Η συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντιμίρ Πούτιν στην Αλάσκα παρουσιάστηκε αρχικά ως διπλωματικό επίτευγμα του Στιβ Ουίτκοφ, του επιχειρηματία της αγοράς ακινήτων, που αναδείχθηκε σε προσωπικό απεσταλμένο του προέδρου για «ειρηνευτικές αποστολές».
Ωστόσο, οι μετέπειτα εξελίξεις, η απουσία ουσιαστικής προόδου, η εγκατάλειψη του αιτήματος για κατάπαυση του πυρός και η ασαφής στρατηγική από την Ουάσιγκτον απέδειξαν τα όρια της τακτικής του.
Ρεπορτάζ των αμερικανικών ΜΜΕ και διεθνών ειδησεογραφικών πρακτορείων, όπως οι New York Times, το Politico και το Ρόιτερς, που βασίζονται σε δεκάδες αξιωματούχους στην Ουάσιγκτον, καταδεικνύουν ως κεντρική αιτία την απειρία και τους αυτοσχεδιασμούς του Ουίτκοφ.
Με την αυτοπεποίθηση ότι έχει εξασφαλίσει το «προεδρικό αυτί» και την επιδίωξη να δρα ανεξάρτητα, αποφεύγει συστηματικά τη διαβούλευση με διπλωμάτες, αναλυτές ή ειδικούς για τη Ρωσία και την Ουκρανία.
Το αποτέλεσμα είναι να εμφανίζεται απροετοίμαστος, να αγνοεί κρίσιμες παραμέτρους και να αντιμετωπίζει τον πόλεμο ως ιδιοκτησιακή διαφορά, προβάλλοντας την οπτική του real estate πάνω σε μια εξαιρετικά σύνθετη γεωπολιτική κρίση.
Παρά τις πέντε συναντήσεις του με τον Πούτιν σε έξι μήνες, δεν έχει καταφέρει να επιτύχει απτά αποτελέσματα.
Η έλλειψη προετοιμασίας φάνηκε ήδη στη σύνοδο της Αλάσκας, που οργανώθηκε χωρίς την κατάλληλη προπαρασκευή σε χαμηλότερο επίπεδο. Η μέθοδός του θυμίζει τον τρόπο που λειτουργεί ο ίδιος ο Τραμπ: ασυνέπεια, απουσία σαφούς συντονισμού, έλλειψη σταθερής ομάδας.
Οι συνεργάτες του συχνά δεν γνωρίζουν πού βρίσκεται ή τι συζητά. Ο ίδιος ταξιδεύει με ιδιωτικό αεροπλάνο, συνοδευόμενος μόνο από τον επικεφαλής του επιτελείου του και έναν μεταφραστή, χωρίς πολιτικούς συμβούλους. Δεν διαβάζει τακτικά τα ενημερωτικά δελτία, ούτε παρακολουθεί την κυβερνητική αλληλογραφία. Ολα αυτά τροφοδοτούν την αίσθηση πως λειτουργεί αυτόνομα, δυσχεραίνοντας τη διαμόρφωση συνεκτικής στρατηγικής.
Οι «παραχωρήσεις»
Η απειρία του εκφράζεται και στη λανθασμένη μετάδοση μηνυμάτων. Σε πρόσφατες διαπραγματεύσεις, θεώρησε ότι η Ρωσία είχε δεχθεί σημαντικές παραχωρήσεις σε ζητήματα εδαφών, στη Ζαπορίζια και στη Χερσώνα, προτρέποντας τον Τραμπ να δώσει στον Πούτιν την πολυπόθητη κατ’ ιδίαν συνάντησή τους. Ομως οι Ευρωπαίοι και Ουκρανοί συνομιλητές ερμήνευσαν τις ίδιες δηλώσεις της Μόσχας ως ανεπαρκείς και διφορούμενες, που επικυρώνουν τη σημερινή κατοχή ουκρανικών εδαφών. Παρόμοια σύγχυση δημιουργήθηκε όταν ο Ουίτκοφ μίλησε δημοσίως για ρωσική αποδοχή «εγγυήσεων ασφαλείας», ενώ στην πραγματικότητα η Μόσχα επανέφερε την παλιά θέση περί μηχανισμού αποτροπής με ρωσικό δικαίωμα βέτο.
Οπως ανέφερε στην ανάλυσή του στην «Κ» την περασμένη Κυριακή ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου: «Σε κάθε περίπτωση, είναι προφανές ότι το Κρεμλίνο ουδέποτε πρόκειται να αποδεχθεί αυτό που υπονόησε ο Γουίτκοφ. Ενα καθεστώς για τη μεταπολεμική Ουκρανία που “θα μοιάζει με ΝΑΤΟ, χωρίς να είναι ΝΑΤΟ”, στα μάτια της Ρωσίας μεταφράζεται ως “ΝΑΤΟ νέτο σκέτο”. Ολοι οι ρεαλιστικά σκεπτόμενοι αναγνωρίζουν ότι βασικός στόχος που παρακίνησε τον Πούτιν να εισβάλει στην Ουκρανία ήταν να αποτρέψει την ένταξή της στο ΝΑΤΟ και γενικότερα την περαιτέρω διεύρυνση της Συμμαχίας προς Ανατολάς. Προφανώς δεν έχει κανένα λόγο ύστερα από τριάμισι χρόνια ενός πολέμου υψηλού κόστους να δεχθεί την είσοδο της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ από την πίσω πόρτα, τη στιγμή μάλιστα που έχει τη στρατιωτική πρωτοβουλία».
Παράλληλα, σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ του Ρόιτερς, οι Ουκρανοί είχαν προειδοποιήσει τους Γερμανούς πρόσφατα ότι με βάση τις πληροφορίες τους ο Πούτιν έχει στόχο να κερδίσει χρόνο ενόψει μιας επικείμενης μεγάλης ρωσικής επιχείρησης τον Οκτώβριο ή τον Νοέμβριο.
Και από ρωσικής πλευράς, ωστόσο, διατυπώνονται ανησυχίες για τον ρόλο του προεδρικού απεσταλμένου. Οι συνομιλητές του στη Μόσχα εκτιμούν μεν την άμεση πρόσβαση του Ουίτκοφ στον Τραμπ, αλλά φοβούνται ότι δεν κατανοεί πλήρως όσα του λέει ο Πούτιν. Αυτό ενισχύει την αίσθηση πως η Ουάσιγκτον δεν μιλάει με μία φωνή και ότι ο ενδιάμεσος κρίκος παρερμηνεύει τα βασικά μηνύματα.
Στις ΗΠΑ, ορισμένοι αξιωματούχοι τον υπερασπίζονται, επικαλούμενοι την ιστορική σημασία της συνάντησης Αλάσκας και τη μετάβαση Ευρωπαίων ηγετών στον Λευκό Οίκο. Ορισμένοι, όπως ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντ. Βανς, τον επαινούν για την ικανότητά του να «ανοίγει πόρτες» και να δημιουργεί κλίμα εμπιστοσύνης. Οι περισσότεροι ειδικοί όμως τον θεωρούν επιπόλαιο διαπραγματευτή, που δεν κατανοεί την πολυπλοκότητα ενός πολέμου με υπαρξιακές διαστάσεις για την Ουκρανία και καθοριστικές συνέπειες για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Ευρωπαίοι και Ουκρανοί αξιωματούχοι προσπαθούν να βρουν παραστατικούς τρόπους για να του εξηγήσουν τη στρατηγική σημασία του Ντονμπάς, φτάνοντας στο σημείο να το παρομοιάσουν με τη Φλόριντα ή τα Υψίπεδα του Γκολάν, ώστε να μιλήσουν στη «γλώσσα» του. Αυτό από μόνο του απηχεί το χάσμα κατανόησης.
Την ίδια στιγμή, ο Κιθ Κέλογκ, αρχικός ειδικός απεσταλμένος για Ρωσία και Ουκρανία, που είχε παραγκωνιστεί, επανέρχεται σταδιακά στο προσκήνιο, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων για τη σαφέστερη και πιο ρεαλιστική προσέγγισή του. Μαζί με τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Νταν Κέιν, προσδίδουν ένα πιο σταθερό πλαίσιο στις διαπραγματεύσεις.
Ξ. Κ.

