Η μακροζωία, ο διπλασιασμός του αριθμού των διαζυγίων στους άνω των 50 ετών, συγκριτικά με τη δεκαετία του 1990, και η διαρκής εξέλιξη και αλλαγή των κοινωνικών κανόνων κάνουν πολλούς ηλικιωμένους να αναζητούν νέους τρόπους συμβίωσης, υποκαθιστώντας την ανάγκη για νέο γάμο ή συγκατοίκηση. Σε αυτές τις σχέσεις βρίσκουν αγάπη, ψυχική υποστήριξη και αντίδοτο στη μοναξιά. Οι γυναίκες, άλλωστε, διστάζουν να παραδοθούν σε έναν ρομαντικό έρωτα, φοβούμενες μήπως καταλήξουν φροντιστές ή γηροκόμοι. Ετσι προσπαθούν να καλύψουν τις συναισθηματικές ανάγκες τους ενισχύοντας την επαφή με την οικογένεια και τους φίλους. Επιστημονικές μελέτες έδειξαν ότι πολλές επιλέγουν ένα είδος σχέσης που είναι γνωστό ως LAT (Leaving Apart Together – ζούμε μαζί χώρια). Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μακροχρόνια αισθηματική δέσμευση δύο ανθρώπων που επιλέγουν να μείνουν σε διαφορετικές κατοικίες. «Το μαγικό μιας τέτοιας σχέσης είναι ότι αποφεύγεις τον κίνδυνο να εξελιχθείς σε φροντιστή του άλλου», εξηγεί η Ινγκριτ Αρνετ Κοννίδη, επίτιμη καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Γουέστερν στο Οντάριο του Καναδά. «Οι γυναίκες φρόντισαν τους γονείς τους, τους συζύγους και τα παιδιά τους, και δεν θέλουν να αναλάβουν πάλι έναν τέτοιο ρόλο».
Αυτού του είδους οι πιο «ανεξάρτητες» σχέσεις καταγράφουν σημαντική αύξηση και στους μεγαλύτερης ηλικίας Ευρωπαίους. Οι κοινωνιολόγοι που τις μελετούν, εκτιμούν ότι είναι ιδιοφυείς. Οι ηλικιωμένοι μέσα από αυτές δημιουργούν νέους τρόπους για να απολαύσουν την ανθρώπινη εγγύτητα και τη στήριξη που θα έβρισκαν σε ένα γάμο ή μια συγκατοίκηση, χωρίς τον φόβο πως κάποια στιγμή θα κληθούν να προσφέρουν υπηρεσίες γηροκομείου.
Πολλές επιλέγουν ένα είδος σχέσης που είναι γνωστό ως «ζούμε μαζί χώρια».
Η δρ Κοννίδη, ωστόσο, παρατηρεί ότι «από τη στιγμή που θα βρεθούν σε μία τέτοια σχέση, είναι πολύ περισσότερο πρόθυμοι να φροντίσουν το έτερον ήμισυ, απ’ ό,τι πίστευαν αρχικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αναλαμβάνουν τα καθήκοντα που παραδοσιακά έχει ένας σύζυγος». Αλλωστε, οι προσδοκίες για τέτοιου είδους φροντίδα είναι πολύ μικρότερες όταν το ζευγάρι δεν έχει παντρευτεί και δεν συγκατοικεί.
Οπως επισημαίνει η Αλισον Φόρτι, καθηγήτρια συμβουλευτικής στο Πανεπιστήμιο Γουέικ Φόρεστ, «οι γυναίκες οφείλουν να κατανοήσουν ότι δεν είναι λάθος να μη θέλουν να γίνουν φροντιστές. Αλλωστε, κάτι τέτοιο είναι βέβαιο ότι θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία τους». Tέλος, οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι οι άνθρωποι που θέλουν να μπουν σε μια τέτοια σχέση, πρέπει εξαρχής να ξεκαθαρίσουν στον σύντροφό τους τις προσδοκίες και τις προθέσεις τους.

