Επέζησε ενός από τα χειρότερα ξεσπάσματα ρατσιστικής βίας που καταγράφηκαν στις ΗΠΑ στις αρχές του 20ού αιώνα και το κράτησε στη μνήμη της έως το τέλος. Η Βαϊόλα Φλέτσερ, μία από τους τελευταίους επιζήσαντες της σφαγής της Τάλσα, πέθανε σε ηλικία 111 ετών.
«Σήμερα η πόλη μας θρηνεί τον χαμό της “μαμάς” Βαϊόλα Φλέτσερ, που επέζησε ενός από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια στην ιστορία της πόλης μας», έγραψε στο Χ ο Μονρό Νίκολς, δήμαρχος της Τάλσα, που βρίσκεται στην πολιτεία Οκλαχόμα.
«Η Φλέτσερ υπέμεινε περισσότερα από όσα θα έπρεπε να υπομείνει κανείς και παρ’ όλα αυτά αφιέρωσε τη ζωή της στη χάραξη μιας πορείας προς το μέλλον με αποφασιστικότητα», πρόσθεσε.
«Η μαμά Φλέτσερ ενσάρκωσε 111 χρόνια αλήθειας, ανθεκτικότητας και χάρης, θυμίζοντάς μας τον δρόμο που διένυσε και αυτόν που μένει να διανύσουμε. Δεν σταμάτησε ποτέ να πολεμά για τη δικαιοσύνη για τους επιζήσαντες και τους απογόνους της ρατσιστικής σφαγής της Τάλσα», κατέληξε ο Νίκολς.
Η επίθεση στη «μαύρη Γουόλ Στριτ»
Στις 31 Μαΐου του 1921 ομάδα λευκών ανδρών επιτέθηκε στην ακμάζουσα αφροαμερικανική συνοικία Γκρίνγουντ, που τότε ήταν γνωστή ως «η μαύρη Γουόλ Στριτ», στην Τάλσα.
Αφορμή για τα βίαια επεισόδια η σύλληψη Αφροαμερικανού λούστρου, τον οποίο κατηγόρησαν ότι επιτέθηκε σε νεαρή λευκή γυναίκα. Οι ιστορικοί έχουν στο μεταξύ αποδείξει ότι ο νεαρός απλώς πάτησε το πόδι της γυναίκας.
Ωστόσο το ρατσιστικό μίσος επικράτησε. Εκατοντάδες λευκοί άνδρες συγκεντρώθηκαν έξω από το δικαστήριο όπου θα εμφανιζόταν ο νεαρός. Η ένταση οξύνθηκε, ακούστηκαν πυροβολισμοί και ξεκίνησαν τα βίαια επεισόδια.
Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι 75 έως 300 Αφροαμερικανοί σκοτώθηκαν στη διάρκεια των επεισοδίων. Περισσότερα από 1.200 κτίρια καταστράφηκαν, καταστήματα λεηλατήθηκαν, κάηκαν, ισοπεδώθηκαν. Μάρτυρες ανέφεραν ακόμη και αεροπλάνα που έριχναν εμπρηστικές βόμβες.
«Ξαναζώ τη σφαγή κάθε μέρα», δήλωσε η Βαϊόλα Φλέτσερ τον Μάιο του 2021, κατά τη διάρκεια του πρώτου της ταξιδιού στην Ουάσιγκτον, για να μοιραστεί τις αναμνήσεις της ενώπιον επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων. Τότε είχε απαιτήσει από την κυβέρνηση των ΗΠΑ να αναγνωρίσει επισήμως τη σφαγή.
«Ακουγα κραυγές»
«Μια χώρα μπορεί να ξεχάσει την ιστορία της, αλλά εγώ δεν μπορώ», είχε τονίσει η Φλέτσερ, η οποία ήταν 7 ετών όταν έγινε η σφαγή. «Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη βία του εξαγριωμένου όχλου των λευκών όταν φεύγαμε από το σπίτι μας», τόνισε.
«Βλέπω ακόμη μαύρους άνδρες να δέχονται πυροβολισμούς και μαύρα σώματα να κείτονται στον δρόμο. Μυρίζω ακόμη τον καπνό και βλέπω τη φωτιά. Βλέπω ακόμα τις επιχειρήσεις των μαύρων να καίγονται. Ακούω ακόμα τα αεροπλάνα να πετούν από πάνω. Ακούω ακόμα τις κραυγές».
Η επιδρομή των λευκών διήρκεσε 24 ώρες, μέχρι που έφτασε στην Τάλσα η Εθνοφρουρά, ένα από τα πρώτα μέτρα της οποίας ήταν να κλείσει σε τρεις καταυλισμούς τους περίπου 6.000 Αφροαμερικανούς που επέζησαν της σφαγής.
Σύμφωνα με επίσημη έκθεση επιτροπής έρευνας που συστάθηκε το 2001 στην Οκλαχόμα, οι τοπικές αρχές είχαν δώσει όπλα σε κάποιους λευκούς ταραξίες, ονομάζοντάς τους «αναπληρωτές» σερίφηδες.
Κανένας λευκός δεν καταδικάστηκε για τα γεγονότα. Οι ασφαλιστικές εταιρείες, ισχυριζόμενες ότι επρόκειτο για εξέγερση, αρνήθηκαν να αποζημιώσουν τα θύματα. Και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000 η σφαγή παρέμενε απούσα από τα αμερικανικά σχολικά προγράμματα.
Τον Ιούνιο του 2021, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν επισκέφθηκε την Τάλσα για να «σπάσει τη σιωπή», όπως δήλωσε.
Με τον θάνατο της Βαϊόλα Φλέτσερ, μόνο μία επιζήσασα της σφαγής της Τάλσα απομένει εν ζωή: η Λέσι Ραντλ, ηλικίας 111 ετών, σύμφωνα με τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, τα οποία ωστόσο αναφέρουν την πιθανότητα να επέζησαν και άλλοι χωρίς ωστόσο να έχει γίνει γνωστό.
Με πληροφορίες από AFP, ΑΠΕ – ΜΠΕ

