Ο επικεφαλής του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Τζον Ρόμπερτς απάντησε χθες Τρίτη στη δριμεία επίθεση που εξαπέλυσε ο Ντόναλντ Τραμπ εναντίον ομοσπονδιακού δικαστή, φέρνοντας ξανά στο φως την ένταση μεταξύ του Αμερικανού προέδρου και των δικαστών.
Σε σπάνια ανακοίνωση ο Ρόμπερτς έγραψε: «Εδώ και πάνω από δύο αιώνες έχει διαπιστωθεί ότι η καθαίρεση δεν είναι η ενδεδειγμένη αντίδραση στη διαφωνία με μία δικαστική απόφαση».
Σύμφωνα με τον Ρόμπερτς, η σωστή αντίδραση είναι η άσκηση έφεσης.
Η ανακοίνωση του δικαστή έγινε αφότου ο Τραμπ ζήτησε χθες μέσω ανάρτησής του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να καθαιρεθεί ομοσπονδιακός δικαστής.
Ο ομοσπονδιακός δικαστής της Ουάσιγκτον Τζέιμς Μπόσμπεργκ κάλεσε το Σάββατο την αμερικανική κυβέρνηση να σταματήσει την απέλαση φερόμενων ως μελών συμμορίας από τη Βενεζουέλα, για την οποία ο Λευκός Οίκος έχει επικαλεστεί νόμο του 18ου αιώνα που έχει χρησιμοποιηθεί μόνο σε περιόδους πολέμου.
Φόβοι για συνταγματική κρίση
Η ένταση μεταξύ του Τραμπ και των δικαστών έχει οξυνθεί μετά την επιστροφή του Ρεπουμπλικάνου προέδρου στον Λευκό Οίκο, καθώς τόσο ο ίδιος όσο και σύμμαχοί του επικρίνουν τα δικαστήρια που εμποδίζουν την εφαρμογή προεδρικών διαταγμάτων.
Η οξυμένη ατμόσφαιρα έχει εγείρει ανησυχίες μεταξύ νομικών ότι η κυβέρνηση ενδέχεται να αψηφήσει ανοικτά κάποια δικαστική απόφαση, πιθανόν προκαλώντας συνταγματική κρίση.
Ο Μπόσμπεργκ ζήτησε να ανασταλούν όλες οι απελάσεις που πραγματοποιούνται βάσει του νόμου του 18ου αιώνα. Η απόφασή του αφορούσε και αεροπλάνα που μετέφεραν απελαθέντες και τα οποία ήταν ήδη έτοιμα να αναχωρήσουν.
Δύο αεροπλάνα στα οποία επέβαιναν φερόμενα ως μέλη συμμοριών βρίσκονταν ήδη καθ’ οδόν προς τη Βενεζουέλα και δεν επέστρεψαν στις ΗΠΑ, εγείροντας κατηγορίες ότι η κυβέρνηση Τραμπ αψήφησε τη δικαστική απόφαση.
Ο Λευκός Οίκος απάντησε ότι οι δύο αυτές πτήσεις είχαν αναχωρήσει πριν εκδοθεί η γραπτή απόφαση του δικαστή, εξηγώντας ότι οι προφορικές εντολές δεν είναι εφαρμοστέες.
«Κάνω απλώς αυτό που ήθελαν να κάνω οι ΨΗΦΟΦΟΡΟΙ. Αυτός ο δικαστής, όπως πολλοί από τους διεφθαρμένους δικαστές ενώπιον των οποίων αναγκάστηκα να εμφανιστώ, θα πρέπει να ΚΑΘΑΙΡΕΘΕΙ!!!», έγραψε χθες ο Τραμπ, χαρακτηρίζοντας τον Μπόσμπεργκ «παράφρονα της άκρας αριστεράς».
Απειλές προς δικαστές
Οι υπηρεσίες ασφαλείας των ΗΠΑ έχουν προειδοποιήσει τους δικαστές για αυξημένες απειλές τις τελευταίες εβδομάδες καθώς σύμμαχοι του Τραμπ έχουν εντείνει τις επιθέσεις τους εις βάρος δικαστών που εγείρουν εμπόδια στην εφαρμογή εκτελεστικών διαταγμάτων του.
Ο δισεκατομμυριούχος Ελον Μασκ, στενός συνεργάτης του Τραμπ, και κοινοβουλευτικοί των Ρεπουμπλικάνων έχουν χαρακτηρίσει δικαστές απειλές για τη δημοκρατία.
«Ο μόνος τρόπος να αποκατασταθεί η εξουσία του λαού της Αμερικής είναι να καθαιρεθούν δικαστές», τόνισε ο Μασκ σε ανάρτησή του.
Τοξική ατμόσφαιρα
Σε όλη την αμερικανική ιστορία συνολικά οκτώ δικαστές έχουν καθαιρεθεί, ο τελευταίος το 2010, με κάποιους νομικούς να εκφράζουν αμφιβολίες για την επιτυχία μιας διαδικασίας καθαίρεσης, όπως αυτή που φαντάζεται ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος.
Ο Τζόναθαν Αντλερ, καθηγητής νομικής στο Case Western University του Κλίβελαντ, δήλωσε ότι είναι αναπόφευκτο δικαστές να εκδώσουν αποφάσεις που θα απογοητεύσουν ή θα εξοργίσουν πολιτικούς.
Από την πλευρά του ο συνταξιούχος ομοσπονδιακός δικαστής Τζέρεμι Φόγκελ, επικεφαλής του Berkeley Judicial Institute στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, σχολίασε ότι συμφωνεί με την ανακοίνωση του Ρόμπερτς.
«Ρεαλιστικά πιστεύω ότι οι απειλές δεν μπορούν να έχουν αποτέλεσμα, αλλά συμβάλλουν σε μια τοξική ατμόσφαιρα η οποία κάνει το ήδη δύσκολο έργο των ομοσπονδιακών δικαστών πιο δύσκολο», εκτίμησε.
Λίγες ώρες μετά την ανάρτηση του Τραμπ, ο Ρεπουμπλικάνος βουλευτής του Τέξας Μπράντον Γκιλ έγραψε στο Χ ότι υπέβαλε προς ψήφιση στη Βουλή των Αντιπροσώπων πρόταση για την καθαίρεση του Μπόσμπεργκ.
Για να απομακρυνθεί ένας δικαστής από τη θέση του χρειάζεται να εγκρίνει την καθαίρεσή του η Βουλή των Αντιπροσώπων με απλή πλειοψηφία. Ομως στη συνέχεια η Γερουσία πρέπει να υπερψηφίσει την πρόταση με αυξημένη πλειοψηφία δύο τρίτων. Οι Ρεπουμπλικάνοι ελέγχουν και τα δύο σώματα, αλλά δεν διαθέτουν πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία.
Με πληροφορίες από Reuters, ΑΠΕ – ΜΠΕ

