Οταν η Τάνια Σάιζ υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο στα 47 της, άρχισε να αναζητάει εξηγήσεις. Δεν είχε παρουσιάσει κανένα αξιοσημείωτο πρόβλημα υγείας πριν, ούτε είχε γνωστό οικογενειακό ιστορικό καρδιαγγειακών παθήσεων. Ψάχνοντας, όμως, εντόπισε μια ένδειξη από το παρελθόν της. Κατά την εγκυμοσύνη στην κόρη της, σχεδόν 20 χρόνια νωρίτερα, είχε εμφανίσει προεκλαμψία, μια επιπλοκή κατά την οποία η αρτηριακή πίεση της μητέρας ανεβαίνει σε επικίνδυνα επίπεδα. Εμεινε έκπληκτη όταν ανακάλυψε ότι η πάθηση είχε αυξήσει τον μακροπρόθεσμο κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου. «Δεν έγινε ξανά λόγος γι’ αυτό», πέρα από την αρχική περίοδο μετά τον τοκετό, λέει η Σάιζ για τη διάγνωσή της, και δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ως κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει την υγεία της αργότερα.
Το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης τείνει να αντιμετωπίζει την εγκυμοσύνη ως ένα πεπερασμένο γεγονός, μια παρένθεση στο ιατρικό ιστορικό μιας γυναίκας. Ωστόσο, οι ειδικοί πλέον θεωρούν ότι η εγκυμοσύνη μπορεί να λειτουργήσει ως «παράθυρο» στη μελλοντική υγεία μιας γυναίκας και να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τον μακροπρόθεσμο κίνδυνο καρδιακών παθήσεων, διαβήτη, εγκεφαλικού επεισοδίου και άλλων καρδιαγγειακών νοσημάτων.
«Αυτό που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν τελειώνει με τη γέννηση του μωρού», λέει η 52χρονη πλέον Σάιζ, εθελόντρια για την ενημέρωση των ασθενών στην Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία. Αν το γνώριζε νωρίτερα, σημειώνει, θα μπορούσε να είχε λάβει μέτρα για να προστατεύσει τον εαυτό της. Παρότι ορισμένοι ιατρικοί οργανισμοί έχουν προσπαθήσει να ευαισθητοποιήσουν το κοινό γι’ αυτούς τους παράγοντες κινδύνου, λίγοι επαγγελματίες υγείας ρωτούν τις γυναίκες, μήνες μετά την εγκυμοσύνη τους, αν αντιμετώπισαν επιπλοκές. Το να μη γίνονται εξετάσεις σε γυναίκες με ιστορικό επιπλοκών είναι μια «χαμένη ευκαιρία» για την πρόληψη ασθενειών, λέει η δρ Εϊμι Γιου, νευρολόγος ειδική στα εγκεφαλικά επεισόδια στο Sunnybrook Health Sciences Centre στο Τορόντο.
Η συσχέτιση επιπλοκών της εγκυμοσύνης με την καρδιαγγειακή ή μεταβολική υγεία αργότερα στη ζωή είναι ουσιαστική, τονίζουν οι ειδικοί. Οι γυναίκες που εμφανίζουν υπερτασικές διαταραχές κατά την εγκυμοσύνη, όπως προεκλαμψία ή υψηλή αρτηριακή πίεση, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για σχεδόν κάθε μορφή καρδιαγγειακής νόσου, όπως χρόνια υπέρταση, στεφανιαία νόσο, καρδιακή ανεπάρκεια και εγκεφαλικό επεισόδιο, σύμφωνα με σημαντικές μελέτες.
Μελέτη της Mayo Clinic που δημοσιεύθηκε πέρυσι δείχνει ότι οι γυναίκες αυτές αναπτύσσουν στεφανιαία νόσο κατά μέσον όρο επτά χρόνια νωρίτερα από όσες δεν έχουν τέτοιο ιστορικό. Επιπλέον, έχουν διπλάσιες πιθανότητες να υποστούν καρδιακή προσβολή που δεν οφείλεται σε απόφραξη των βασικών αρτηριών. Οι κίνδυνοι είναι «εντυπωσιακοί», σημειώνει η δρ Βέσνα Γκάροβιτς, η οποία συνυπογράφει τη μελέτη και είναι πρόεδρος στο τμήμα νεφρολογίας και υπέρτασης στη Mayo Clinic. Οι γυναίκες που έχουν διαγνωστεί με διαβήτη κύησης, που επηρεάζει έως και το 10% των εγκύων στις ΗΠΑ, έχουν περίπου δεκαπλάσια πιθανότητα να εμφανίσουν διαβήτη τύπου 2 συγκριτικά με γυναίκες χωρίς αυτό το ιστορικό. Και ο διαβήτης τύπου 2, με τη σειρά του, συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιακών παθήσεων, εγκεφαλικού επεισοδίου και άνοιας. Ο διαβήτης κύησης «είναι πραγματικά μια προειδοποιητική ένδειξη» για την εμφάνιση διαβήτη στο μέλλον, λέει η δρ Σάρα Λάσεϊ, συνδιευθύντρια του Προγράμματος για τον Διαβήτη στην Εγκυμοσύνη στο Brigham and Women’s Hospital.
Οι ερευνητές εξακολουθούν να διερευνούν αν οι επιπλοκές της εγκυμοσύνης προκαλούν οι ίδιες τα καρδιαγγειακά και μεταβολικά προβλήματα αργότερα ή αν απλώς αποκαλύπτουν μια προδιάθεση. Πολλοί θεωρούν ότι πρόκειται για συνδυασμό των δύο.
Ελλειψη ενημέρωσης
Πριν από σχεδόν 15 χρόνια, η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία και το Αμερικανικό Κολέγιο Καρδιολογίας ενημέρωσαν τις κατευθυντήριες οδηγίες τους, εντάσσοντας τις επιπλοκές της εγκυμοσύνης ως επίσημο παράγοντα κινδύνου για ασθένειες. Ωστόσο, τα νέα ευρήματα χρειάζονται πολύ χρόνο για να ενσωματωθούν τόσο στα προγράμματα σπουδών των ιατρικών σχολών όσο και στην κλινική πρακτική (περίπου 17 χρόνια για την τελευταία) και πολλοί γιατροί και επαγγελματίες υγείας δεν γνωρίζουν αυτούς τους κινδύνους, σημειώνει η δρ Τζίνα Λάντμπεργκ, διευθύντρια κλινικής του του Emory Women’s Heart Center. Αυτό το κενό γνώσης ανάμεσα στους κλινικούς ιατρούς μεταφέρεται και στους ασθενείς. «Δεν είναι κάτι που γνώριζαν οι μητέρες και οι γιαγιάδες μας», λέει η δρ Λόρεν Χάσεν, διευθύντρια της Κλινικής Καρδιολογίας Μεταγεννητικής Μετάβασης στο Ιατρικό Κέντρο Wexner του Πανεπιστημίου του Οχάιο.
Μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα, η ιατρική κοινότητα θεωρούσε ότι οι καρδιακές παθήσεις αφορούσαν σχεδόν αποκλειστικά τους άνδρες. Ως αποτέλεσμα, οι αιτίες της νόσου στις γυναίκες δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητές. «Περισσότερες γυναίκες πεθαίνουν από καρδιακές παθήσεις παρά από οτιδήποτε άλλο και δεν γνωρίζουμε όλους τους παράγοντες κινδύνου», σημειώνει η Λάντμπεργκ. «Δεν υπάρχει πραγματικά μια ομαλή μετάβαση από τη μαιευτική φροντίδα στην απλή ιατρική παρακολούθηση γι’ αυτές τις περιπτώσεις», επισημαίνει η Γκάροβιτς.
Ορισμένοι ειδικοί αναφέρουν ότι, με τον καιρό, όλο και περισσότεροι μαιευτήρες ενημερώνουν τις γυναίκες που μόλις έχουν γεννήσει σχετικά με τους μακροπρόθεσμους κινδύνους. Ωστόσο, συχνά δυσκολεύονται να καθορίσουν το πότε και πώς. «Αν δώσουν αυτές τις πληροφορίες εκείνη τη στιγμή, η ασθενής είναι ήδη συγκλονισμένη και τρομοκρατημένη για το μωρό της, σωστά; Ετσι, πολλές φορές αποφεύγουν να το συζητήσουν μέχρι κάποια μεταγενέστερη επίσκεψη, η οποία όμως μερικές φορές δεν πραγματοποιείται ποτέ», εξηγεί η Λάντμπεργκ. Ετσι, πολλές γυναίκες παραμένουν στο σκοτάδι.
Σε πρόσφατη μελέτη που διενήργησε η Γιου, διαπιστώθηκε ότι σχεδόν οι μισές γυναίκες που παρουσίασαν καρδιαγγειακές ή μεταβολικές επιπλοκές κατά την εγκυμοσύνη υποβλήθηκαν στις βασικές εξετάσεις παρακολούθησης για αρτηριακή πίεση, χοληστερίνη ή σάκχαρο στο αίμα μέσα στα τρία χρόνια μετά τον τοκετό. Εάν ο γιατρός σας δεν σας ρωτήσει για το ιστορικό της εγκυμοσύνης σας, είναι σημαντικό να αναφέρετε προληπτικά τυχόν επιπλοκές, λέει η Ελένη Τσίγκας, διευθύνουσα σύμβουλος του Preeclampsia Foundation, μιας μη κερδοσκοπικής ομάδας υποστήριξης. «Σας έχει δοθεί το δώρο μιας κρυστάλλινης σφαίρας», λέει η Τσίγκας.
Οι περισσότερες γυναίκες βάζουν τον εαυτό τους τελευταίο όταν πρόκειται για τη φροντίδα της υγείας τους, επισημαίνει η Λάντμπεργκ. «Χάνουμε κάπως τον εαυτό μας», προσθέτει η Χάσεν, ειδικά όταν φροντίζουμε τις οικογένειές μας. Η ίδια και άλλοι ειδικοί ελπίζουν ότι η ενημέρωση των γυναικών θα τις ενθαρρύνει να αφιερώσουν περισσότερο χρόνο στον εαυτό τους. Η Σάιζ, που μετά το εγκεφαλικό της αφιερώθηκε στην ενημέρωση των γυναικών, λέει πως θα ήθελε να είχε αυτή την ευκαιρία. «Δεν μου δόθηκε ποτέ», λέει. «Ηταν πραγματικά άδικο».

