Το Κρεμλίνο είχε θετική αντίδραση απέναντι στη νέα στρατηγική εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ που υπέγραψε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, χαρακτηρίζοντάς την ως κείμενο που «σε μεγάλο βαθμό» ανταποκρίνεται στη ρωσική οπτική.
Πρόκειται για μία από τις σπανιότερες περιπτώσεις όπου η Μόσχα επαινεί τόσο ανοιχτά στρατηγικό έγγραφο της Ουάσιγκτον – ενός πρώην αντιπάλου της εποχής του Ψυχρού Πολέμου.
Η στρατηγική περιγράφει το όραμα Τραμπ ως «ευέλικτο ρεαλισμό» και καλεί σε αναβίωση του Δόγματος Μονρό του 19ου αιώνα, σύμφωνα με το οποίο το Δυτικό Ημισφαίριο θεωρείται ζώνη επιρροής των ΗΠΑ.
Προειδοποιεί επίσης ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει τον κίνδυνο «πολιτισμικής εξάλειψης», ότι η επίτευξη ειρήνης στην Ουκρανία αποτελεί «κεντρικό» αμερικανικό συμφέρον και ότι η Ουάσιγκτον επιδιώκει εκ νέου στρατηγική σταθερότητα με τη Ρωσία.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε στην κρατική τηλεόραση ότι «οι προσαρμογές που βλέπουμε αντιστοιχούν σε πολλά σημεία στη δική μας αντίληψη».
Παρόμοιες δημόσιες συγκλίσεις είναι εξαιρετικά ασυνήθιστες.
Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 υπήρξαν περίοδοι στενής συνεργασίας, ιδίως για την επιστροφή πυρηνικών όπλων από πρώην σοβιετικές δημοκρατίες στη Ρωσία και μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.
Ωστόσο, η πορεία της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 όξυνε εκ νέου τις εντάσεις και επί προεδρίας Πούτιν έφτασε σε οριακό σημείο.
Αναφερόμενος στη δέσμευση του αμερικανικού εγγράφου για «τερματισμό της αντίληψης και της πραγματικότητας» ενός ΝΑΤΟ που επεκτείνεται διαρκώς, ο Πεσκόφ σημείωσε ότι πρόκειται για «ενθαρρυντική» εξέλιξη.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι μέρος του αμερικανικού «βαθέος κράτους» –όπως αποκαλεί ο Τραμπ τους θεσμικούς μηχανισμούς που, κατά τη δική του άποψη, αντιστέκονται στις αλλαγές– πιθανότατα θα δει το κείμενο διαφορετικά.
Οι επικριτές του Τραμπ υποστηρίζουν ότι ο όρος «deep state» αποτελεί θεωρία συνωμοσίας που χρησιμοποιείται για να δικαιολογηθούν διευρυμένες εξουσίες της εκτελεστικής εξουσίας.
Στο νέο πλαίσιο, η στρατηγική Τραμπ παρεκκλίνει από τις προηγούμενες αμερικανικές τοποθετήσεις που όριζαν τη Ρωσία ως απειλή μετά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 και την εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Ο Πεσκόφ τόνισε στο πρακτορείο TASS ότι η αναφορά σε συνεργασία για στρατηγική σταθερότητα αντί της περιγραφής της Ρωσίας ως άμεσης απειλής αποτελεί «θετικό βήμα».
Κεντρικό στοιχείο του αμερικανικού κειμένου είναι η αναγνώριση του Ινδο-Ειρηνικού ως βασικού «οικονομικού και γεωπολιτικού πεδίου αντιπαράθεσης».
Η Ουάσιγκτον δηλώνει ότι θα ενισχύσει τη δύναμη των ΗΠΑ και των συμμάχων τους για να αποτραπεί σύγκρουση με την Κίνα σχετικά με την Ταϊβάν.
Η Μόσχα έχει στραφεί προς την Ασία –και κυρίως την Κίνα– μετά τις δυτικές κυρώσεις για τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις ευρωπαϊκές προσπάθειες απεξάρτησης από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Τον περασμένο Μάρτιο, ο Τραμπ είχε δηλώσει στο Fox News ότι «το πρώτο πράγμα που μαθαίνει κανείς από την ιστορία είναι ότι δεν πρέπει να αφήνεις τη Ρωσία και την Κίνα να έρθουν κοντά».
Reuters

