Οτι ο Βλαντιμίρ Πούτιν επιδεικνύει βιτριολική, αλλά όχι ιδιαίτερα εκλεπτυσμένη, αίσθηση του χιούμορ απέναντι στους πολιτικούς του αντιπάλους ήταν από καιρό γνωστό. Ακόμη και για τα δικά του μέτρα όμως, ο ισχυρός άνδρας της Ρωσίας ξεπέρασε τα όρια όταν λοιδορούσε τις δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτών με τις λευκές κορδέλες που τον αποδοκίμαζαν στο κέντρο της Μόσχας, δηλώνοντας ότι «μοιάζουν σαν να φοράνε προφυλακτικά» και ότι είναι μίσθαρνα όργανα μεγάλων δυτικών δυνάμεων που «σπαταλούν τα λεφτά τους, αντί να τα αξιοποιήσουν για να καλύψουν τα χρέη τους». Σημάδια εκνευρισμού ενός παροιμιωδώς ψυχρόαιμου πολιτικού που βρίσκεται αντιμέτωπος με την πρώτη σοβαρή αμφισβήτηση στα 12 χρόνια της εξουσίας του; Ισως, αλλά οι εκτιμήσεις Δυτικών σχολιαστών περί «τέλους της εποχής Πούτιν» είναι πιθανό να αποδειχθούν πρόωρες.
«Εγχρωμη επανάσταση»
Καταγγέλλοντας μαζική νοθεία στις βουλευτικές εκλογές της 4ης Δεκεμβρίου, η φιλελεύθερη μερίδα της ρωσικής αντιπολίτευσης έκανε τις πρώτες πρόβες στο σενάριο της «έγχρωμης (στην περίπτωσή μας, λευκής) επανάστασης» κατά το πρότυπο των πολιτικών ανατροπών προηγούμενων δεκαετιών σε Γιουγκοσλαβία, Ουκρανία και Γεωργία. Ωστόσο, η περίπτωση της Ρωσίας είναι πολύ διαφορετική.
Οι παρατυπίες και παρεμβάσεις στις ρωσικές εκλογές μπορεί να έδωσαν ένα χεράκι στην Ενιαία Ρωσία του Πούτιν ώστε να εξασφαλίσει οριακή κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, αλλά δεν αλλοίωσαν δραματικά τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων. Δημοσκόπηση που παρουσίασαν οι Financial Times παραμονές των εκλογών έδινε στην Ενιαία Ρωσία το 51% των ψήφων – δύο μονάδες περισσότερες από όσες εξασφάλισε τελικά.
Ακόμη και με αισθητά μικρότερα ποσοστά, το κόμμα του Πούτιν δεν θα δυσκολευόταν να κυβερνήσει. Δεύτερη δύναμη αναδείχθηκε το Ρωσικό Κ.Κ. (19%), το οποίο, αν και αντιπολιτεύεται την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, την υπερφαλαγγίζει σε αντιδυτικό «πατριωτισμό» στην εξωτερική πολιτική. Δεκανίκια του Κρεμλίνου θεωρούνται τα δύο επόμενα κόμματα, η κεντροαριστερή Δίκαιη Ρωσία και η εθνικιστική Ακροδεξιά του Ζιρινόφσκι. Σε μια χώρα όπου ηγεμονική ιδεολογία δεν είναι ούτε ο φιλελεύθερος καπιταλισμός ούτε ο σοσιαλισμός αλλά ο εθνικιστικός λαϊκισμός, ο ισχυρότερος εκπρόσωπος της δυτικού τύπου Δημοκρατίας, το κόμμα Γιαμπλόκο, έλαβε μόλις το 3,4% των ψήφων.
Ο δημοφιλέστερος
Το κυριότερο, η όποια απώλεια επιρροής του κυβερνώντος κόμματος δεν μεταφράζεται αυτόματα σε απαξίωση του ίδιου του Πούτιν, ο οποίος παραμένει ο μακράν δημοφιλέστερος πολιτικός, αξιοποιώντας τον παραδοσιακό μύθο του «καλού τσάρου», που περιστοιχίζεται από «κακούς» συμβούλους. Τίποτα δεν δείχνει ότι ο σημερινός πρωθυπουργός θα δυσκολευτεί να εξασφαλίσει και τρίτη προεδρική θητεία στις εκλογές της 4ης Μαρτίου. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Ινστιτούτου Λεβάντα, το οποίο μάλιστα πρόσκειται στην αντιπολίτευση, η δημοτικότητα του Πούτιν κυμαίνεται στο 61%, ενώ όλοι οι πιθανοί αντίπαλοί του συγκεντρώνουν αθροιστικά μόλις 10%.
Το μεγάλο πρόβλημα του Πούτιν δεν είναι οι αντίπαλοί του, αλλά ο ίδιος του ο εαυτός – και το σύστημα που ενσαρκώνει. Στις δύο πρώτες προεδρικές του θητείες κατάφερε να ανορθώσει στοιχειωδώς ένα κράτος και μια οικονομία που είχαν οδηγηθεί από τον Γέλτσιν στο χείλος της διάλυσης, να μειώσει την ανεργία στο 6% και τη φτώχεια στο 14% (από 30%). Ωστόσο, η διαφθορά παραμένει ενδημική, η μεσαία τάξη που δημιουργήθηκε από την οικονομική αναζωογόνηση αισθάνεται περιθωριοποιημένη από τους διαπλεκόμενους ολιγάρχες και πολιτικούς, ενώ η οικονομία παραμένει παθολογικά εξαρτημένη από τις τιμές του πετρελαίου και τους κλυδωνισμούς της παγκόσμιας κρίσης. Και όσο κι αν ο Πούτιν αρέσκεται να νοσταλγεί τη «σταθερότητα» των τσάρων και της εποχής Μπρέζνιεφ, δεν μπορεί να αγνοεί το ιστορικό δίδαγμα αμφοτέρων των περιόδων: ότι η ακαμψία δεν είναι σταθερότητα κι ό,τι δεν έχει πλαστικότητα αργά ή γρήγορα σπάει…

