφόρησαν με τη δημιουργία του μνημείου «Charles Shay Indian Memorial» στο πάρκο της απόβασης. Το μνημείο απεικονίζει μια χελώνα από γρανίτη, ζώο με κεντρική θέση στη μυθολογία των Πενόμπσκοτ. Αφιερωμένο στους 175 ιθαγενείς Αμερικανούς που αποβιβάστηκαν στην Ομάχα εκείνη την ημέρα, το έργο αυτό υπενθυμίζει τη συμμετοχή των αυτοχθόνων πληθυσμών στον αγώνα για την απελευθέρωση της Ευρώπης.

Η παρουσία του Σέι στις ετήσιες τελετές έγινε θεσμός. Κάθε 6η Ιουνίου, την ώρα της απόβασης, βρισκόταν στην παραλία με τα εμβλήματα της μεραρχίας του, πραγματοποιώντας μια σεμνή τελετή προσφέροντας καπνό και προσευχές στη μνήμη των πεσόντων Ινδιάνων.

Το 2018, σε ηλικία 94 ετών, πήρε την απόφαση να μετακομίσει μονίμως στη Γαλλία, επιλέγοντας να ζήσει δίπλα στην ιστορία που καθόρισε την ύπαρξή του. Εγκαταστάθηκε στο χωριό Bretteville-l’Orgueilleuse, όπου έγινε αναπόσπαστο μέλος της τοπικής κοινότητας. Η αποδοχή που έλαβε από τους κατοίκους της Νορμανδίας ήταν καθολική, καθότι αναγνώρισαν στο πρόσωπό του έναν από τους τελευταίους συνδέσμους με την απελευθέρωση.

Σε μία από τις συνεντεύξεις του κατά την 75η επέτειο της D-Day, κοιτάζοντας τις σειρές με τους λευκούς σταυρούς, είχε δηλώσει: «Δεν θεωρώ τον εαυτό μου ήρωα. Οι πραγματικοί ήρωες είναι αυτοί που κείτονται εδώ. Εδωσαν τη ζωή τους για εμάς. Εγώ είμαι απλώς ο τυχερός που γύρισε σπίτι».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT