Εντυπη έκδοση. Βρυξέλλες – Ανταπόκριση. Η «εμπλοκή» τρίτων χωρών στον πόλεμο στην Ουκρανία και η στήριξη που παρέχουν στη Μόσχα ανησυχεί την Ευρωπαϊκή Eνωση, ιδιαίτερα μετά την επικείμενη αλλαγή «φρουράς» στον Λευκό Οίκο και την ενδεχόμενη διαφορετική στάση του Ντόναλντ Τραμπ έναντι της Ρωσίας. Στο «στόχαστρο» της Ε.Ε., μάλιστα, βρίσκεται πλέον το Πεκίνο, καθώς Ευρωπαίοι διπλωμάτες αναφέρουν ότι έχουν συλλέξει «πειστικές» αποδείξεις ότι η Ρωσία κατασκευάζει μη επανδρωμένα οχήματα (drones) σε εργοστάσιο στην περιοχή Σιντζιάνγκ της Κίνας – γεγονός που σηματοδοτεί νέα κλιμάκωση του πολέμου και αλλαγή της «ουδέτερης» έως τώρα στάσης της.
«Ο ρόλος της Κίνας γίνεται ολοένα και μεγαλύτερος (σ.σ. στον πόλεμο της Ουκρανίας)», ανέφερε μετά τη λήξη του συμβουλίου εξωτερικών υποθέσεων χθες στις Βρυξέλλες ο απερχόμενος επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Ζοσέπ Μπορέλ, για να προσθέσει ότι υπάρχουν πλέον συγκεκριμένες πληροφορίες –που προκαλούν ανησυχία–, καθώς αφορούν την πλήρη παραγωγή στρατιωτικού υλικού. «Χωρίς την Κίνα, το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα η Ρωσία δεν θα μπορούσε να συνεχίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία», ισχυρίστηκε ο Μπορέλ, ενώ τόνισε ότι είναι απαραίτητη η συνέχιση της ευρωπαϊκής στήριξης του Κιέβου, καθώς ο «πόλεμος έχει πλέον λάβει λάθος κατεύθυνση».
Νωρίτερα και οι υπουργοί Εξωτερικών Γερμανίας, Ρουμανίας, Ολλανδίας και Βελγίου εξέφρασαν σοβαρές ανησυχίες για τον ρόλο που παίζουν τρίτοι «παράγοντες» στον πόλεμο υπέρ της Μόσχας, όπως το Ιράν, η Βόρεια Κορέα, η Λευκορωσία και, πλέον, η Κίνα. Μάλιστα, ο Ολλανδός υπουργός Κασπάρ Φέλντκαμπ σημείωσε ότι σε περίπτωση που οι πληροφορίες περί εμπλοκής του Πεκίνου επαληθευτούν, «η Κίνα θα πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι αυτό επηρεάζει άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια», ενώ στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η Γερμανίδα ομόλογός του Αναλένα Μπέρμποκ. Αφησαν παράλληλα ανοιχτό το ενδεχόμενο επιβολής κυρώσεων στο Πεκίνο. Προσώρας, πάντως, δεν υπάρχουν συγκεκριμένες αποδείξεις ότι ρωσικά drones κατασκευάζονται στην Κίνα και ότι πράγματι έχουν μεταφερθεί στη Ρωσία.
Η Ε.Ε. έχει ήδη επιβάλει κυρώσεις εναντίον τρίτων χωρών που παρέχουν στρατιωτική βοήθεια στη Μόσχα.
Παρά την κρισιμότητα του ζητήματος, στη διάρκεια της χθεσινής συνεδρίασης οι υπουργοί Εξωτερικών στο σύνολό τους απέφυγαν να τοποθετηθούν, σύμφωνα με ανώτατη ευρωπαϊκή διπλωματική πηγή. Προφανώς οι «27» θα ήθελαν να εξακριβωθεί πρώτα το μέγεθος «εμπλοκής» της κινεζικής ηγεσίας, αλλά και η ενδεχόμενη στάση που θα κρατήσει ο Ντόναλντ Τραμπ έναντι του Πεκίνου, ανέφερε η ίδια πηγή. «Οι συνομιλίες επισκιάστηκαν από τον Τραμπ», είπε χαρακτηριστικά, ενώ επισήμανε ότι στο εν λόγω ζήτημα αναφέρθηκαν επιγραμματικά μόνο δύο ή τρεις υπουργοί Εξωτερικών.
Παρ’ όλα αυτά, για την Κίνα η Ε.Ε. έχει θέσει σαφή «κόκκινη γραμμή» σε ό,τι αφορά την προμήθεια στρατιωτικού υλικού προς τη Ρωσία. Εως τώρα το Πεκίνο έχει αποφύγει τις απευθείας ευρωπαϊκές κυρώσεις, καθώς έχει περιοριστεί στην αποστολή των λεγόμενων προϊόντων διπλής χρήσης και τεχνολογίας προς τη Μόσχα. Ομως, τα στρατιωτικά drones σίγουρα προκαλούν δίλημμα για το ευρωπαϊκό «μπλοκ».
Αλλωστε, η Ε.Ε. έχει ήδη υιοθετήσει κυρώσεις εναντίον τρίτων χωρών που παρέχουν στρατιωτική βοήθεια προς τη Ρωσία, όπως Λευκορωσία, Βόρεια Κορέα και Ιράν. Για τον λόγο αυτό, ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές δεν απέκλειαν το ενδεχόμενο η πρόεδρος της Κομισιόν και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να έθεταν ευθέως το ζήτημα στον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ τον οποίο συνάντησαν χθες στο περιθώριο της συνόδου των ηγετών του G20 στο Ρίο ντε Τζανέιρο.
Εκτός από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, οι 27 υπουργοί Εξωτερικών συζήτησαν την πρόταση που κατέθεσε ο Ζοσέπ Μπορέλ για αναστολή του πολιτικού διαλόγου με το Ισραήλ εν μέσω διεθνών επικρίσεων για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου στον πόλεμό του εναντίον της Χαμάς, στη Γάζα. Επρόκειτο για συμβολικής σημασίας πρόταση εκ μέρους του Μπορέλ, καθώς γνώριζε εξαρχής –όπως παραδέχθηκε– ότι η πρόταση δεν θα συγκέντρωνε ποτέ πλειοψηφία από τους «27». Οι υπουργοί Εξωτερικών Γερμανίας, Ολλανδίας και Ουγγαρίας, άλλωστε, είχαν εξαρχής αναφέρει ότι στηρίζουν τη διατήρηση ανοιχτών διπλωματικών διαύλων μεταξύ της Ε.Ε. και της ισραηλινής κυβέρνησης.

