Το βράδυ της Δευτέρας, ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι ο τεχνολογικός κολοσσός της Nvidia θα μπορεί πλέον να εξάγει μερικά από τα πιο ισχυρά τσιπ του στην Κίνα. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί, σύμφωνα με αναλυτές, μια ανατροπή της πολιτικής που έχει ακολουθήσει η Ουάσιγκτον σχετικά με τις εξαγωγές προηγμένων τεχνολογιών στο Πεκίνο.
Οι ανησυχίες των Αμερικανών αξιωματούχων όσον αφορά τις εξαγωγές είχαν να κάνουν με την ικανότητα της Κίνας να χρησιμοποιήσει την αμερικανική τεχνολογία για να αποκτήσει στρατιωτικά και οικονομικά πλεονεκτήματα, ιδίως μέσω της τεχνητής νοημοσύνης. Με τον αποκλεισμό της Κίνας, οι αξιωματούχοι επεδίωκαν να διατηρήσουν το προβάδισμα που έχουν επιτύχει οι Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης και παράλληλα να επιβραδύνουν τις προσπάθειες της Κίνας να καλύψει τη διαφορά στον συγκεκριμένο τομέα.
Οι πιέσεις της Nvidia
Ωστόσο, ο διευθύνων σύμβουλος της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ εδώ και μήνες φέρεται να προσπαθούσε να πείσει τον Τραμπ να αντιστρέψει την αμερικανική πολιτική αποκλεισμού της Κίνας. Σύμφωνα με τον Χουάνγκ, ο περιορισμός της πρόσβασης της Κίνας στην προηγμένη αμερικανική τεχνολογία ουσιαστικά δημιούργησε αντίστροφα αποτελέσματα, αναγκάζοντας τις κινεζικές εταιρείες σε ταχύτερη βελτίωση.
Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση του Τραμπ να επιτρέψει στην Nvidia να πουλήσει το δεύτερο πιο ισχυρό τσιπ της, γνωστό ως H200, σε Κινέζους πελάτες που έχουν ελεγχθεί από το υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ, επιτυγχάνει «μια προσεκτική ισορροπία που είναι εξαιρετική για την Αμερική», δήλωσε εκπρόσωπος της Nvidia.

«Η εγχώρια κινεζική παραγωγή θα συνεχιστεί»
Προς το παρόν πάντως ο αντίκτυπος της απόφασης της Ουάσικγτον δεν είναι σαφής. Η κινεζική κυβέρνηση δαπανά ήδη δισεκατομμύρια προσπαθώντας να καταστεί υπερδύναμη στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, και γιατί όχι να ξεπεράσει και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Κινέζοι κατασκευαστές τσιπ ανταγωνίζονται για να κατασκευάσουν μόνοι τους όλο και πιο προηγμένα προϊόντα, ενώ οι κινεζικές εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης έχουν γίνει πιο αποτελεσματικές στη χρήση των τσιπ στα οποία έχουν πρόσβαση.
«Η ώθηση για εγχώρια παραγωγή θα συνεχιστεί», εκτιμά ο Τζιάνγκ αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Fudan. «Η στρατηγική του Πεκίνου είναι ξεκάθαρη», προσθέτει.
Πολλές κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας χρησιμοποιούν ήδη ένα μείγμα εγχώριων και ξένων τσιπ, δήλωσε ο Πολ Τριόλο, συνεργάτης της DGA-Albright Stonebridge Group. «Το γεγονός ότι ορισμένες κινεζικές εταιρείες θα επιλέξουν να αγοράσουν κάποιο αριθμό H200 δεν σημαίνει ότι θα σταματήσει η εγχώρια ανάπτυξη προηγμένου υλικού τεχνητής νοημοσύνης», πρόσθεσε.
Αλλωστε, ορισμένα παραδείγματα αναδεικνύουν το γεγονός πως οι περιορισμοί της Ουάσιγκτον έχουν ωθήσει ορισμένες κινεζικές εταιρείες να γίνουν πιο αποδοτικές. Μόλις πριν από μερικούς μήνες, η κινεζική νεοσύστατη εταιρεία DeepSeek συγκλόνισε τον κλάδο της τεχνολογίας με την ανακοίνωση ότι είχε δημιουργήσει ισχυρά συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που απαιτούσαν λιγότερα τσιπ και ήταν σημαντικά φθηνότερα στην κατασκευή από αυτά των αμερικανικών ανταγωνιστών.
Οι επενδυτές ήδη ποντάρουν στο ότι μια κινεζική εταιρεία θα μπορούσε σύντομα να ανταγωνιστεί την Nvidia. Δεν είναι τυχαία η περίπτωση της Cambricon, μιας εταιρείας σχεδιασμού τσιπ που υποστηρίζεται εν μέρει από το κράτος, της οποίας η μετοχή έχει ανέβει κατά περισσότερο από 120% σε σύγκριση με πέρυσι. Αλλο παράδειγμα θεαματικής ανόδου ήρθε την περασμένη εβδομάδα, όταν η Moore Threads, μια νεοσύστατη εταιρεία κατασκευής τσιπ που ιδρύθηκε από ένα πρώην στέλεχος της Nvidia, εισήχθη στο Shanghai Star Market.

Οι Κινέζοι είναι ακόμα δεύτεροι
Ωστόσο, ακόμη και η Huawei, ο τηλεπικοινωνιακός γίγαντας που ηγείται της Κίνας στον ανταγωνισμό με την Nvidia, παραμένει τουλάχιστον δύο χρόνια πίσω από την αμερικανικό κολοσσό, σύμφωνα με ειδικούς του κλάδου.
Τα κινεζικά τσιπ εξακολουθούν να υστερούν σε απόδοση σε σχέση με αυτά της Nvidia, και οι κινεζικές εταιρείες αντιμετωπίζουν σημαντικούς περιορισμούς στην παραγωγή τους. Τα κινεζικά τσιπ μπορούν να παράγουν, το πολύ, το 2% της υπολογιστικής ισχύος των ξένων ανταγωνιστών τους, εκτιμά ο Τιμ Φιστ, ανώτερος συνεργάτης στο Center for a New American Security.
Παράλληλα, τα λιγότερο ισχυρά τσιπ του Πεκίνου προς το παρόν απαιτούν και περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια. Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι το κόστος της βιομηχανικής ηλεκτρικής ενέργειας στην Κίνα είναι πολύ χαμηλότερο από ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως αναφέρει ο Λιαν Τζιε Σου, επικεφαλής αναλυτής της Omdia, μιας εταιρείας τεχνολογικής έρευνας. Η άφθονη φθηνή ενέργεια έχει βοηθήσει τις κινεζικές εταιρείες να δημιουργήσουν εξελιγμένα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, παρά τα λιγότερο ισχυρά τσιπ τους, τόνισε ο Σου.
Με πληροφορίες από New York Times

