Από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Δανίας εμπνεύσθηκαν οι Βρετανοί Εργατικοί την αυστηρή μεταναστευτική νομοθεσία τους. Δεξιά κόμματα στην Ευρώπη προσπάθησαν εδώ και χρόνια να περιορίσουν τη μετανάστευση, προφασιζόμενα την πίεση στις κρατικές υποδομές και τη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής. Η Δανία ξεχωρίζει, όμως, καθώς εκεί μια κεντροαριστερή κυβέρνηση είναι αυτή που υιοθέτησε δρακόντεια μεταναστευτική νομοθεσία. Εκτοτε οι προσφυγικές ροές μειώνονται σταθερά, ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες διατήρησαν την εξουσία στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές.
Δανοί αξιωματούχοι εξηγούν ότι στόχος της νομοθεσίας ήταν η ταυτόχρονη συρρίκνωση των μεταναστευτικών ροών και η προσέλκυση αναγκαίων ξένων εργαζομένων.
Η κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ δανείσθηκε έτσι στοιχεία της δανέζικης μεταναστευτικής πολιτικής. Τα πολιτικά οφέλη αυτής της προσέγγισης εμφανίζουν, όμως, κάμψη με το πέρας του χρόνου, ενώ οι νόμοι με στόχο τον περιορισμό των αιτούντων άσυλο αποδεικνύεται ότι έχουν και αυτοί πολιτικό κόστος.
Ο μετριοπαθής πρώην πρωθυπουργός και σημερινός υπουργός Εξωτερικών της Δανίας Λαρς Λέκε Ράσμουσεν, η κυβέρνηση του οποίου ψήφισε την αυστηρή προσφυγική νομοθεσία, λέει ότι στόχος του ήταν η ταυτόχρονη συρρίκνωση των μεταναστευτικών ροών και η προσέλκυση αναγκαίων ξένων εργαζομένων. «Το Λονδίνο δεν πρέπει να ξεχνάει ότι αυτή η ισορροπημένη προσέγγιση είναι απαραίτητη. Τα πράγματα δεν είναι απλά. Ο κόσμος μας είναι πολύχρωμος και περίπλοκος», λέει ο Ράσμουσεν.
Μετά την προσφυγική κρίση του 2015 με αφορμή τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία, η κυβέρνηση της Κοπεγχάγης έκανε δυσκολότερη την είσοδο προσφύγων στη χώρα. Δανοί αξιωματούχοι εξηγούν ότι επιθυμούν να περιορίσουν τη ροή νέων αιτούντων άσυλο, προκειμένου κάθε αίτηση να εξετάζεται λεπτομερώς και οι επιλαχόντες να έχουν τη δυνατότητα να ενσωματωθούν πλήρως στην κοινωνία. Στόχος τους είναι η Δανία να αποφύγει την πίεση που υπέστησαν άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες από την αυξημένη μετανάστευση, όπως η έλλειψη στέγης.
Η Κοπεγχάγη υπήρξε πρωτοπόρος σειράς πρωτοβουλιών, τις οποίες η Βρετανία ελπίζει να μιμηθεί. Κάποιες ήταν συμβολικές, όπως η απειλή κατάσχεσης κοσμημάτων και τιμαλφών αιτούντων άσυλο προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδά τους. Η διαδικασία απόκτησης καθεστώτος μόνιμου κατοίκου κατέστη και αυτή πιο δύσκολη και υποκείμενη σε αναθεώρηση. Οι αιτούντες άσυλο στεγάζονται τώρα σε συνθήκες οι οποίες λειτουργούν αποθαρρυντικά και τους κάνουν να επιθυμούν τον επαναπατρισμό τους.
Αυτό συμβαίνει στο κέντρο επαναπατρισμού του Ανσφρουπ, πρώην σανατόριο με μεγάλους θαλάμους, μία ώρα έξω από την Κοπεγχάγη. Η 52χρονη Αϊφάρ Τεπέ από την Τουρκία ζει από το 2019 στο κέντρο, αφού η Δανία απέρριψε την αίτησή της για άσυλο. Δεν έχει χρήματα, ούτε και άδεια εργασίας, ενώ υποχρεούται να δίνει το «παρών» δύο φορές την ημέρα στο κέντρο.
Η Τεπέ συγκρίνει το κέντρο με ανοικτή φυλακή, αλλά δεν σκοπεύει να φύγει από εκεί. Λέει ότι φοβάται για τη ζωή της αν επιστρέψει στην Τουρκία εξαιτίας της δραστηριότητας του αριστερού ακτιβιστή πρώην συζύγου της. Ο 15χρονος γιος της μεγάλωσε στη Δανία. Η περίπτωσή της δείχνει ότι ανεξάρτητα από τις νομικές δυσκολίες, απελπισμένοι άνθρωποι θα αναζητούν πάντα καταφύγιο στη Δύση.
«Η συγκεκριμένη πολιτική δημιουργεί ατμόσφαιρα διαρκούς άγχους και ανασφάλειας σε αυτούς τους ανθρώπους», λέει η Μικαέλα Κλάντε Μπένιξεν, επικεφαλής της συμβουλευτικής οργάνωσης Refugees Welcome Denmark. Ερευνητές εκτιμούν ότι οι πολιτικές αυτές θα έχουν μακροπρόθεσμο κοινωνικό κόστος, κάνοντας τους απογόνους των μεταναστών να νιώθουν ανεπιθύμητοι στη δανέζικη κοινωνία. «Πετύχαμε να γίνουμε μια λιγότερο φιλόξενη χώρα», λέει ο καθηγητής Νομικής του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, Τόμας Γκάμελτοφ-Χάνσεν.
Οι δημοτικές εκλογές της περασμένης εβδομάδας στη Δανία έδειξαν, όμως, ότι το πολιτικό κεφάλαιο της δρακόντειας μεταναστευτικής πολιτικής τείνει να εξαντληθεί. Οι Σοσιαλδημοκράτες ηττήθηκαν έτσι στον Δήμο Κοπεγχάγης για πρώτη φορά μετά το 1948, με το εκλογικό σώμα να μετατοπίζεται προς τα αριστερά.
Η κυβέρνηση της Δανίας αντιμετωπίζει την ίδια στιγμή προσφυγή από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τον διαβόητο «νόμο γκετοποίησης» που εφάρμοσε. Το νομοσχέδιο επέτρεψε στις κρατικές υπηρεσίες να περιορίσουν την κοινωνική στέγη σε συνοικίες με μεγάλο ποσοστό μεταναστών «μη δυτικής» καταγωγής.
Ακόμη και ο Λαρς Λέκε παραδέχεται ότι όλες οι πρωτοβουλίες δεν υπήρξαν επιτυχημένες και δέχθηκαν οξύτατη κριτική από τον διεθνή Τύπο.

