Έχει ο Τραμπ την υπομονή να πετύχει μια συμφωνία στην Ουκρανία; Είναι ένα από τα ερωτήματα που θέτουν γεωπολιτικοί αναλυτές στις ΗΠΑ, οι οποίοι προσεγγίζουν την ορμή του Αμερικανού προέδρου ως πλεονέκτημα αλλά και μειονέκτημα για την έκβαση των διαπραγματεύσεων. Οι συστάσεις τους προς τον Λευκό Οίκο έχουν διττό περιεχόμενο: να θέσει ρεαλιστικά όρια στον Ζελένσκι και να προσφέρει κίνητρα στον Πούτιν.
Η εκτίμηση που κέρδισε έδαφος μετά τη χλιαρή υποδοχή του αμερικανικού σχεδίου από τη Ρωσία είναι ότι μια διπλωματική προσπάθεια που θα δώσει τέλος σε αυτόν τον πόλεμο βρίσκεται ίσως πέρα από τις δυνατότητες του Ντόναλντ Τραμπ. «Υποτίθεται ότι δεν διαθέτει την πειθαρχία, τη συνέπεια, την ικανότητα και την υπομονή για να επιδιώξει μια διαρκή διπλωματική προσπάθεια», τονίζει με άρθρο στο Foreign Affairs ο Τόμας Γκράχαμ, Διακεκριμένος Συνεργάτης του Council on Foreign Relations, συγγραφέας του βιβλίου ‘Κατανοώντας σωστά τη Ρωσία’, ο οποίος ωστόσο αναγνωρίζει ότι -καλώς ή κακώς- ακόμη και αυτή η ελλιπής πρόοδος στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις «δεν θα ήταν δυνατή, εάν ο Τραμπ δεν είχε ξεκινήσει διάλογο με τον Πούτιν τον Φεβρουάριο με στόχο τον τερματισμό του πολέμου».
Όμως οι ήδη σημαντικές παραχωρήσεις προς το Κρεμλίνο, που στην πραγματικότητα συνεπάγονται μια μορφή συνθηκολόγησης της Ουκρανίας, σε συνδυασμό με τις αφόρητες πιέσεις στην κυβέρνηση Ζελένσκι, τροφοδοτούν τις εκτιμήσεις ότι μπορεί τελικά να τινάξουν τη διαδικασία στον αέρα. «Ο Τραμπ θα μπορούσε ακόμη και να καταστρέψει τη διαπραγμάτευση πιέζοντας τον πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι και τους Ευρωπαίους υποστηρικτές του τόσο σκληρά που θα επιλέξουν να συνεχίσουν τον αγώνα παρά το τρομερό κόστος. Αυτό θα ήταν κακό για όλους. Αυτή είναι η στιγμή που ο Τραμπ θα πρέπει να καθησυχάσει την Ουκρανία και την Ευρώπη, όχι να τους πιέσει να καταλήξουν σε μια διευθέτηση», γράφει χαρακτηριστικά ο βραβευμένος αρθρογράφος της Washington Post, Ντέιβιντ Ιγκνάσιους.
Η Ρωσία και η Ουκρανία παραμένουν σε μεγάλη απόσταση όσον αφορά τους όρους μιας διευθέτησης, ιδίως στα εδαφικά ζητήματα αλλά και στη φύση των εγγυήσεων ασφαλείας. Κατά κοινή ομολογία, η Ουκρανία δύσκολα θα παραχωρήσει εδάφη στο Ντονμπάς τα οποία δεν έχει κατακτήσει η Ρωσία, όπως απαιτεί το Κρεμλίνο. Ούτε θα εγκαταλείψει εύκολα τη φιλοδοξία της να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, ούτε θα περιορίσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες σε επίπεδα που δεν θα της προσφέρουν την ικανότητα να αποτρέψει τη μελλοντική ρωσική επιθετικότητα.
Όμως κάποιοι συμβιβασμοί θα είναι αναπόφευκτοι. «Τα περιγράμματα μιας τελικής διευθέτησης είναι ορατά, ακόμη και αν και οι δύο πλευρές το αρνούνται σθεναρά: μια κατάπαυση του πυρός κατά μήκος της γραμμής επαφής χωρίς καμία χώρα να αναγνωρίζει επίσημα τον έλεγχο της άλλης σε εδάφη που θεωρεί δικά της· οπλική ουδετερότητα ή επαρκείς στρατιωτικές δυνατότητες για αξιόπιστη υπεράσπιση του εδάφους της Ουκρανίας, με τη δυνατότητα ένταξης στην Ε.Ε. αλλά όχι στο ΝΑΤΟ· καμία περαιτέρω επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά στον πρώην σοβιετικό χώρο. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα επέτρεπε στον Πούτιν να κηρύξει τη νίκη και στον Ζελένσκι να υποστηρίξει ότι κατάφερε να διατηρήσει αυτό που ήταν πιο πολύτιμο – την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, καθώς και τις ευρωπαϊκές της φιλοδοξίες. Μια τέτοια εξέλιξη θα γλίτωνε και τις δύο χώρες από την περαιτέρω καταστροφή του συνεχιζόμενου πολέμου. Αλλά συμφωνία επ’ αυτών των όρων μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε αυστηρά εμπιστευτικές διαπραγματεύσεις, στις οποίες τα δύο εμπόλεμα μέρη μπορούν να κάνουν τους απαραίτητους συμβιβασμούς σε ευαίσθητα ζητήματα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ειρηνευτικής συμφωνίας, επισημαίνει ο Γκράχαμ, ο οποίος θεωρεί ότι η αμερικανική πίεση προς τη Ρωσία θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει και κίνητρα που θα αφορούν στη μελλοντική εξομάλυνση των σχέσεων, γεγονός που θα προσφέρει και μια εναλλακτική στον Πούτιν απέναντι στην Κίνα.
Το Κρεμλίνο βέβαια απέτυχε στον στόχο ενός blitzkrieg που θα οδηγούσε στην ταχεία κατάληψη της Ουκρανίας. Αν συνεχιστεί ο πόλεμος, η Ρωσία θα βρεθεί στο σημείο όπου θα έχει πολεμήσει την Ουκρανία περισσότερο απ’ όσο πολέμησε η Σοβιετική Ένωση τη ναζιστική Γερμανία στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτός όμως είναι και ο λόγος για τον οποίο ο Πούτιν βρίσκεται σε δύσκολη θέση -εδώ διίστανται οι απόψεις των αναλυτών κατά πόσο οι ΗΠΑ θα πρέπει να τον εγκλωβίσουν ακόμη περισσότερο σε έναν πόλεμο φθοράς ή να του παράσχουν αντιθέτως μια διέξοδο προς όφελος της διεθνούς σταθερότητας.
Αμερικανοί αναλυτές που δεν υποτιμούν τη σημασία της σύγκρουσης για τα συμφέροντα των ΗΠΑ, εισηγούνται στον Τραμπ ως τελικό προορισμό στην Ουκρανία ένα κυρίαρχο έθνος, με σύνορα προστατευμένα από διεθνείς εγγυήσεις ασφαλείας, που θα αποτελεί μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα ανοικοδομεί την οικονομία του με μεγάλες επενδύσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. «Παρά τις σκληρές διαπραγματευτικές τακτικές του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και την ανεξήγητη συμπάθειά του για τον Ρώσο επιτιθέμενο, μια τέτοια συμφωνία φαίνεται να πλησιάζει, σύμφωνα με όσα ακούω από Αμερικανούς, Ουκρανούς και Ευρωπαίους αξιωματούχους», σύμφωνα με τον Ιγκνάσιους.
Το βέβαιο είναι ότι το περιεχόμενο της νέας Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ που γνωστοποίησε η κυβέρνηση Τραμπ την περασμένη εβδομάδα, και το οποίο αναμφίβολα κλίνει υπέρ της Ρωσίας και κατά της Ευρώπης, περιπλέκει ακόμη περισσότερο τις διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη. Παράγοντας – κλειδί για τις εξελίξεις που θα ακολουθήσουν θεωρείται ο βαθμός στον οποίο η αμερικανική κυβέρνηση έχει συνειδητοποιήσει ότι το πακέτο συμφωνίας θα αποτύχει εάν δεν δίνει τη δυνατότητα στον Ζελένσκι να το επικοινωνήσει πειστικά στη χώρα του. Κομβικής σημασίας θα είναι σε αυτό το πλαίσιο οι εγγυήσεις ασφαλείας τύπου άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, για την προστασία της Ουκρανίας στο ενδεχόμενο που η Ρωσία θα παραβιάσει μελλοντικά τη συμφωνία.

