Στη Νίκαια της αρχαίας Βιθυνίας (σημερινό Ιζνίκ της Τουρκίας) συναντιούνται σήμερα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και ο νέος Πάπας Λέων ΙΔ΄, οι διάδοχοι των κατά σάρκα αδελφών, αποστόλων Πέτρου και Ανδρέα, ιδρυτών των Εκκλησιών Ρώμης και Κωνσταντινούπολης αντιστοίχως. Η αφορμή παρίσταται επετειακή, καθώς την περασμένη άνοιξη συμπληρώθηκαν 1.700 χρόνια από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, που συγκλήθηκε εκεί, το 325 μ.Χ., με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α΄. Η απόφασή του αποδείχθηκε λυτρωτική για την κανονική ενότητα της Εκκλησίας, εδραιώνοντας συνάμα και την πολιτική σταθερότητα, η οποία ήταν, άλλωστε, και το τελικό ζητούμενο…
Αυτήν την ενότητα φιλοδοξεί να τονίσει και η συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη και του Πάπα της Ρώμης στη Νίκαια, εκεί από όπου ξεκίνησαν όλα. Ωστόσο, το ενωτικό μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει, το θολώνει, έχω την αίσθηση, ο διχασμός του ορθόδοξου κόσμου. Και εξηγούμαι· το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως πρωτεύθυνη Εκκλησία, προσκάλεσε, στο πλαίσιο του ενοποιητικού ρόλου του, τους επικεφαλής των πρεσβυγενών πατριαρχείων (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) να συνεορτάσουν, με την αυτοπρόσωπη παρουσία τους στη Νίκαια, το ιστορικό αυτό γεγονός. Πλην όμως, με εξαίρεση το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, δεν βρήκε θετική ανταπόκριση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ουκρανική αυτοκεφαλία, αν και αναμφίβολο προνόμιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σχεδόν επτά χρόνια μετά τη χορήγησή της, εξακολουθεί να ρηγματώνει, ως μη ώφειλε, την πανορθόδοξη ενότητα…
Εντούτοις, η ανάγκη για κοινή χριστιανική μαρτυρία προβάλλει επιτακτική. Στη συνάφεια αυτή εντάσσεται η κοινή παρουσία Οικουμενικού Πατριάρχη και Πάπα Ρώμης στη Νίκαια, καθώς και στη μεθαυριανή θρονική εορτή του αποστολικού θρόνου της Κωνσταντινούπολης (30/11). Σε μία εποχή γεωπολιτικών αναταράξεων και πολεμικών ιαχών, όπου ο χριστιανισμός, ιδίως στην εμπερίστατη Μέση Ανατολή, βρίσκεται και πάλι σε διωγμό και σε έναν κόσμο όπου ο αλγόριθμος του Θεού, η τεχνητή νοημοσύνη, προσπαθεί να «αναστήσει» νεκρούς και να αγγίξει την αιωνιότητα, ο σύγχρονος άνθρωπος, πιστός ή όχι αδιάφορο, περιμένει από την Εκκλησία να εκφέρει λόγο και να διδάξει τρόπο. Αποτελεί όμως κοινό τόπο ότι ο διάλογος αυτός δεν είναι ανέφελος, συχνά δε αποδεικνύεται και αργόσυρτος, καθώς ποικίλα, εύλογα εμπόδια αναστέλλουν την πορεία του (παπικό πρωτείο και αλάθητο, Ουνία, filioque κ.λπ.). Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα την έκβασή του και εάν τελικώς θα οδηγήσει στο «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν». Ωστόσο, εάν η Εκκλησία επιθυμεί να είναι ο λόγος της πειστικός και επιδραστικός, δεν θα πρέπει να τον εγκαταλείψει. Αλλωστε, «τά ἀδύνατα παρά ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῷ ἐστιν»…
* Ο κ. Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής Νομικής ΕΚΠΑ, είναι διευθυντής του Εργαστηρίου «Εκκλησιαστικού Δικαίου και σχέσεων Κράτους – Θρησκευμάτων» στην ίδια σχολή.

