Την περασμένη Τετάρτη είχαμε την πρώτη σημαντική αναδίπλωση του Ντόναλντ Τραμπ. Δύο ημέρες μετά τη δημοσίευση της απόφασης για «πάγωμα» των ομοσπονδιακών δαπανών για 90 ημέρες (ώστε να αξιολογηθεί αν συνάδουν με τα εκτελεστικά διατάγματα και την ευρύτερη ατζέντα της νέας κυβέρνησης), ο Λευκός Οίκος, με μια ανακοίνωση 21 λέξεων, την ανακάλεσε.
Είχε προηγηθεί, την Τρίτη, η προσωρινή αναστολή της απόφασης από ομοσπονδιακό δικαστή, λίγα λεπτά πριν τεθεί εν ισχύι, κατόπιν προσφυγής μη κερδοσκοπικών οργανώσεων. Το δικαστικό μπλόκο συνέβη ενώ νοσοκομεία, σχολεία και ΜΚΟ αναζητούσαν πανικόβλητα κάποια ξεκάθαρη πληροφορία για το αν η χρηματοδότησή τους ήταν εξασφαλισμένη, και οι Δημοκρατικοί κραύγαζαν ότι ο Τραμπ είχε αποπειραθεί να σφετεριστεί την αρμοδιότητα του Κογκρέσου σχετικά με τις ομοσπονδιακές δαπάνες.
Σχολιάζοντας το χάος την Τετάρτη, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κάρολαϊν Λέβιτ σημείωσε ότι τα εκτελεστικά διατάγματα για την επανεξέταση της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης «παραμένουν πλήρως ενεργά και θα εφαρμοστούν αυστηρά από όλες τις υπηρεσίες και τα υπουργεία». Η Λέβιτ απέδωσε ευθύνες για τη σύγχυση που προκλήθηκε στα ΜΜΕ και στα δικαστήρια.
Το επεισόδιο, όπως σημείωσε το Associated Press, «ήταν η νεότερη ένδειξη ότι ακόμα και με ενιαίο έλεγχο της Ουάσιγκτον, τα σχέδια του Τραμπ για μια θεαματική και ταχεία ανασύνταξη του κράτους έχουν τα όριά τους». Οι πρώτες ημέρες της νέας προεδρίας, ωστόσο, δείχνουν ότι ο Τραμπ είναι αποφασισμένος να πιέσει στον μέγιστο δυνατό βαθμό για να επιτύχει αυτήν την ανασύνταξη (αυτό που προεκλογικά αποκαλούσε τη «συντριβή του βαθέος κράτους»). Αναμφίβολα, δε, είναι πολύ καλύτερα προετοιμασμένος για να υλοποιήσει το σχέδιό του σε σχέση με πριν από οκτώ χρόνια.
Ρεβανσισμός
«Δεν είναι έκπληξη ότι η νέα κυβέρνηση κάνει αυτά που είχε υποσχεθεί προεκλογικά. Ο όγκος όμως [των διαταγμάτων] και η ταχύτητα είναι σοκαριστικές», λέει στην «Κ» ο Μπιλ Ανθόλις, επικεφαλής του Miller Center στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, που ειδικεύεται στη μελέτη της προεδρίας. «Η εκδικητική διάθεση είναι επίσης έκδηλη, ειδικά σε αποφάσεις όπως η κατάργηση της προστασίας πρώην αξιωματούχων της πρώτης κυβέρνησης Τραμπ, που εξέπληξε αρκετούς Ρεπουμπλικανούς. Αλλά μας είχαν προϊδεάσει και γι’ αυτό άτομα όπως ο [υποψήφιος για διευθυντής του FBI] Κας Πατέλ και άλλα στελέχη της κυβέρνησης».
Το ρίσκο που αναλαμβάνει ο νέος πρόεδρος με τον χείμαρρο εκτελεστικών διαταγμάτων, εξηγεί ο Ανθόλις, είναι ότι δεν έχει διορίσει ακόμα τη συντριπτική πλειονότητα των στελεχών της κυβέρνησής του. «Πέραν των κορυφαίων, υπάρχουν 1.300 πολύ σημαντικοί αξιωματούχοι που χρειάζονται το πράσινο φως της Γερουσίας για να διοριστούν», αναφέρει. «Συνήθως, μια νέα κυβέρνηση καταφέρνει να ανακοινώσει περίπου 300 στο πρώτο τετράμηνο και να διοριστούν 100-150. Αρα ο Τραμπ εκδίδει μεν τα διατάγματα κατά συρροήν, αλλά δεν έχει τοποθετήσει ακόμα την ομάδα που θα τα εφαρμόσει».
«Εργάζομαι στο κράτος εδώ και περισσότερα από 10 χρόνια, έζησα την πρώτη κυβέρνηση Τραμπ και τίποτα δεν συγκρίνεται με αυτό». Ετσι δήλωσε (ανωνύμως φυσικά) στο Economist υπάλληλος του υπουργείου Οικονομικών μετά την πρώτη εβδομάδα της νέας θητείας. Οπως έγραψε ο ανταποκριτής του βρετανικού περιοδικού, κάποιοι εργαζόμενοι σβήνουν παλιές αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως επικριτικές προς τον Τραμπ· άλλοι ανανεώνουν τα βιογραφικά τους, αναμένοντας ότι θα φύγουν. Οσοι σχεδιάζουν να παραμείνουν περιμένουν ότι οι συνθήκες εργασίας τους θα χειροτερέψουν, καθώς συνάδελφοί τους θα αποχωρούν και δεν θα αντικαθίστανται.
Σύμφωνα με τον Μπιλ Ανθόλις, επικεφαλής του Miller Center, το ρίσκο που αναλαμβάνει ο Τραμπ με τον χείμαρρο των εκτελεστικών διαταγμάτων είναι ότι δεν έχει διορίσει ακόμα τη συντριπτική πλειονότητα των κυβερνητικών στελεχών που θα τα εφαρμόσουν.
Μπόνους παραίτησης
Σε αυτό το κλίμα, προκάλεσε έντονη αναταραχή στις τάξεις των περίπου 2 εκατ. υπαλλήλων του ομοσπονδιακού κράτους το e-mail που έλαβαν την περασμένη Τρίτη από το αρμόδιο γραφείο του Λευκού Οίκου για ένα ιδιότυπο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου. Ο Τραμπ, ουσιαστικά, τους πρόσφερε (με προθεσμία 6/2) τη δυνατότητα να παραιτηθούν άμεσα, λαμβάνοντας αποζημίωση οκτώ μισθών. Συνδικάτα και δικηγόροι που εκπροσωπούν τους υπαλλήλους τούς παρότρυναν να μην αποδεχθούν την πρόταση. Σε διαδικτυακές αναρτήσεις, πολλοί υπάλληλοι εξέφρασαν την οργή αλλά και τη σύγχυσή τους. Μεταξύ άλλων, ήταν σαφές από το ηλεκτρονικό μήνυμα σε τι βαθμό θα υποχρεούνται να συνεχίσουν να εργάζονται έως το τέλος Σεπτεμβρίου αν παραιτηθούν (πάντως οι παραιτηθέντες σίγουρα εξαιρούνται από την υποχρέωση επιστροφής στο γραφείο αντί τηλεργασίας που επέβαλε ο Τραμπ).
Αλλα πλήγματα του Τραμπ κατά του «βαθέος κράτους» ήταν πιο στοχευμένα: στις 24 του μηνός απέπεμψε 17 γενικούς επιθεωρητές δημόσιας διοίκησης, χωρίς την πρότερη ειδοποίηση του Κογκρέσου και την αναλυτική αιτιολόγηση που επιβάλλει η νομοθεσία. Ενας από τους αξιωματούχους που αποπέμφθηκε, ο Μαρκ Γκρίνμπλατ, τον οποίο ο ίδιος ο Τραμπ είχε διορίσει στο υπουργείο Εσωτερικών προ πενταετίας, μίλησε για «υπαρξιακή απειλή» για τη δυνατότητα ανεξάρτητης εποπτείας της λειτουργίας του αμερικανικού κράτους.
Τη Δευτέρα, σε μια κίνηση καθαρού ρεβανσισμού, ο υπηρεσιακός γενικός εισαγγελέας απέπεμψε επτά εισαγγελείς καριέρας από το υπουργείο Δικαιοσύνης. Το ατόπημά τους, όπως ανέφερε η σχετική επιστολή, ήταν ότι έπαιξαν «σημαντικό ρόλο στη δίωξη του προέδρου Τραμπ», καθώς τους είχε ανατεθεί να εργαστούν στις υποθέσεις του Τζακ Σμιθ.
Το δόγμα
Οι πρώτες πρωτοβουλίες του Τραμπ σχετικά με την αναμόρφωση του κράτους δείχνουν τον βαθμό της εξάρτησης του κυβερνητικού του προγράμματος από το ριζοσπαστικό «Project 2025» του Ιδρύματος Heritage (βλ. και τη συνέντευξη με τον ιθύνοντα νου του σχεδίου στη σελ. 18). Ο υποψήφιός του για το πανίσχυρο Γραφείο Διαχείρισης και Προϋπολογισμού (OMB), Ράσελ Βοτ, άλλωστε, έγραψε το σχετικό κεφάλαιο του ασήκωτου τόμου.
Οπως σημείωνε στη συνεισφορά του στο «Project 2025» ο Βοτ, «ο πρόεδρος σήμερα αναλαμβάνει την εξουσία και συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια τεράστια ομοσπονδιακή γραφειοκρατία που πολύ συχνά εκτελεί τα δικά της σχέδια και προτιμήσεις πολιτικής – ή, ακόμα χειρότερα, τα σχέδια και τις προτιμήσεις μιας ριζοσπαστικής, υποτιθέμενα “woke” φατρίας της χώρας». Πολλές υπηρεσίες «έχουν εργαλειοποιηθεί» κατά της κοινωνίας και του εκλεγμένου προέδρου, σύμφωνα με τον συντάκτη, και η κατάσταση επιδεινώνεται από την προθυμία του Κογκρέσου να εκχωρήσει νομοθετικές αρμοδιότητες στις υπηρεσίες της δημόσιας διοίκησης.
Το κλειδί για την ανατροπή αυτής της «συνταγματικά δεινής» κατάστασης, σύμφωνα με τον Βοτ, είναι η «επιθετική χρήση των ευρύτατων αρμοδιοτήτων της εκτελεστικής εξουσίας» από τον πρόεδρο για να υποχρεώσει τη γραφειοκρατία να συμμορφωθεί με την ατζέντα του και η αποκέντρωση της ομοσπονδιακής εξουσίας (συμπεριλαμβανομένης της εκτελεστικής), ώστε να επιστραφεί η πρωτοβουλία στις πολιτείες και στα αμερικανικά νοικοκυριά. Το πρώτο μέρος ήδη επιχειρεί δυναμικά να το εφαρμόσει ο Τραμπ· το δεύτερο δεν μοιάζει να ταιριάζει τόσο στη λογική του.
Πατάει το κουμπί του εμπορικού πολέμου
Να πατήσει το κουμπί ενός παγκόσμιου εμπορικού πολέμου ήταν αποφασισμένος ο Ντόναλντ Τραμπ, τηρώντας το τελεσίγραφο που είχε δώσει για την επιβολή
δασμών στον Καναδά, στο Μεξικό και στην Κίνα. Το τελεσίγραφο, που επρόκειτο να εκπνεύσει το Σάββατο, προέβλεπε δασμούς 25% στις καναδικές και τις μεξικανικές εισαγωγές και επιπλέον 10% στις ήδη επιβαρυμένες εισαγωγές από την Κίνα. Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου διεμήνυσε ότι είναι εσφαλμένες οι αναφορές πως ο πρόεδρος σκεφτόταν την αναβολή του μέτρου.
Μιλώντας από το Οβάλ Γραφείο, ο ίδιος ο Τραμπ ήταν κατηγορηματικός για την επιβολή δασμών και κατά της Ευρωπαϊκής Ενωσης. «Μας έχουν φερθεί απαίσια… Η Ευρώπη μας χρεώνει ΦΠΑ. Μας κοστίζει μια περιουσία. Δεν παίρνουν τα αυτοκίνητά μας. Δεν παίρνουν τα αγροτικά μας προϊόντα. Δεν παίρνουν σχεδόν τίποτε.
Και έχουμε ένα τρομακτικό έλλειμμα με την Ευρωπαϊκή Ενωση», είπε ο Τραμπ, υποσχόμενος ότι «θα κάνουμε κάτι πολύ μεγάλο» κατά της Ε.Ε.
Η Ευρώπη εξήγαγε προϊόντα αξίας 576,3 δισ. δολαρίων προς τις ΗΠΑ -περίπου το ένα πέμπτο των συνολικών εξαγωγών της, γεγονός που καθιστά την Αμερική τον
μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Ενωσης.
Οι θιγόμενες χώρες αντέδρασαν, με τον Καναδά να προαναγγέλλει «ισχυρή αλλά ορθολογική απάντηση» και την Κίνα να προειδοποιεί για «σθεναρή υποστήριξη» των κινεζικών συμφερόντων. Ο Τραμπ φερόταν έτσι έτοιμος να διακινδυνεύσει απότομες ανατιμήσεις για τους Αμερικανούς καταναλωτές -παρενέργεια των δασμών που έχουν επισημάνει οι περισσότεροι οικονομολόγοι. «Οι δασμοί; Είναι
από τις πιο όμορφες λέξεις στο λεξικό», είπε την Παρασκευή, χαμογελώντας.

